Legislator Case Law & Legislation
1226/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by non-party tenants for rent arrears due to inadmissibility and inadmissible grounds.

Case Number 1226/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three tenants against a first-instance court ruling on rent arrears. The tenants argued the lower court erred in fact-finding regarding property defects and the validity of the lease, but the court found them to be non-parties to the original proceedings. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under civil procedure law, and the tenants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 556, 577, 561, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal by a person who was not a party to the original proceedings is inadmissible, and appeals challenging a court's evaluation of evidence or facts are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal non-party status evaluation of evidence rent arrears dispute civil procedure law legal costs fact-finding review

Cited Legislation

AI generated
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 11/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1226 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1226 /2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε."που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Σ. Π., 2.Σ Π. του Κ., ατομικά και ως ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω εταιρείας, κατοίκου ..., 3. Α. Π. του Κ., ατομικά και ως ομόρρυθμου εταίρου της ως άνω εταιρείας, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Αταλόγλου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Π., του Δ., κατοίκου ..., 2. Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Λάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2013 ανακοπή της ήδη 1ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1017/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 146/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 556 ΚΠολΔ., που ορίζει τα πρόσωπα τα οποία νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν αίτηση αναίρεσης, προκύπτει ότι το ένδικο αυτό μέσο ασκούμενο κατά αποφάσεως του εφετείου από πρόσωπο που δεν υπήρξε διάδικος στην ενώπιόν του διαδικασία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ., Ολ.Α.Π. 11/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι από τους αναιρεσείοντες Σ. Κ. Π. και Α Κ. Π. δεν υπήρξαν διάδικοι κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτούς η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111, 118, 119 παρ. 1 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την τήρηση της, για κάθε αίτηση δικαστικής προστασίας, έγγραφης προδικασίας, με ποινή απαραδέκτου, απαιτείται να αναγράφονται τα σε αυτά οριζόμενα στοιχεία, δηλαδή, μεταξύ των άλλων, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη, το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, η κατοικία και η διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, η επωνυμία, η διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και ο αριθμός του φορολογικού μητρώου τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 648 επ. ΚΠολΔ.) υπ' αριθ. 146/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς την από 4-9-2014 έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 1017/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, απέρριψε ακολούθως την από 23-2-2013 ανακοπή της πρώτης αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας, επικυρώνοντας την υπ' αριθμ.

…/2013 διαταγή απόδοσης μίσθιου ακινήτου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ.1 και 2, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ.) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ.), αφού ναι μεν η αίτηση αυτή, που συντάχθηκε και έχει υπογραφεί από τη διορισμένη στον Άρειο Πάγο πληρεξούσια δικηγόρο της πρώτης αναιρεσείουσας Βασιλική Στεφ.

Αταλόγλου, κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών από τη δικηγόρο Αικατερίνη Κολίτσα, που είναι διορισμένη μόνο στο Πρωτοδικείο και όχι και στο Εφετείο Αθηνών, όπως αυτό συνομολογείται, όμως το γεγονός αυτό δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, αφού δεν προβλέπεται στο νόμο για την περίπτωση αυτήν ακυρότητα (ΑΠ 423/2012) και αντίθετα χωρίς διάκριση ορίζεται στο άρθρ. 28 παρ.3 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) ότι ο διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο δικηγόρος μπορεί να συντάσσει, υπογράφει και καταθέτει δικόγραφα ένδικων μέσων που απευθύνονται ενώπιον ανώτερων δικαστηρίων.

Περαιτέρω, η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του ως άνω στοιχείου, που ορίζεται στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 118 αρ. 3 ΚΠολΔ., όπως αυτή ισχύει από 1-1-2016 μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4335/2015, ήτοι του αριθμού φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού, αφού από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και συγκεκριμένα του υπ' αριθμ.

…/2016 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ε.-Δ. Σ., με το οποίο διορίστηκε από την αναιρεσείουσα ως πληρεξούσια δικηγόρος της η υπογράφουσα αυτό (δικόγραφο), προκύπτει ότι το εν λόγω στοιχείο (ΑΦΜ) εξατομίκευσης της αναιρεσείουσας (όπως και η αρμόδια Δ.Ο.Υ.), υπήρχε καταχωρημένο σ' αυτό, ώστε να καλύπτεται η έλλειψη αυτή και επομένως να πληρούται ο σκοπός του νόμου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους αναιρεσίβλητους με τις προτάσεις τους.

Τέλος, ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων ότι δεν αναφέρεται στην υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η έδρα της αναιρεσείουσας εταιρίας, που είναι ο Δήμος …, αλλά αναφέρεται η διεύθυνση κατοικίας του εκπροσώπου της Σ. Κ. Π. (οδός … αρ. … - …), που βρίσκεται σε διαφορετικό Δήμο από αυτόν της νόμιμης έδρας της αναιρεσείουσας εταιρίας, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, ελλείψει έννομου συμφέροντος αυτών, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν συνδέουν την προβαλλόμενη πλημμέλεια με κάποια έννομη συνέπεια και δεν επικαλούνται την ύπαρξη βλάβη που προκαλείται σ' αυτούς από το ως άνω σφάλμα, ώστε αυτό να αξιολογηθεί.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.Α.Π.32/1996). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν αυτός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Περαιτέρω, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. α' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, που ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, θα πρέπει να καθορίζεται ποια είναι αυτή η αίτηση που συνιστά ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ένδικου μέσου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα ''πράγματα'' αυτά και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης και ότι η πλημμέλεια της οικείας πράξεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως προτάθηκε στο εφετείο. Αλλά και για την πληρότητα του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αρ. 11 του ίδιου Κώδικα λόγου αναίρεσης, που στηρίζεται στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε τα αποδεικτικά αυτά μέσα στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), να αναφέρεται ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης.

Τέλος, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων τα διαδικαστικά. Στη δίκη επί ανακοπής κατά της εκδιδόμενης, κατά το άρθρο 662 ΣΤ' ΚΠολΔ και στην ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. ΚΠολΔ., διαταγής απόδοσης της χρήσης μίσθιου ακινήτου του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου, λόγω μη καταβολής του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος από δυστροπία, η διαταγή αυτή αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο.

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος και από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίμαχης υπ' αριθμ. …/2013 διαταγής απόδοσης της χρήσης του μίσθιου ακινήτου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έχει προσβληθεί με την από 23-2-2013 ένδικη ανακοπή, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, η παράθεση, στον ίδιο, πρώτο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, του περιεχομένου των διατάξεων των αριθμών 8, 9, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και η παράθεση των ίδιων αναιρετικών πλημμελειών (άρθρο 559 αρ. 8, 9, 10 και 11 ΚΠολΔ) στο τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου αυτής, χωρίς και την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση των προβλεπόμενων, από τις διατάξεις αυτές, αναιρετικών λόγων.

Συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενες, με τους αμέσως παραπάνω λόγους, αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως αόριστες, διότι : α) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 8, δεν προσδιορίζονται τα ''πράγματα'' που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα προέκυπτε ότι, αν γίνονταν, θα επηρέαζαν ευνοϊκά γι' αυτήν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα δεν εκθέτει ποιος είναι ο ισχυρισμός, ώστε να εκτιμηθεί αν πρόκειται περί πράγματος, γεγονός που συναρτάται με την ουσιαστική ή μη βασιμότητα του λόγου, β) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 9, δεν καθορίζεται ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη καθώς και ότι αυτή υποβλήθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ως προς την πλημμέλεια από τον αριθμό 10, δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη και δ) ως προς το μέρος που προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ., για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν γίνεται καμιά άλλη περαιτέρω εξειδίκευσή τους, ούτε και νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 662 Α εδ.

α' ΚΠολΔ., όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 15 παρ. 2 ν. 4055/2012: "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 662 Β έως Η μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου, αν η μίσθωση αποδεικνύεται εγγράφως, στην περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος από δυστροπία, εφόσον έγγραφη όχληση έχει επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης".

Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 597 Α.Κ., που παρέχει το δικαίωμα στον εκμισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση, αν ο μισθωτής βρίσκεται σε υπερημερία και με εκείνη του άρθρου 66 ΕισΝΚΠολΔ, που επιτρέπει στον εκμισθωτή και αν δεν κατήγγειλε τη μίσθωση κατ' άρθρο 597 ΑΚ να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, αν ο μισθωτής καθυστερεί από δυστροπία το μίσθωμα, προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με την απλούστερη διαδικασία των άρθρων 662 Β - 662 Η ΚΠολΔ την έκδοση διαταγής προς απόδοση της χρήσης του μισθίου και αν προηγουμένως κατήγγειλε τη μίσθωση για υπερημερία του οφειλέτη, ενόψει του ότι η δυστροπία τεκμαίρεται από την υπαίτια καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος, εφόσον ο μισθωτής είναι υπερήμερος περί την καταβολή του μισθώματος (ΑΠ 1312/2000).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 342 και 345 παρ.1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε εκ μέρους του δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως, έχει δε ισχύ και παράγει τα αποτελέσματα της, μόνο εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος, ο δε οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής αφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1750/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σχετικά με την ένδικη από 23-2-2013 ανακοπή κατά διαταγής απόδοσης χρήσης μισθίου της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Με βάση το από 3-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό η Α.

Π., πρώτη των καθών η ανακοπή - εκκαλούσα, προέβη προς την ανακόπτουσα - εφεσίβλητη στην εκμίσθωση ενός οικοπέδου, επιφανείας 905,86 τ.μ., ενώ ο Ι. Π., δεύτερος ανακόπτων - εκκαλών, προέβη στην εκμίσθωση προς την ανακόπτουσα ενός όμορου οικοπέδου επιφανείας 905,70 τ.μ., τα οποία βρίσκονται στην περιοχή … του Δήμου Βάρης Αττικής, κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονταν στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για 12 έτη, από 1-10-2009 έως 1-10-2021. Το μίσθιο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από την ανακόπτουσα ως χώρος Πολιτιστικών Εκδηλώσεων και Υπηρεσιών Αθλημάτων Αεροβικής Γυμναστικής με χρήση πισίνας. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε 2.500,00 Ευρώ πλέον του αναλογούντος σ' αυτό τέλους χαρτοσήμου (3,6%).

Το μίσθωμα θα προκαταβαλλόταν μέσα στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα στον υπ' αρ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τράπεζας … με δικαιούχο τον 2° των καθών. Το μηνιαίο μίσθωμα θα προσαυξανόταν από 1-1-2011 και για κάθε μισθωτικό έτος, σύμφωνα με τον επίσημο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, προσαυξημένο κατά δύο μονάδες, χωρίς όμως να υπολειπόταν του ποσού του 5% του κατώτατου ποσοστού αναπροσαρμογής, υπολογιζομένης της εκάστοτε αύξησης επί του μηνιαίου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους.

Παράλληλα απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε ολική ή μερική υπομίσθωση ή παραχώρηση της χρήσης του μισθίου και γενικά η ολική ή μερική μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης. Εξαιρετικά επιτράπηκε κατά τροποποίηση να εισέλθουν στην εταιρεία νέος ή νέοι εταίροι τηρουμένων των νομίμων διατάξεων για τις εμπορικές μισθώσεις.

Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, επιτράπηκε η ελεύθερη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης από τη μισθώτρια με τον όρο ότι παράλληλα με την εκάστοτε μισθώτρια θα ευθυνόταν σε ολόκληρο και απεριόριστα η ανακόπτουσα για κάθε υποχρέωση από τη μίσθωση, καθιδρυομένης παθητικής ενοχής σε ολόκληρο. Στην περίπτωση υπομίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης, την υποχρέωση απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων και την απόδοση μισθίου στην κατάσταση που παραδόθηκε, υπείχαν έναντι των εκμισθωτών αλληλέγγυα και σε ολόκληρο τόσο η αρχική μισθώτρια, όσο και ο τελευταίος κάτοχος του μισθίου.

Σε κάθε περίπτωση, η μισθώτρια θα ευθυνόταν, όπως και οι νεοεισερχόμενοι εταίροι, κάθε μέρος αλληλέγγυα και σε ολόκληρο για το σύνολο του μισθώματος, όπως και για κάθε άλλη επιβάρυνση από τη σύμβαση μίσθωσης. Η μισθώτρια ήταν υποχρεωμένη μέσα σε προθεσμία 30 ημερών να γνωστοποιήσει στους εκμισθωτές τόσο τη σύναψη σύμβασης, όσο και τα στοιχεία εκείνων προς τους οποίους έγινε η παραχώρηση και γενικά η γενομένη μεταβολή υπέχουσα διαφορετικά τις συνέπειες του νόμου.

Τα δημοτικά τέλη, λογαριασμοί, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ και κάθε άλλο έξοδο από τη χρήση του ακινήτου θα βάρυναν τη μισθώτρια. Το ίδιο θα ίσχυε και προκειμένου περί διαρρυθμίσεων και εγκαταστάσεων εντός του μισθίου, απαραιτήτων για την ίδρυση και λειτουργία της επιχείρησης. Κατά τη λήξη της μίσθωσης, η μισθώτρια είχε την υποχρέωση να απομακρύνει με έξοδά της όλες τις εγκαταστάσεις που τοποθέτησε στο μίσθιο και να το παραδώσει ως οικόπεδο, όπως το παρέλαβε.

Για την ακριβή τήρηση των όρων της σύμβασης, η μισθώτρια κατέβαλε στους εκμισθωτές, κατά την προσήκουσα αναλογία στον καθένα, το ποσό δύο μηνιαίων μισθωμάτων, ήτοι το ποσό 5.000 Ευρώ. Το ποσό αυτό (εγγυοδοσία) θα αναπροσαρμοζόταν συγχρόνως με τη συμφωνηθείσα κάθε χρόνο αναπροσαρμογή του μισθώματος, έτσι ώστε να είναι πάντοτε ίσο με δύο μηνιαία μισθώματα.

Το ποσό αυτό θα παρέμενε άτοκα στους εκμισθωτές και θα το απέδιδαν στη μισθώτρια μετά τη λήξη της μίσθωσης και την απόδοση ελεύθερου του μισθίου, την εξόφληση όλων των δαπανών μέχρι την απόδοση και εφόσον αυτή δεν θα είχε καταπέσει λόγω οποιασδήποτε παράβασης των όρων της μίσθωσης ή οφειλής και δεν θα συμψηφιζόταν με το μίσθωμα του τελευταίου μήνα της μίσθωσης.

Περαιτέρω, προέκυψε ότι με την υπ' αρ. .../24-8-2005 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης εγκρίθηκε η ένταξη της επιχείρησης της ανακόπτουσας στον Δ' κύκλο της Δράσης 2.8.2 του ΕΠΑΝ "Ενίσχυση Γυναικείας Επιχειρηματικότητας". Κατόπιν τούτων, εκδόθηκε η από 20.9.2005 απόφαση του Προέδρου Δ.Σ. του ΕΟΜΜΕΧ για την υπαγωγή του επιχειρηματικού σχεδίου της επιχείρησης ...

στο πρόγραμμα 2.8.2 του Μέτρου 2.8 του ΕΠΑΝ 2001 - 2006, με δραστηριότητες σχετικές με τη φυσική ευεξία. Ο συνολικός εγκεκριμένος προϋπολογισμός ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 101.676,00 € και η επιχορήγηση στο ποσό των 55.000,00 €. Χρόνος ολοκλήρωσης του έργου ορίστηκε η 31.3.2007. Με την από 5-7-2007 απόφαση τροποποίησης της από 20-9-2005 εγκριτικής απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ.

του ΕΟΜΜΕΧ παρατάθηκε η ημερομηνία ολοκλήρωσης μέχρι 31-7-2007 για λόγους ανωτέρας βίας, κατόπιν της υπ' αρ. …/29-3-2007 αίτησης τροποποίησης, την οποία υπέβαλε η ανακόπτουσα. Με την από 28-1-2008 απόφαση τροποποίησης της από 20-9-2005 εγκριτικής απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ του ΕΟΜΜΕΧ τροποποιήθηκε η εγκριτική απόφαση ως προς την επωνυμία της επιχείρησης (πλέον "...

Ο.Ε.") και το αντικείμενο δραστηριότητας (πλέον "Υπηρεσίες Κολυμβητηρίου"). Την 28-1-2008 εκδόθηκε απόφαση τροποποίησης της από 20-9-2005 εγκριτικής απόφασης του Προέδρου του Δ.Σ. του ΕΟΜΜΕΧ ως προς το ύψος του επιχορηγούμενου προϋπολογισμού του της ημερομηνίας ολοκλήρωσης, η οποία παρατάθηκε και πάλι μέχρι 31-1- 2008.

Η παραπάνω απόφαση τροποποίησης εκδόθηκε κατόπιν του από 28-12-2007 αιτήματος τροποποίησης, το οποίο υπέβαλε η ανακόπτουσα, της από 4-1-2008 έκθεσης πιστοποίησης οικονομικού αντικειμένου του EOMME και της από 28-1-2008 απόφασης της Επιτροπής Πιστοποίησης των Έργων. Κατόπιν της από 24-1-2008 αίτησης της ανακόπτουσας εκδόθηκε η υπ' αρ.

πρωτ. 1984/4-2- 2008 απόφαση εκταμίευσης του Δ/ντή Επιχειρηματικότητας του ΕΟΜΜΕΧ, με την οποία εγκρίθηκε η καταβολή του ποσού 25.956,68 € ως πρώτη δόση της δημόσιας επιχορήγησης για το Επιχειρηματικό Σχέδιο της Επιχείρησης. Η ανακόπτουσα και αφού είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών από τη μετά από δύο παρατάσεις ορισθείσα ημερομηνία ολοκλήρωσης της επένδυσης, υπέβαλε την από 22-5-2008 αίτηση - υπόμνημα προς τον Γενικό Γραμματέα ΥΠΕΧΩΔΕ στην οποία ανέφερε ότι, ενώ οι διαδικασίες έκδοσης της οικοδομικής άδειας σε οικόπεδο το οποίο αυτή είχε μισθώσει την 27-7-2007 από τους Μ.

και Σ. Ν., εκτάσεως 5 στρεμμάτων στη θέση … του Δήμου Βάρης Αττικής, για την υλοποίηση της επένδυσής της έβαιναν προς την ολοκλήρωσή τους, εκδόθηκε η υπ' αρ. .../9-4-2008 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία αποφασίστηκε η αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών στην ευρύτερη περιοχή όπου βρισκόταν το μισθωμένο άνω ακίνητο για 8 μήνες μέχρι 22-12-2008.

Για τους λόγους αυτούς ζητήθηκε η έκδοση ερμηνευτικής εγκυκλίου της άνω υπουργικής απόφασης σχετικής με εξαίρεση εφαρμογής για κτήρια που θα στέγαζαν εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και δραστηριότητες, για τις οποίες είχε ήδη εγκριθεί επιδότηση κρατικού φορέα. Ακολούθως, με την υπ' αρ. .../22-12-2008 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ αποφασίστηκε η αναστολή έκδοσης οικοδομικών αδειών στην ευρύτερη περιοχή όπου βρισκόταν το άνω μίσθιο για 7 μήνες ακόμη μέχρι 31-7- 2009.

Η ανακόπτουσα απέστειλε την από 22-6-2009 επιστολή προς τον ΕΟΜΜΕΧ με θέμα την ολοκλήρωση του έργου της. Με την επιστολή αυτή αποδέχθηκε ότι δεν είχε ολοκληρωθεί το φυσικό αντικείμενο του έργου, γεγονός που συνιστούσε διακωλυτικό της παραλαβής του από τον ΕΟΜΜΕΧ. Η Επιτροπή Εποπτείας την 24-6-2009 γνωμοδότησε υπέρ της χορήγησης προθεσμίας ολοκλήρωσης του φυσικού αντικειμένου του έργου μέχρι 31-12-2009 με δύο προϋποθέσεις α) ότι η επιχείρηση δεν θα λάμβανε πλέον επιχορήγηση και β) ότι το έργο της επιχείρησης θα ήταν ολοκληρωμένο και εφοδιασμένο με τις απαραίτητες άδειες μέχρι 31-12-2009 και θα πιστοποιούνταν από τον ΕΟΜΜΕΧ.

Σε περίπτωση που δεν τηρείτο κάποια από τις παραπάνω προϋποθέσεις θα γινόταν αυτοδίκαιη ανάκληση του έργου και επιστροφή της ληφθείσας επιχορήγησης εντόκως. Η αποδοχή του πρακτικού έγινε με την .../14-9-2009 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Η ανωτέρω από 27-7-2007 μίσθωση για το αγροτεμάχιο στη θέση … Βάρης λύθηκε δια του από 15-12- 2008

ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο αναφέρεται ως αιτία λύσης η αναστολή εκδόσεως οικοδομικών αδειών στην περιοχή .... Ακολούθησε η ένδικη από 3-7- 2009 μίσθωση και η αλλαγή της έδρας της μίσθωσης από το ... στη ..., όπου και το ένδικο μίσθιο. Η Επιτροπή Εποπτείας του Προγράμματος κατά τη συνεδρίασή της την 17-11-2010 γνωμοδότησε ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι που προβλέπονταν στο πρακτικό .../24-6-2009 και στον οδηγό υλοποίησης του προγράμματος, καθώς η επιχείρηση πραγματοποίησε αλλαγή έδρας και τόπου εγκατάστασης μετά την 30-6-2009, ήτοι μεταγενέστερα της ημερομηνίας ολοκλήρωσης του προγράμματος και επομένως ίσχυε η αυτοδίκαιη απένταξη της Επιχείρησης, σύμφωνα με την υπ' αρ. .../14-9-2009 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και η επιστροφή της ληφθείσας επιχορήγησης.

Κατόπιν τούτων, με την υπ' αρ. .../10-8-2011 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης αποφασίστηκε η απένταξη της εταιρίας της ανακόπτουσας από τη δράση 2.8.2. του Δ' κύκλου προκήρυξης του ΕΠΑΝ και η επιστροφή της καταβληθείσας επιχορήγησης 26.956,68 €, προσαυξημένης κατά το ποσό των νομίμων τόκων από την καταβολή της.

Η Υπηρεσία με το υπ' αρ. ...16-9-201 1 έγγραφο της προς τη Δ.Ο.Υ Γλυφάδας ζήτησε τη βεβαίωση του ποσού 36.074,32 €. Η ανακόπτουσα με αίτηση θεραπείας - ένσταση ζήτησε την ανάκληση της άνω απόφασης επικαλούμενη ως λόγο για τη μη ολοκλήρωση του έργου ανώτερη βία, που αφορούσε αποκλειστικά τη Διοίκηση. Η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι το γεγονός της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών συνιστά προφανή λόγο ανωτέρας βίας και ότι προσέδωσε στο μίσθιο ακίνητο νομικό ελάττωμα, αφού καθιστούσε πλέον αδύνατη την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης της ανακόπτουσας με επακόλουθο το ανέφικτο επίτευξης εσόδων, ως αναγκαίο όρο πληρωμής των μισθωμάτων, για το διάστημα που αφορούσε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, αφού η ανακόπτουσα περιήλθε σε κατάσταση ανυπαίτιας αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής.

Η άνω απαγόρευση όμως οικοδομικών αδειών εκ μέρους του ΥΠΕΧΩΔΕ δεν αφορούσε τα ένδικα ακίνητα των καθών - εκκαλούντων. Σημειώνεται, ότι στην υπ' αρ. …/201 1 οικοδομική άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου βεβαιώνεται ότι το μίσθιο του 2ου εκκαλούντος είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Και την 11-3-2011 εκδόθηκε η υπ' αρ.

…/2011 οικοδομική άδεια για την ανακόπτουσα, που αφορά κατασκευή Κολυμβητικής Δεξαμενής Προπόνησης και Αποδυτηρίων, με ημερομηνία βεβαίωσης 11-4-2011. Επίσης η υπ' αριθμ. …/2010 άδεια οικοδομής της ίδιας Διεύθυνσης αναφέρει ότι εκδόθηκε η άδεια για την εταιρεία "... Ο.Ε." για την κατασκευή Κολυμβητικής Δεξαμενής Προπόνησης και Αποδυτηρίων, αφορώσα το οικόπεδο της πρώτης των καθών - εκκαλούσας.

Συνεπώς, η ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης είναι εσφαλμένη, αφού τα εκμισθωθέντα ακίνητα δεν είχαν κανένα νομικό ή πραγματικό ελάττωμα, ούτε η αλλαγή της έδρας της επιχείρησης της ανακόπτουσας που επέφερε την απένταξή της από το πρόγραμμα επιδότησης συνδέεται με ευθύνη των εκμισθωτών - εκκαλούντων και με ελάττωμα του ενδίκου μισθίου, που απαλλάσσει την ανακόπτουσα - εφεσίβλητη των νομίμων υποχρεώσεών της.

Η αποδιδόμενη στους εκκαλούντες - εκμισθωτές ευθύνη δεν αφορά ελάττωμα του μισθίου. Η αξίωσή τους για καταβολή των μισθωμάτων είναι νόμιμη, διότι στην ένδικη μισθωτική σύμβαση δεν τέθηκε όρος ή προϋπόθεση η λήψη τέτοιας επιχορήγησης για την καταβολή μισθωμάτων. Ούτε οι εκμισθωτές - εκκαλούντες είχαν νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση να ανεχθούν τη μη πληρωμή μισθωμάτων για όσο χρόνο η μισθώτρια θα αναζητούσε επιδότηση ή χρηματοδότηση για να εκτελέσει τα έργα που αυτή εκτιμούσε ότι χρειάζονταν στο επίδικο μίσθιο για την επιχειρηματική της δραστηριότητα.

Η μη επιδότηση της μισθώτριας ήταν γεγονός που εμπίπτει στον επιχειρηματικό κίνδυνο που ανέλαβε με τις ενέργειές της σε καμιά των οποίων δεν συμμετείχαν οι εκμισθωτές, ούτε είχαν σχετική υποχρέωση, αλλά ούτε και αποδίδεται σε έλλειψη συμφωνηθεισών ιδιοτήτων του ενδίκου μισθίου. Όσον δε αφορά στην υπ' αρ.

…/2014 ένορκη βεβαίωση του Π. Σ., που μεταξύ άλλων έλαβε υπόψη η εκκαλουμένη, "Η πρότασή μας δεν ευόδωσε, διότι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου ήθελαν τα μισθώματα να καταβάλλονται ανελλιπώς, κάτι που στην παρούσα φάση θα ήταν ανέφικτο ...", καταδεικνύει την πραγματική ή επικαλούμενη οικονομική αδυναμία της μισθώτριας.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση συμψηφισμού της ένδικης αξίωσης με αξιώσεις της ανακόπτουσας ποσού 599.992,44 ευρώ, αφενός ως αόριστη αφού δεν εξειδικεύεται τούτο, αφετέρου ως αβάσιμη αφού δεν υφίστανται εκκαθαρισμένες αξιώσεις της. Απορριπτέα κρίνεται και η ένσταση επίσχεσης ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, αφού δεν αναφέρεται ειδικότερη ληξιπρόθεσμη προς την οφειλή αξίωση της ανακόπτουσας, η οποία συνεχίζει να κατέχει το μίσθιο.

Τέλος, απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση καταχρηστικής άσκησης (ΑΚ 281), διότι οι καθών άσκησαν νόμιμο δικαίωμά τους, στα πλαίσια των συναλλακτικών ηθών και της καλής πίστης''. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης ανακοπής. Κατόπιν τούτου δέχτηκε την ασκηθείσα από τους καθ'ων η ανακοπή έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την ανακοπή, επικυρώνοντας την πιο πάνω υπ' αριθμ.

…/2013 διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 597, 340, 342, 325 και 576-579 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον συνέτρεχε ουσιαστική προϋπόθεση για την έκδοση της επίμαχης διαταγής απόδοσης και συγκεκριμένα εκείνη της έγγραφης όχλησης, αφού το Εφετείο έκανε δεκτό ότι με την επιδοθείσα στην αναιρεσείουσα, με την υπ' αριθμ.

…/6-9-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Κ., δήλωση των αναιρεσίβλητων, αυτή (μισθώτρια) προσκλήθηκε να εκπληρώσει την οφειλόμενη παροχή (μισθώματα Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου 2012), αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των ως άνω μισθωμάτων, ότι τα εκμισθωθέντα ακίνητα δεν είχαν κανένα νομικό ή πραγματικό ελάττωμα, ότι αυτή δεν παρεμποδίστηκε από τους αναιρεσίβλητους εκμισθωτές στη χρήση αυτών, ότι η επικαλούμενη απ' αυτήν μη χρήση τους οφείλεται σε υπαιτιότητα των τελευταίων και ότι η αλλαγή της έδρας της επιχείρησής της, που επέφερε την απένταξή της από το πρόγραμμα επιδότησης, συνδέεται με ευθύνη των εκμισθωτών και με ελάττωμα των μισθίων, που την απαλλάσσει από τις νόμιμες υποχρεώσεις της, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα σχετικά μέρη του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η παράθεση στο πρώτο μέρος (υπό στοιχ. ΙΙ.Β.1.) του δεύτερου λόγου αναίρεσης του περιεχομένου του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., χωρίς και την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή αναιρετικού λόγου.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα υπό στοιχ. ΙΙ.Β.2, 3 και 4 μέρη του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των αναφερόμενων στο αναιρετήριο κανόνων, στους οποίους στηρίζονται οι προβληθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις :

α) συμψηφισμού της ένδικης αξίωσης, β) επίσχεσης ως προς την καταβολή των μισθωμάτων και γ) καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρα 440 επ., 325 και 281 ΑΚ), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η επικαλούμενη απ' αυτήν παραβίαση, δηλαδή με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή, σε κάθε δε περίπτωση, διότι οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων, αλλά στην, εκ μέρους του δικάσαντος Εφετείου, εσφαλμένη, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας εκτίμηση των δικογράφων των προτάσεων αυτής, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, καθώς και στην ανέλεγκτη, επί της ουσίας, κρίση του Εφετείου, ως προς τα ίδια, ως άνω, ζητήματα.

Περαιτέρω, με το υπό στοιχείο

ΙΙ.Β.5 μέρος του ίδιου, δεύτερου, λόγου αναίρεσης, κατ' εκτίμησή του, η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι ''αυτό δεν έκρινε ότι δεν αποτελεί πραγματικό ελάττωμα η αλλαγή της έδρας της στα ένδικα μίσθια ακίνητα, ενώ τα επικαλούμενα απ' αυτήν περιστατικά συνιστούν πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που προέκυψε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης με συνέπεια την αδυναμία χρήσης του απ' αυτήν ως μισθώτρια''.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), σε εκτίμηση αποδείξεων, αναφερόμενη κρίση του Εφετείου ότι "τα εκμισθωθέντα ακίνητα δεν είχαν κανένα νομικό ή πραγματικό ελάττωμα, ούτε η αλλαγή της έδρας της επιχείρησης της ανακόπτουσας, που επέφερε την απένταξή της από το πρόγραμμα επιδότησης συνδέεται με ευθύνη των εκμισθωτών-εκκαλούντων και με ελάττωμα του ένδικου μισθίου που απαλλάσσει την ανακόπτουσα-εφεσίβλητη των νόμιμων υποχρεώσεών της".

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στο δεύτερο λόγο αναίρεσης, που αναφέρονται υπό την επίκληση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με τους ως άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας καθώς και σε απλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς στήριξη των απόψεών της, ότι αυτή δεν κατέστη υπερήμερη και ότι δεν οφείλονται μισθώματα, λόγω μη χρήσης του μισθίου από υπαιτιότητα των αναιρεσίβλητων εκμισθωτών, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2016 αίτηση των : εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", Σ. Κ. Π. και Α. Κ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 146/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών-

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. –

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ