Supreme Court dismisses appeal against bank guarantee contract enforcement due to valid waiver of statutory defenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a bank guarantee dispute. The appellant argued that the bank improperly relied on specific articles of the Civil Code and failed to consider his proposed defenses regarding lack of authority and waiver of rights. The court rejected these claims, ruling that the appellant had explicitly waived certain statutory protections through contract terms and that the bank's actions were consistent with established legal principles. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 847 et seq. of the Civil Code; Article 361 of the Civil Code: A guarantor who accepts liability under contract terms waives statutory defenses, and the creditor's reliance on such terms does not violate principles of good faith.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1226 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1226/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ταούλα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1169/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 14-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς".
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 847, 850 και 851 Α.Κ., η εγγύηση αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση κατά την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή, ήτοι ο εγγυητής ευθύνεται για την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Με την εγγύηση, που φέρει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια οφειλή, δεν παράγεται απλώς ευθύνη άνευ οφειλής σε βάρος του εγγυητή.
Ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης έναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή άλλου (του πρωτοφειλέτη), ήτοι για την εκπλήρωσή της. Όταν όμως καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχήν του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και την δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπληρώσεως της παροχής του πρωτοφειλέτη.
Περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από το άρθρο 853 Α.Κ., ο εγγυητής, εναγόμενος από τον δανειστή, μπορεί να προτείνει κατ’ αυτού τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί από αυτές μετά από την συνομολόγηση της εγγυήσεως (Α.Π. 146/1994). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2§6 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών" όπως ο νόμος αυτός ισχύει, οι γενικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ) δηλαδή οι όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή (Ολομ.ΑΠ 15/2007).
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Κατά δε την παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, καταχρηστικοί ενδεικτικά είναι οι αναφερόμενοι εκεί 32 ΓΟΣ.
Οι αναφερόμενες ενδεικτικές περιπτώσεις των γενικών όρων θεωρούνται άνευ ετέρου, από τον νόμο, ως καταχρηστικοί, χωρίς να χρειάζεται ως προς αυτούς και η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας της παρ. 6 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 (ΑΠ 1996/2010). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες αποτελούν εξειδίκευση του γενικού κανόνα του άρθρου 281 του Α.Κ.
με τα αναφερόμενα σε αυτές κριτήρια, για την κρίση της ακυρότητας ή μη ως καταχρηστικών των όρων αυτών λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο το συμφέρον του καταναλωτή με συνεκτίμηση όμως της φύσεως των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σχετική σύμβαση, καθώς και του σκοπού της, πάντοτε δε στα πλαίσια επίτευξης σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών (Α.Π.904/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α’ Ν.2251/1994: "Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται: α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του". Κατά τα άρθρα 178 και 179 Α.Κ "Δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη.
Άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή" και κατά το άρθρο 281 Α.Κ.: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, δεν αρκεί κατ’ αρχήν μόνη η επί μακρόν χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαιτέρων περιστάσεων, αναγομένων στην συμπεριφορά τόσον του δικαιούχου όσο και του υποχρέου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.
Α.Π. 8/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΠΑΝΤΟΠΩΛΩΝ …. - ΕΝ. ΠΑ…..." και 16 μέλη του, με την κρινομένη αγωγή τους, ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι είναι άκυρες η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και οι ακολουθήσασες 10 πρόσθετες πράξεις της συμβάσεως, τις οποίες συνήψε ο μη ων διάδικος Δ.
Π. με την ιδιότητα του προέδρου του συνεταιρισμού και για λογαριασμό του τελευταίου και ότι κανένα ποσό οφείλουν στην εναγομένη Τράπεζα. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε, ότι οι συμβάσεις είναι άκυρες και δεν δεσμεύουν τους ενάγοντες, επειδή ο συμβληθείς ως άνω πρώην πρόεδρος του πρώτου ενάγοντος συνεταιρισμού χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα και δεν είχε την σχετική πληρεξουσιότητα του συνεταιρισμού για την σύναψη των συμβάσεων.
Ειδικώς όμως όσον αφορά τον δεύτερο ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα Ι. Σ., το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο δεύτερος ενάγων εγγυήθηκε την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου των ανωτέρω επιδίκων πιστώσεων, προσυπογράφοντας τις ανωτέρω συμβάσεις, πρόσθετες πράξεις και αιτήσεις και αποδεχόμενος να ενέχεται σε ολόκληρον με τον πρώτο ενάγοντα και παραιτούμενος από το δικαίωμα προβολής των ενστάσεων των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 Α.Κ.
Όμως, οι συνοδεύουσες τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις και πρόσθετες πράξεις συμβάσεις εγγύησης είναι κατ’ αρχήν άκυρες, σύμφωνα με τα άρθρα 850 και 864 Α.Κ., λόγω της ακυρότητας απόσβεσης της κυρίας οφειλής, ήτοι των δανειακών συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων για τους προαναφερόμενους λόγους. Παρά την ακυρότητα όμως αυτή δεν καθίστανται άκυρες και οι επίδικες συμβάσεις εγγύησης του δεύτερου ενάγοντος, αφού ο δεύτερος ενάγων παραιτήθηκε ρητά από την προστασία που του παρέχουν οι ως άνω διατάξεις και έτσι ανέλαβε τον κίνδυνο της απροσδόκητης εξέλιξης της συναλλακτικής σχέσης, αντίθετα από τις προβλέψεις και τις προσδοκίες του.
Ειδικότερα, με τους περιεχόμενους στα άρθρα 13 περ. η και 14 εδ. γ’ και δ’ γενικούς όρους συναλλαγών, της αρχικής με αριθμό .../7.4.2000 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, οι οποίοι επαναλαμβάνονται και στις υπόλοιπες συμβάσεις και πρόσθετες πράξεις, συμφωνήθηκε ότι "Ο πιστούχος και ο εγγυητής ρητά αποδέχονται ότι τo σύνολο των δικαιωμάτων της τράπεζας από τη σύμβαση τελεί σε πλήρη αναλογία με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ενώ η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών της τράπεζας δεν μπορεί, σε καμμία περίπτωση, να θεωρηθεί καταχρηστική" και ότι "Ο εγγυητής αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις αυτές ως πρωτοφειλέτης, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με τον πιστούχο και παραιτείται ρητά από το ευεργέτημα της διζήσεως καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 855, 858, 862, 863, 864, 866, 867, 868 και 869 Α.Κ.
Ακόμη και στην περίπτωση που το φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα που υπογράφουν τη σύμβαση στο όνομα του πιστούχου δεν έχουν, ολικά ή μερικά, τη σχετική εξουσία εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης του πιστούχου, η παρούσα εγγύηση ισχύει με τους ίδιους όρους για τις υποχρεώσεις των φυσικών προσώπων, που σύμφωνα με το άρθρο 231 Α.Κ., σε περίπτωση έλλειψης της εξουσίας για εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση, ευθύνονται προσωπικά απέναντι στην τράπεζα".
Συνεπώς ο δεύτερος ενάγων εγγυητής των επίδικων συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων, ευθύνεται από αυτές έναντι της εναγομένης τράπεζας, αφού ρητά παραιτήθηκε από την προστασία του νόμου στην περίπτωση ακυρότητας των κυρίων συμβάσεων και των πρόσθετων πράξεων, λόγω έλλειψης της σχετικής εξουσίας εκπροσώπησης ή αντιπροσώπευσης του πιστούχου από το πρόσωπο που υπέγραψε αυτές στο όνομα του πιστούχου.
Περαιτέρω, ο δεύτερος ενάγων εγγυητής δεν είναι καταναλωτής, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, διότι, όπως αποδείχθηκε, α) προέβη στην παροχή της εγγύησης στα πλαίσια του επαγγέλματος και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας προς όφελός του, β) η επαγγελματική του πορεία και κατάσταση δεν τον εντάσσει στους ασθενείς συμβαλλομένους που χρήζουν προστασίας, καθώς αυτός ήταν μεριδούχος του συνεταιρισμού, ήταν μέλος του διοικητικού του συμβουλίου και με αυτές του τις ιδιότητες του ζητήθηκε να υπογράφει και υπέγραφε στις συναλλαγές με την εναγομένη τράπεζα, γ) με τη συμμετοχή του στο συνεταιρισμό απέβλεπε στην εξυπηρέτηση και προώθηση των προϊόντων του, αφού προμηθευόταν από αυτόν εμπορεύματα για την ατομική επιχείρηση παντοπωλείου που διατηρούσε στην Κατερίνη, τα οποία εμπορευόταν μέσω του καταστήματός του αποκομίζοντας το σχετικό κέρδος, δ) ήταν ηλικίας 45 περίπου ετών και διατηρούσε πολλά χρόνια ιδιόκτητο παντοπωλείο σε κεντρικό σημείο της Κατερίνης και ήταν έμπορος με πείρα στις εμπορικές συναλλαγές.
Συνεπώς, η ως άνω παραίτησή του ήταν έγκυρη και δεν ήταν καταχρηστική ούτε με την ειδικότερη έννοια του Ν. 2251/1994, αφού δεν θεωρείται καταναλωτής, ούτε και με την γενικότερη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Ακόμη, οι επίδικες συμβάσεις εγγύησης δεν αντίκεινται στα άρθρα 178 και 179 Α.Κ., αφού, κατά τα ανωτέρω, ο δεύτερος ενάγων είχε την εμπειρία να αντιληφθεί τις δυσμενείς συνέπειες που τυχόν θα προέκυπταν στο μέλλον από την υπογραφή τους και δεν εξαναγκάσθηκε ούτε παρασύρθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στην υπογραφή τους...".
Ακολούθως δε, το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης καθ’ ό μέρος εστρέφετο κατά του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε ως προς αυτόν την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και ως προς τον ίδιο, κράτησε, δίκασε την αγωγή όσον αφορά τον αναιρεσείοντα και την απέρριψε κατ’ ουσίαν.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις του Αστικού Κώδικος και του Ν.2251/1994. Ειδικότερα, ορθώς δέχθηκε, 1) ότι ο αναιρεσείων δεν προστατεύεται από τον νόμο "Περί προστασίας των καταναλωτών", αφού είχε την ιδιότητα του εμπόρου, ήταν μέτοχος του φερόμενου ως δανειολήπτη συνεταιρισμού, μετείχε ως μέλος στο διοικητικό συμβούλιο αυτού και ενήργησε (εγγυήθηκε) στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, 2) ότι ο αναιρεσείων ενέχεται από τις συναφθείσες ένδεκα συμβάσεις εγγυήσεως, αφού, δυνάμει σχετικού όρου των συμβάσεων, ο ίδιος αγνόησε εμμέσως τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις περί εγγυήσεως του Αστικού Κώδικος (άρθρα 847 επ.
Α.Κ.) και, κατ’ άρθρον 361 Α.Κ., ανέλαβε την ευθύνη των εγγυήσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 231 Α.Κ., το οποίο ρυθμίζει τις συνέπειες της ελλείψεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως και 3) ότι, ενόψει όλων αυτών, η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία στράφηκε κατά του εγγυητή, δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις τιθέμενες από τα άρθρα 178, 179 και 281 Α.Κ.
αρχές. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο αυτό, ισχυριζόμενος ότι η αναιρεσίβλητη, ως εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρότεινε την ένσταση, ότι ο αναιρεσείων, με όρο περιληφθέντα στις συμβάσεις εγγυήσεως, παραιτήθηκε της προστασίας των άρθρων 853, 854, 855, 858 και 862 έως 869 Α.Κ.
Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη, με την έφεσή της επανέφερε στο Εφετείο τον εν λόγω ισχυρισμό και στις ως άνω διατάξεις προσέθεσε για πρώτη φορά και το άρθρο 850 Α.Κ., το οποίο το Εφετείο το έλαβε υπόψη, κατά τον αναιρεσείοντα, κατά παράβαση του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν προεβλήθη παραδεκτώς. Ομοίως, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο και πάλι την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., επειδή, κατά τον ισχυρισμό του, στην ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης, εκείνος πρότεινε κατ’ αντένσταση, ότι όσον αφορά το δικαίωμα εκ του άρθρου 864 Α.Κ., ο ίδιος παραιτήθηκε μόνον στην αρχική σύμβαση και όχι και στις υπόλοιπες συμβάσεις, τον ισχυρισμό του δε αυτόν δεν τον έλαβε υπόψη το Εφετείο.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, πρωτίστως επειδή προτείνονται αλυσιτελώς, αφού το Εφετείο, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, δέχθηκε, ότι με όρο, ο οποίος περιελήφθη στις συμβάσεις εγγυήσεως, ο αναιρεσείων ανέλαβε την ευθύνη από τις συμβάσεις, ότι ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο συμβληθείς στις συμβάσεις (σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό κ.λ.π.) για λογαριασμό του συνεταιρισμού πρόεδρός του δεν είχε την εξουσία αντιπροσωπεύσεως του συνεταιρισμού, οι εγγυήσεις του αναιρεσείοντος θα ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 231 Α.Κ.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση του Ι. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1169/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ