Legislator Case Law & Legislation
1226/2012 AI generated

1226/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1226/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1052/30-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5442/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 834/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση και των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-2-2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1226/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 6 § 1 του ν. 813/1978, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2041/1992, δεν επιτρέπονταν η με οποιοδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε άλλον, ιδίως με υπεκμίσθωση ή σύσταση εταιρίας καθώς και η μεταβίβαση εν όλω της μισθωτικής σχέσεως, εκτός αν περί αυτού υπήρχε αντίθετη συμφωνία των μερών.

Keywords

AI generated
surplus-sharing minimum maintenance calculation unpaid salary reduction of statutory salary increase adjustment of remuneration waiver of wage claims monthly pay
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1226 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1226/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Β. Π., κατοίκου ... και 2. Της εταιρείας με την επωνυμία "Β. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Δήμητρας Σουμάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Κ. Σ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου ... και 2. Σ.ς συζ. Σπυρίδωνα Πλόκα, το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Κυρπόγλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.ΠΟλ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1052/30-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5442/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 834/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση και των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-2-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 28-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 495 παρ. 1, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, 2) αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και συνεπώς αν η πρωτοβάθμια απόφαση προσβλήθηκε με έφεση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού η πρώτη απόφαση αν η έφεση γίνει δεκτή εξαφανίζεται, ενώ αν απορριφθεί η έφεση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή και 3) ο Άρειος Πάγος εξετάζει πρώτα το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση και εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), αυτή στρέφεται:1) κατά της υπ' αριθμ. 834/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 31.12.2008 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5442/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 2) κατά της προμνημονευόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 31.1.2008 αγωγή της Α. συζύγου Κ. Σ. και λοιπών ομοδίκων της, περί καταβολής της διαφοράς των καταβληθέντων μισΘ.των από τα οφειλόμενα σύμφωνα με το σχετικό όρο για σταδιακή αναπροσαρμογή τους. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που επικυρώθηκε από την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη γιατί στρέφεται κατ' αποφάσεως που επικυρώθηκε από την απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και ενσωματώθηκε σ' αυτήν. Αντίθετα κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 834/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς ασκήθηκε νομότυπα, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 6 § 1 του ν. 813/1978, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 2041/1992, δεν επιτρέπονταν η με οποιοδήποτε τρόπο, εν όλω ή εν μέρει, παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε άλλον, ιδίως με υπεκμίσθωση ή σύσταση εταιρίας καθώς και η μεταβίβαση εν όλω της μισθωτικής σχέσεως, εκτός αν περί αυτού υπήρχε αντίθετη συμφωνία των μερών.

Με το ν. 2041/1992 όμως, που άρχισε να ισχύει από 1.5.1992, τροποποιήθηκε η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 6 ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 11 του π.δ. 34/1995) και ορίστηκε ότι η ολική ή μερική παραχώρηση του μισθίου σε τρίτο δεν επιτρέπεται, εκτός από αντίθετη συμφωνία των μερών. Επιτρέπεται πάντως, μετά την παρέλευση τριετίας από τη σύναψη της μισθώσεως, η παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε εταιρία προσωπική ή περιορισμένης ευθύνης, που θα συσταθεί μεταξύ μισθωτή και τρίτου, στην οποία ο μισθωτής θα συμμετέχει κατά ποσοστό τουλάχιστον 35%, χωρίς τη συναίνεση του εκμισθωτή, επιβαλλομένης γνωστοποιήσεως εντός προθεσμίας 30 ημερών στον εκμισθωτή της παραχωρήσεως αυτής, εγγράφως εκ μέρους του μισθωτή, και αυξανομένου, στην περίπτωση αυτή της παραχωρήσεως, του μισθώματος κατά ποσοστό 20%.

Μεταβολή στα πρόσωπα των εταίρων της εταιρίας που συστήθηκε και στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μίσθιου, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Ως εταιρία, στην οποία παραχωρείται η χρήση του μισθίου κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, νοείται προσωπική ή ΕΠΕ που αποκτά νομική προσωπικότητα και όχι αφανής εταιρία (ΑΠ 1420/1999 ΕλλΔνη 41:737).

Η παραχώρηση όμως της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο είτε με υπεκμίσθωση είτε με σύσταση εταιρίας, κατά τα προαναφερόμενα, είναι σχέση παρεπόμενη, αναφορικά με την κυρία μίσθωση, και δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων (εκμισθωτή και μισθωτή και, σε περίπτωση θανάτου αυτών, των κληρονόμων τους, που υπεισέρχονται στη μισθωτική σχέση).

Έτσι η κυρία μισθωτική σχέση δεν επηρεάζεται ούτε αλλοιώνεται, ακόμη και αν ο εκμισθωτής συναίνεσε, ή ενέκρινε την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, είτε με υπεκμίσθωση είτε με τη σύσταση εταιρίας. Έναντι όμως του εκμισθωτή ευθύνονται εις ολόκληρον και ο μισθωτής και η εταιρία στην οποία παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου (άρθρ. 481 ΑΚ).

Επομένως και μετά την παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου, ο εκμισθωτής εξακολουθεί να είναι εκμισθωτής και ο αρχικός μισθωτής και αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την αρχική μισθωτική σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί μεταξύ αυτών, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων (ΑΠ 643/2002 ΕλλΔνη 2002:1673).

Εξάλλου παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε άλλον υπάρχει, και όταν ακόμη η παραχώρηση έγινε στο νομικό πρόσωπο προσωπικής εταιρείας, μέλη της οποίας είναι μόνο οι συμμισθωτές ή συνυπομισθωτές του μισθίου, διότι και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παραχώρησε σε πρόσωπο που δεν ταυτίζεται με τα πρόσωπα των δικαιούχων (Ολ.ΑΠ 23/1992 ΕλΔ/νη 1992:1440).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Εξάλλου ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Αρχικά, με το από 30-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο Β. Π. (μη διάδικος), ο Σ. Π. (3ος των εναγόντων, που δεν είναι όμως πλέον διάδικος) και η Α.

σύζ. Κ. Σ. (1η ενάγουσα και ήδη 1η των εφεσίβλητων) εκμίσθωσαν στον Θ. Π. (1° των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων) τα 3/4 εξ αδιαιρέτου ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 115,70 μ2, με υπόγειο, εμβαδού 32 μ2, που κείται επί της οδού ... στη ..., προκειμένου τούτο να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματική στέγη για τη λειτουργία αρτοποιείου.

Συγκύριοι του ακινήτου αυτού ήσαν η 1η ενάγουσα, ο 3ος ενάγων και ο 1ος των εναγομένων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενώ το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στον 1° των εναγομένων και κατ' επικαρπία στον πατέρα του, Β. Π.. Η μίσθωση, όπως ορίστηκε, θα άρχιζε από 1-11-2000 με διάρκεια πέντε (5) ετών και το μηνιαίο μίσθωμα για το εκμισθούμενο ιδανικό μερίδιο (των 3/4 εξ αδιαιρέτου) θα ανερχόταν στο ποσό των 880,41 € (300.000 δρχ) για τα τέσσερα πρώτα έτη και στο ποσό των 968,45 € (330.000 δρχ) για το πέμπτο έτος.

Με άλλο όρο της άνω συμβάσεως μισθώσεως (που καταγράφηκε υπό στοιχείο II) ορίστηκε ότι, σε περίπτωση που ο μισθωτής (1ος εναγόμενος) κάμει χρήση των διατάξεων του π.δ. 34/1995 περί παρατάσεως της διάρκειας της μισθώσεως μέχρι συμπληρώσεως δώδεκα ετών από την έναρξή της, το ανωτέρω μίσθωμα (968,45 €) θα προσαυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό 15% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου ποσού.

Πράγματι ο μισθωτής έκανε χρήση αυτών των διατάξεων και η επίδικη μίσθωση, μετά την παρέλευση της συμβατικά καθορισθείσης ημερομηνίας, παρατάθηκε αναγκαστικά στα πλαίσια του π.δ. 34/1995 και το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε: α) στο ποσό των 1113,70 € για το χρονικό διάστημα από 1-11-2005 έως 31-10-2006, β) στο ποσό των 1280,75 € για το χρονικό διάστημα από 1-11-2006 έως 31-10-2007 και γ) στο ποσό των 1472,86 € για το χρονικό διάστημα από 1/11/2007 έως. 31-10-2008.

Εν τω μεταξύ κατά τη διάρκεια της μισθώσεως ο εκ των συνεκμισθωτών Σ. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14-2-2007 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Φωτεινής Μεσαδάκου-Μπεκάκου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στο κτηματολογικό γραφείο Νικαίας στις 6-3-2007 με αριθμό ..., μεταβίβασε λόγω δωρεάς προς τη σύζυγό του 2η ενάγουσα και ήδη 2η των εφεσίβλητων, Σ.

το γένος Χ. Μ., το δικαίωμα επικαρπίας του ανήκοντος σ' αυτόν 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου μισθίου. Την εν λόγω μεταβίβαση γνωστοποίησαν στον πρώτο των εναγομένων μισθωτή και από την ημερομηνία αυτή (6-3-2007) η 2η ενάγουσα υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση κατά το ποσοστό αυτό στη θέση του αρχικού συνεκμισθωτή Σ.

Π..

Εξ άλλου αποδεικνύεται ότι πολύ μετά την παρέλευση τριετίας από τη σύναψη της μισθώσεως ο ως άνω μισθωτής (1ος εναγόμενος), η σύζυγός του Β. και η θυγατέρα του Χ. δυνάμει του από 14-11-2006 συμφωνητικού, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό 1987/24-11-2006, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Β.

Π. & Σία Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Αρτοδημιουργίες του Θ.", με έδρα τη ..., δηλ. τη 2η των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, στην οποία Ο.Ε. η συμμετοχή του 1ου εναγομένου ορίστηκε στο 6% και στην οποία (προσωπική εταιρεία) παραχωρήθηκε η χρήση του ως άνω μισθίου ακινήτου. Εν όψει του γεγονότος τούτου, η 1η των εναγόντων, καθώς και η 2η τούτων, στην οποία ο εκ των αρχικών συνεκμισθωτών Σ.

Π. εξεχώρησε τη σχετική απαίτησή του για το χρονικό διάστημα από 24-11-2006 έως 6-3-2007 με δήλωση που γνωστοποιήθηκε στους οφειλέτες-εναγομένους με το δικόγραφο της αγωγής και η οποία επέχει θέση αναγγελίας (ΑΚ 460) προς τους τελευταίους, δικαιούνται την οριζόμενη στην [προεκτεθείσα στη νομική σκέψη] διάταξη του άρθρου 11 § 1 εδ.

τελευταίο του π.δ. 34/1995 αύξηση του καταβαλλομένου μισθώματος κατά 20%, την οποία οι εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλουν σ' αυτούς. Οι ενάγοντες μάλιστα αγνοούσαν την παραχώρηση της χρήσεως αυτής, την οποία οι εναγόμενοι παρέλειψαν, κατά παράβαση της εν λόγω διατάξεως, να γνωστοποιήσουν εγγράφως σ' αυτούς εντός 30 το πολύ ημερών από τη σύσταση (δημοσίευση του καταστατικού) της εταιρείας και την πληροφορήθηκαν πολύ αργότερα, εξ αφορμής μιας δίκης μεταξύ τους.

Πλέον συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 24-11-2006 έως 31-10-2007 το αναλογούν σε καθεμία των άνω εναγουσών (συνεκμισθωτριών) μίσθωμα ανερχόταν στο ποσό των 426,92 € (1280,75 € το μίσθωμα για τα 3/4 δια 3), η δε εκ ποσοστού 20% αύξηση ανερχόταν στο ποσό των (426,92 € Χ 20%=) 85,38 € μηνιαίως και για όλο το διάστημα στο ποσό των (11 μήνες Χ 85,38 €=) 939,18 € για καθεμία αυτών.

Περαιτέρω δε για το διάστημα από 1-11-2007 και επέκεινα το ανωτέρω μίσθωμα των (426,92 + 85,38 =) 512,30 €, σύμφωνα με τον όρο της συμβάσεως μισθώσεως περί ποσοστιαίας αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά 15% ετησίως, έπρεπε να αυξηθεί κατά το ποσοστό αυτό (512,30€ Χ 15%= 76,84 €), δηλ. να ανέλθει σε 589,14 €, ενώ ο 1ος εναγόμενος κατέβαλλε συνολικά ποσό 1472,86 €, που επιμερίζεται σε 490,95 € ανά εκμισθωτή.

Επομένως οφείλεται η διαφορά των (589,14 - 490,95 =) 98,19 € μηνιαίως για το υπόλοιπο αιτούμενο με την αγωγή χρονικό διάστημα (από 1-11-2007 έως 31-1-2008) ήτοι [3 μήνες Χ 98,19 € =] 294,57 €. Συνολικά λοιπόν καθεμία από τις ενάγουσες δικαιούται το ποσό των (939,18+294,57=) 1233,75 € και είναι κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή τους, με την οποία ζητείται να καταβληθεί στην καθεμία τους το ποσό αυτό, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως αυτής, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εφαρμογή η § 3 του άρθρου 11 του προαναφερθέντος π.δ. 34/1995, η οποία αναφέρεται μόνο σε παραχωρήσεις χρήσεως που έγιναν πριν από την 4η Μαΐου 1992 (ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του Ν. 2041/1992)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5442/2008 καταψηφιστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και ειδικότερα το άρθρο 11 παρ.1 του π.δ. 34/1995, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια η συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων περί σταδιακής αναπροσαρμογής του καταβαλλομένου μισθώματος της εμπορικής μίσθωσης, η εις ολόκληρον ευθύνη ενώπιον των εναγομένων να καταβάλουν σε καθεμία των εναγουσών τη διαφορά μεταξύ των καταβληθέντων μισΘ.των και των οφειλομένων (1233,72 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία και για παραβίαση από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Δεδικασμένο υπάρχει, σύμφωνα με το άρθρο 324 ΚΠολΔ, μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε κατά το άρθρο 331 του ίδιου Κώδικα και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 651 ΚΠολΔ οι τελεσίδικες αποφάσεις για τις διαφορές του άρθρου 17 αρ. 2 αποτελούν δεδικασμένο, ενώ οι αποφάσεις για την παράδοση ή την απόδοση της χρήσεως του μισθίου αποτελούν δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της παράδοσης ή της απόδοσης της χρήσης του μισθίου που έχει κριθεί και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως.

Κατά την έννοια αυτή ο τιθέμενος περιορισμός της εκτάσεως του δεδικασμένου μόνο στο επιλυθέν κύριο ζήτημα της παραδόσεως ή της αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως αφορά μόνο τις διαφορές περί παραδόσεως ή αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου. Αντιθέτως, το δεδικασμένο που απορρέει από αποφάσεις επί των υπολοίπων διαφορών που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ.

ΚΠολΔ, ισχύει χωρίς κανένα περιορισμό της εκτάσεώς του που θεσπίζεται γενικά και καταλαμβάνει, εκτός των άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 331 ΚΠολΔ, και τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά θέματα καθώς και ως προς εκείνα τα ζητήματα επί των οποίων η κρίση και η απόφαση ήταν αναγκαία προς διάγνωση της διαφοράς και όχι ως προς όσα κρίθηκαν χωρίς ανάγκη αλλά πλεοναστικώς και παρέργως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του από 31.12.2008 δικογράφου εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 5442/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με τον 2ο λόγο της εφέσεως ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την προβληθείσα νομίμως ένστασή τους περί υπάρξεως δεδικασμένου, απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 551/2008 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι η σύσταση προσωπικής εταιρείας μεταξύ του μισθωτή (1ου εναγομένου), της συζύγου του και της θυγατέρας του δεν απαγορεύεται, αφού αυτοί κατά την αληθή βούληση των συμβαλλομένων στη μίσθωση δεν υπάγονται στην έννοια του "τρίτου".

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 551/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε μεν μεταξύ των ιδίων που διαδίκων (πλην της Ο.Ε.) και άλλων προσώπων, αλλά το ζήτημα που κρίθηκε ήταν διαφορετικό απ' αυτό της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα για το αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις αναπροσαρμογής του συμφωνηθέντος μισθώματος για το επίδικο μίσθιο για τον, από της ασκήσεως της σχετικής από 22.7.2007 αγωγής του 1ου εναγομένου και εφεξής, χρόνο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 44 του π.δ. 34/1995 και 288 ΑΚ, επομένως το αναφερόμενο στο σχετικό απόσπασμα της αποφάσεως εκείνης (551/2008 του Εφετείου Πειραιώς) ότι η σύσταση της εν λόγω εταιρείας δεν απαγορεύεται, δεν δημιουργεί δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση.

Επομένως το Εφετείο, που δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο για την επανακρινόμενη απ' αυτό διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων, και απέρριψε ακολούθως τον σχετικό λόγο έφεσης με τον οποίο διατυπωνόταν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που απέρριψε ως αβάσιμη την περί δεδικασμένου ένσταση ορθά εφάρμοσε τις ως άνω δικονομικού δικαίου διατάξεις.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου που υπάρχει στην κρινόμενη υπόθεση από την υπ' αριθμ. 551/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-1-2009 αίτηση:1) Θ. Π. του Β. και 2) της εταιρίας με την επωνυμία "Β. Π. και Σία Ο.Ε" για αναίρεση της υπ' αρ. 834/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αρ. 5442/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ