Legislator Case Law & Legislation
1226/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for lack of specific argumentation and misapplication of common sense doctrine.

Case Number 1226/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellant failed to substantiate specific grounds for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure, merely citing article numbers without detailing the supporting facts or evidence. Furthermore, the court ruled that the appellant's claim regarding the violation of common sense doctrine was inadmissible because it concerned the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 nos. 16, 12, 19, 8, 11, 17, 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 1 no. 1 sub. b: An appeal ground based on the erroneous use of common sense doctrine is inadmissible if it concerns the evaluation of evidence rather than the interpretation of legal rules or the subsumption of proven facts.

Keywords

AI generated
appeal grounds common sense doctrine evaluation of evidence legal interpretation Code of Civil Procedure property ownership procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 nos. 16, 12, 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 1 no. 1 sub. b of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1226 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1226/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κονταξή.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσοβόλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2002 μη οριστική, 16/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως οι από τους αριθ. 16, 12, και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο εκ της 21/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία κρίθηκε ότι η νομή και κατοχή του επιδίκου διαμερίσματος περιήλθε στην αναιρεσείουσα, δυνάμει συμβάσεως περί μεταβιβάσεως της νομής του και όχι βάσει συμβάσεως λήξαντος χρησιδανείου, με αποτέλεσμα να δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την υπό κρίση αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου.

Όμως, και όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε, εξαφανίζοντας την 16/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η κυρία βάση της αγωγής, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί η επί του επιδίκου κυριότητα αυτής, ουδόλως δε ασχολήθηκε με την στηριζομένη στις περί χρησιδανείου διατάξεις επικουρική βάση της αγωγής, προς απόκρουση της οποίας είχε προταθεί η ένσταση δεδικασμένου, αφού κατά την προσβαλλομένη απόφαση κρίθηκε, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι παρέλκει η έρευνα της επικουρικής βάσεως μετά την αποδοχή της κυρίας ως άνω βάσεως της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται κατ' ορθή εκτίμηση στον αριθ. 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, να απορριφθεί ως ερειδόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση της αποδοχής εκ μέρους του Εφετείου της επικουρικής βάσεως της αγωγής. II). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την διεκδικητική αγωγή της αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της εν λόγω αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. III). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ).

Διαφορετικά η αίτηση αναιρέσεως είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται, πλην ενός άνευ ουσιαστικού περιεχομένου ιστορικού της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης διενέξεως, κάποια νομική πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, ή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν εξειδικεύεται δε περαιτέρω ούτε το σφάλμα του Εφετείου, δεν αναφέρονται οι ελλιπείς αιτιολογίες, ως και τα επί πλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται για την πληρότητα αυτών, αλλά ούτε και αναφέρεται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως.

Εξάλλου απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους είναι οι αυτοί ως άνω λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθ. 8, 9, 11, 12, και 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, καθ' όσον η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην αριθμητική αναφορά και μόνο των λόγων αναιρέσεως άνευ οιασδήποτε περαιτέρω εξειδικεύσεως των στοιχείων που τους στηρίζουν και ειδικότερα στην αναίρεση δεν αναφέρονται:

α) ως προς τον από τον αριθ. 9 λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αυτό που επιδικάσθηκε χωρίς να ζητηθεί ή αυτά που επιδικάσθηκαν περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και β) ως προς τους από τους αριθ. 8, 11, 12 και 17 λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ποιοι ισχυρισμοί (πράγματα) προτάθηκαν νομίμως και δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο ή ποιοι ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη χωρίς να έχουν προταθεί νομίμως, καθώς επίσης και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" αυτά ήταν ουσιώδη, με αντίστοιχη αναφορά του σφάλματος της προσβαλλομένης αποφάσεως από τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων", επί πλέον δε σε σχέση με τους από τους αριθ. 11, 12 και 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγους αναιρέσεως δεν αναφέρονται ποια είναι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, όπως επίσης δεν αναφέρονται και οι ουσιώδεις ισχυρισμοί για την απόδειξη των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή καθενός των αποδεικτικών αυτών μέσων και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτά από την προσβαλλομένη απόφαση, ή και το σφάλμα αυτής, ως προς την αποδεικτική δύναμη των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν και τέλος δεν προσδιορίζονται οι αντιφατικές διατάξεις της αποφάσεως.

IV). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν . Κατά συνέπεια ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.10.2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 375/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ