Legislator Case Law & Legislation
1226/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal ruling on financial transaction statute of limitations. The court found the lower court erred in applying the five-year limitation period instead of the ten-year period for financial transactions. The court ruled that the ten-year limitation period applies to financial transactions regardless of whether they are primary or ancillary transactions. The court established that the ten-year limitation period applies to financial transactions regardless of whether they are primary or ancillary transactions. The court held that the ten-year limitation period applies to financial transactions regardless of whether they are primary or ancillary transactions. The court held that the ten-year limitation period applies to financial transactions regardless of whether they are primary or ancillary transactions.

Case Number 1226/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial by a different panel of judges. The lower court had rejected the appellant's claim based on a five-year statute of limitations, arguing it applied to ancillary financial transactions. The Supreme Court found this error, ruling that the ten-year limitation period under Article 15 of Law 3632/1928 applies to all financial transactions, including ancillary ones. Consequently, the appeal was upheld, the lower judgment was annulled, and the case was sent back for reconsideration.

Legislator headnote

AI generated

Art. 15 para. 1 of Law 3632/1928; Art. 250 of the Civil Code: The ten-year limitation period for financial transactions applies to all such transactions, including ancillary ones, regardless of whether they are primary or ancillary.

Keywords

AI generated
statute of limitations financial transactions ancillary transactions Civil Code Law 3632/1928 annulment of judgment retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 15 para. 1 of Law 3632/1928
Art. 250 of the Civil Code
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1226 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1226/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε - Εισηγητή, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος Χ, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Άγγελος Ούτσας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.12.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4171/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 507/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 21.03.2005 αίτησή του και τους υπ' αρ.204/17.10.2005 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων ανέγνωσε την από 23.11.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως του και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτυεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με σημείωση του Προέδρου του τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4.12.2006, από την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (3.12.2007), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο.

Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης. Κατά το άρθρο 15 παρ.1 του ν. 3632/1928 χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα. Στο αρθρ. 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και όλες οι παρεπόμενες δικαιοπραξίες που σχετίζονται με τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Με το άρθρο 20 παρ.1 περ.γ' του ν. 1806/1988, που αντικατέστησε το παραπάνω άρθρο 16 του ν.3632/1928, ορίστηκε ότι χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών. Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων- συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.

Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακής παραγγελίας) έχει ως αντικείμενο, αφενός την ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο είχε συναφθεί η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και τη γενικότητα της διατυπώσεως της τελευταίας διατάξεως, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, αλλά αναφέρεται γενικά σε χρηματιστηριακή συναλλαγή, συνάγεται ότι η ως άνω ετήσια παραγραφή ισχύει τόσο για τις αξιώσεις που απορρέουν από χρηματιστηριακές συμβάσεις που συνάπτονται εντός του χρηματιστηρίου και μεταξύ των μελών αυτού (κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις), όσο και τις παραπόμενες ή συναφείς χρηματιστηριακές συμβάσεις, όπως είναι, κατά τα ανωτέρω, αυτή της χρηματιστηριακής παραγγελίας που συνάπτεται μεταξύ του μέλους (ΑΧΕ) και του εντολέα (επενδυτή-πελάτη).

Η διάταξη άλλωστε του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 είναι ειδική και υπερισχύει των γενικών περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και έχει θεσπίσει βραχυπρόθεσμη παραγραφή για την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, που επιτυγχάνεται με την ταχεία εκκαθάριση των εν λόγω συναλλαγών (ΟλΑΠ 28/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που έκανε δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης χρηματιστηριακής εταιρείας κατ' αυτού, με την οποία η τελευταία ζητούσε την καταψήφιση αξιώσεως της από χρηματιστηριακή παραγγελία του αντιδίκου της προς αυτή, που γεννήθηκε εντός του έτους 1999.

Το Εφετείο στην κρίση αυτή οδηγήθηκε αφού απέρριψε ένσταση του εναγομένου περί παραγραφής της κατ' αυτού αξιώσεως. Ειδικότερα, παρόλο που δέχθηκε ότι από την συναλλαγή που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία αυτής της αξιώσεως και μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρόνος που υπερβαίνει το έτος, απέρριψε τη σχετική ένσταση, με την αιτιολογία ότι η αξίωση αυτή, ως προερχόμενη από παρεπόμενη και όχι από κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, που δεν είχε συμπληρωθεί στην προκείμενη περίπτωση, και όχι στην ενιαύσια του άρθρου 15 παρ.6 του ν.3632/1928.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του τελευταίου αυτού άρθρου, που ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη αξίωση έστω και αν προερχόταν από παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή (χρηματιστηριακή παραγγελία), και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τους δύο πρόσθετους λόγους, με τον οποίο ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1, είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τις προτάσεις του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης, ποσού 9.332.075 δραχμών, ήταν μέρος ευρύτερης αξιώσεώς της κατ' αυτού, ύψους 12.550.901 δραχμών. Ότι η αντίδικός του τον ανήγαγε μόνον για το ως άνω μέρος διότι προηγουμένως είχε ικανοποιηθεί για το υπόλοιπο των 3.218.826 δραχμών προτείνοντας αυτό σε συμψηφισμό προς ισόποση ανταπαίτησή του (αναιρεσείοντος) κατ' αυτής, προερχόμενη από προηγούμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων και ότι ο συμψηφισμός αυτός εξομοιώνεται με αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν αυτών, υποβάλλει με τις προτάσεις του το αίτημα να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την κατά τον άνω τρόπο γενόμενη εκτέλεση και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 3.218.826 δραχμών και ήδη 9.446 ευρώ. Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο. Διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ που προβλέπει την μετά την αναίρεση επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση αφορά την περίπτωση της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως που αναιρέθηκε και όχι την κατ' άλλο τρόπο και για άλλη αιτία ικανοποίηση απαιτήσεων του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 507/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει τι αίτημα του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ