Supreme Court dismisses appeal against hospital's liability for doctors' negligence under strict objective liability rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous hospital's appeal against the lower court's judgment establishing its liability for medical negligence. The hospital argued that the death resulted from a criminal matter unrelated to its civil responsibility, but the court found the hospital strictly liable for its doctors' actions. The court ruled that the criminal investigation's findings did not negate the hospital's objective liability for failing to ensure proper medical infrastructure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 74, 556, 558, 559 of the Code of Civil Procedure; On strict objective liability of a hospital for its doctors' negligence, criminal findings do not exempt civil liability if the hospital failed to provide adequate medical infrastructure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1226 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1226/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΗΤΕΡΑ Μαιευτικό και Χειρουργικό Κέντρο ΑΕ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέλιο Σταματόπουλο και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1......, 2......, 4......., 5. ....., 6........, 7..... και 8....... Οι πέντε πρώτοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους Γρηγόριο Τρουφάκο και Γεώργιο Ανδρέου, η 6η εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους πληρεξούσιους δικηγόρους και οι 7ος και 8η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από α.22-11-2001 αγωγή των ήδη έξι πρώτων αναιρεσιβλήτων και β.25-9-2002 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή του X1, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2137/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 3508/2004 προδικαστική και 3726/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 17-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκαν οι έβδομος και ογδόη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις 3858/21-7-2006 και 3928/28-7-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..... , κλητεύθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστούν κατά την παρούσα συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 556 παρ.1 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της κοινής εναγωγής των από αδικοπραξία εις ολόκληρον ενεχομένων προστήσαντος και προστηθέντος (άρθρα 481, 922 και 926 ΑΚ), η εκ μέρους του ενός από αυτούς ασκούμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απευθυντέα κατά του νικήσαντος αντιδίκου του, όχι όμως και κατά του συνεναγομένου του, ο οποίος μόνο ως ομόδικός του μπορεί να μετάσχει στην αναιρετική δίκη με την άσκηση κοινής ή αυτοτελούς αιτήσεως αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, με τη 2137/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή εν μέρει η από 22-11-2001 αγωγή των έξι (6) πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων κατά των εβδόμου και ογδόης από αυτούς, κατά της αναιρεσείουσας και κατά του X1 και ανεγνωρίσθη ότι η αναιρεσείουσα εταιρία (εναγομένη) ως προστήσασα και οι λοιποί εναγόμενοι ως προστηθέντες εκείνης οφείλουν εις ολόκληρον ο καθένας στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν εξαιτίας του ότι εντός της κλινικής της πρώτης των εναγομένων επήλθε ο θάνατος της συγγενούς αυτών Z1 από αμέλεια των λοιπών εναγομένων ιατρών. Επί των ασκηθεισών κατά της εν λόγω αποφάσεως εφέσεων των εναγομένων εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου ιατρού .... και απερρίφθη ως προς αυτόν η αγωγή, απερρίφθησαν δε οι εφέσεις των λοιπών εναγομένων. Επομένως, η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του εβδόμου και της ογδόης των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330 εδ.β', 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανόντος προϋποθέτει:
α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση του θανάτου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. 'Ετσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και επί συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του ιδιοκτήτη της κλινικής ως προστήσαντος, η εκ μέρους του παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα.
Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε ο θάνατος προσώπου νοσηλευόμενου σε ιδιωτική κλινική, ο προστήσας τον ιατρό ιδιοκτήτης της κλινικής ευθύνεται για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν τα μέλη της οικογένειας του θανόντος.
Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, δευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος.
Στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς ανέπτυξε πρωτοβουλία εντός του πεδίου δράσεως εκείνου (προστήσαντος).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ιστορική βάσης της αγωγής, πρέπει να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια τα στοιχεία που πληρούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αν τέτοιο στοιχείο αποτελεί μία νομική έννοια, όπως είναι η πρόστηση, τότε, σύμφωνα και με την ισχύουσα στο χώρο του ελληνικού δικονομικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή της λειτουργίας του κανόνα δικαίου, δεν απαιτείται λεπτομερής αναφορά και ανάλυση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της εν λόγω νομικής έννοιας, αλλά αρκεί να εκτίθενται εκείνα τα βασικά περιστατικά που επιτρέπουν στο μεν δικαστήριο να ελέγξει αν πληρούται η νομική έννοια, στον δε εναγόμενο να αμυνθεί αποτελεσματικώς.
Τυχόν εκδοχή για εξαντλητική εξειδίκευση των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν τη νομική έννοια θα υπερέβαινε την υπηρετούμενη συναφώς ανάγκη διασφαλίσεως αφενός της άμυνας του εναγομένου και αφετέρου της δυνατότητας δικαστικού ελέγχου του νόμω βασίμου της αγωγής. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων. 'Ετσι, επί αγωγής κατά του ιδιοκτήτη ιδιωτικής κλινικής, ως προστήσαντος, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν τα μέλη της οικογένειας προσώπου θανατωθέντος στην κλινική από αμέλεια του προστήσαντος ιατρού, αρκεί, για τη διαδικαστική πληρότητα αυτής (αγωγής) σε σχέση με την πρόστηση, η επίκληση εκείνων των ουσιωδών γεγονότων που καθιστούν εφικτό στο δικαστήριο τον έλεγχο της στοιχειοθετήσεως ή μη της νομικής έννοιας της προστήσεως, αλλά και εξασφαλίζουν την αμυντική θέση του εναγομένου.
Εν προκειμένω, στην από 22-11-2001 αγωγή τους, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, οι έξι (6) πρώτοι των αναιρεσιβλήτων αναφέρουν, σε σχέση με την ευθύνη της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας προς αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, τα εξής : Κατόπιν σχετικών οδηγιών του ιατρού - γυναικολόγου ..... (εβδόμου των αναιρεσιβλήτων), η συγγενής αυτών Z1 εισήχθη στις 21-3-2001 και περί ώρα 07.00΄ στη μαιευτική κλινική της αναιρεσείουσας, προκειμένου να χειρουργηθεί από τον εν λόγω ιαατρό για την αφαίρεση κύστεως της ωοθήκης.
Περί ώρα 10.00΄ της ίδιας ημέρας μετέβη, μαζί με τον άνω ιατρό, στο χειρουργείο της κλινικής, περί ώρα δε 11.10΄ ο ίδιος ιατρός δήλωσε τηλεφωνικώς προς την τρίτη από αυτούς ότι η Z1 πρέπει να υποβληθεί σε τραχειοτομή. Μετά παρέλευση τουλάχιστον μίας ώρας κάποια γυναίκα, "προφανώς γραμματέας", κάλεσε τους αναμένοντες έξω από το χειρουργείο πρώτο και τρίτη από αυτούς και τους οδήγησε "στην διοίκηση σε μία αίθουσα συνεδριάσεων", όπου ένα από τα ευρισκόμενα εκεί περίπου 25 άτομα δήλωσε ότι η Z1 "κατέληξε".
Ακολούθως, έφθασαν στην κλινική οι τέταρτη και πέμπτη από αυτούς, τις οποίες ο πρόεδρος της κλινικής, μετά την έκφραση των συλλυπητηρίων του, παρουσίασε, για σχετική ενημέρωσή τους, στον προαναφερθέντα ιατρό και στους ιατρούς - αναισθησιολόγους ..... (όγδοη των αναιρεσιβλήτων) και X1, οι οποίοι σε έγγραφο με λογότυπο της κλινικής συνέταξαν ενημερωτικό σημείωμα για τις συνθήκες θανάτου της Z1, απευθυνόμενο προς την ιατροδικαστική υπηρεσία.
Ο θάνατος της Z1 επήλθε κατά την επιχειρηθείσα νάρκωσή της στο χειρουργείο της ως άνω μαιευτικής κλινικής και οφείλεται στην προσδιοριζόμενη στην αγωγή αμελή συμπεριφορά των ανωτέρω τριών ιατρών του "ε ν α γ ο μ έ ν ο υ Ν ο σ ο κ ο μ ε ί ο υ", οι οποίοι ήταν "εντεταλμένοι" από την τελευταία για την ενέργεια της ναρκώσεως και της χειρουργικής επεμβάσεως στην Z1 και τους οποίους η αναιρεσείουσα είχε προστήσει στην παροχή των αντίστοιχων ιατρικών τους υπηρεσιών εντός της κλινικής.
Η επίκληση των στοιχείων αυτών καθιστά αρκούντως ορισμένη την ιστορική βάση της αγωγής, ως προς την προβαλλόμενη σχέση προστήσεως και ειδικότερα ως προς την ιδιότητα της αναιρεσείουσας ωςπροστήσασας και των ιατρών ως προστηθέντων εκείνης. Και τούτο, γιατί η αναφορά των ανωτέρω στοιχείων δεν εμπόδιζε την αποτελεσματική άμυνα της εκ των εναγομένων ιδιοκτήτριας της κλινικής (αναιρεσείουσας) ούτε τον δικαστικό έλεγχο περί του αν πληρούται η κρίσιμη νομική έννοια της προστήσεως, ενόψει μάλιστα του ότι αρκούσε εν προκειμένω, για την κατάφαση της εν λόγω νομικής έννοιας, η ύπαρξη χαλαρής εξαρτήσεως των ως άνω ιατρών από την αναιρεσείουσα εταιρία (ΑΠ 1270/1989).
Η εξειδίκευση των βασικών γνωρισμάτων της προστήσεως μπορούσε να γίνει (όπως και πράγματι έγινε) με βάση τα προκύπτοντα από την αποδεικτική διαδικασία ειδικότερα περιστατικά. Επομένως, το εφετείο, με την παράλειψή του να δεχθεί τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρέσεως και να απορρίψει έναντι αυτής την αγωγή ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και άρα ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Αντιπρόεδρου Γεωργίου Χλαμπουτάκη, η ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε ν΄ απορριφθεί ως αόριστη, γιατί δεν αναφέρονται σ΄ αυτή, κατά τρόπο πληρούντα το πραγματικό της 922 ΑΚ, τα περιστατικά, τα θεμελιούντα κατά νόμον την ευθύνη της αναιρεσείουσας Α.Ε.
ως προστήσασας των 7ου και 8ης των αναιρεσιβλήτων ιατρών, οι οποίοι κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών τους στο μαιευτήριο της αναιρεσείουσας, επέφεραν, από αμέλεια, τον θάνατο της Z1. Ειδικότερα η σχετική αναφορά στην αγωγή ότι "Για τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων ιατρών ευθύνεται εις ολόκληρον και το πρώτο εναγόμενο μαιευτήριο, του οποίου προστηθέντες στην παροχή των προσφερόμενων ιατρικών υπηρεσιών είναι οι εναγόμενοι ιατροί, αλλά και τα λοιπά εμπλεκόμενα στη διαδικασία της χειρουργικής επέμβασης της Z1 και τυχόν ευθυνόμενοι για το θάνατό της πρόσωπα", δεν καθιστά αυτή, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, αρκούντως ορισμένη για την καθίδρυση ευθύνης, για αλλότρια πράξη, της αναιρεσίουσας Α.Ε.
ως προστήσασας, αφού η απλή επίκληση της νομικής έννοιας της προστήσεως, χωρίς την παράθεση και εξειδίκευση των χαρακτηριστικών της στοιχείων, δεν καλύπτει με πληρότητα τις επιταγές του 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. για το ορισμένο του αγωγικού δικογράφου, ενόψει μάλιστα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της συγκεκριμένης μορφής πρόστησης (κλινικής - ελευθέρων επαγγελματιών ιατρών).
Και τούτο γιατί με την αναφορά και μόνο της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της πρόστησης στην αγωγή χωρίς την εξειδίκευση και περιγραφή των χαρακτηριστικών της έννοιας αυτής περιστατικών τα οποία μάλιστα στην προκείμενη περίπτωση εμφανίζουν, όπως προαναφέρθηκε, ιδιαίτερη μορφή, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της 922 Α.Κ.
για την καθιέρωση ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας Α.Ε. (ΑΠ 847/2006, 1084/2003). Κρίνοντας, επομένως το Εφετείο ότι η αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο, διευκρίνηση ή συμπλήρωση της οποίας ως προς την επικαλούμενη πρόστηση δεν περιέχεται στο επίσης επισκοπούμενο κύριο σώμα των προτάσεων των εκ των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήταν αρκούντως ορισμένη και απορρίπτοντας τον νόμιμα προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας - εκκαλούσας, περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.
΄Επρεπε, συνεπώς, κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, να γίνει δεκτός ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προβάλλεται η σχετική από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση.
IV. Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγων κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, το εφετείο, αναφορικώς με την ύπαρξη της επίμαχης σχέσεως προστήσεως, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, κατά τον χρόνο που εντός της κλινικής της αναιρεσείουσας επήλθε ο θάνατος της Z1 από αμελή συμπεριφορά των ιατρών-αναισθησιολόγων (ογδόης των αναιρεσιβλήτων και X1), την ιδιωτική αυτή κλινική, λειτουργούσα ως μαιευτική και χειρουργικό κέντρο και διαθέτουσα την απαραίτητη προς τούτο υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία, κατώτερο μη ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό), εκμεταλλεύετο η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, η οποία, για τη διεύρυνση των εργασιών της και την επίτευξη του σκοπού της, χρησιμοποιούσε, μεταξύ άλλων, και ελεύθερους επαγγελματίες ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, όπως τους ως άνω δύο αναισθησιολόγους και τον έβδομο των αναιρεσιβλήτων (γυναικολόγο-χειρουργό), παρέχοντας σ'αυτούς γενικές μόνο οδηγίες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας τους μέσα στην κλινική, από δε την εργασία τους αποκόμιζε κέρδη, αφού από τους ασθενείς αυτών εισέπραττε νοσήλια κλπ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το εφετείο έκρινε ότι η ως άνω χαλαρή εξάρτηση των εν λόγω ιατρών από την αναιρεσείουσα αρκεί για τον χαρακτηρισμό της τελευταίας ως προστήσασας, ενώ εξάλλου η ίδια, χρησιμοποιώντας τους ιατρούς για τη διεύρυνση των εργασιών της και την επίτευξη του σκοπού της και αποκομίζοντας κέρδη από την εργασία τους, πρέπει να είναι υπεύθυνη για τα σφάλματα αυτών, "συμβιβάζεται δε τούτο και με τις αρχές της καλής πίστης, ώστε να προβαίνει με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια στην επιλογή των ιατρών με τους οποίους πρόκειται να συνεργασθεί".
Ακολούθως, το εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο επλήττετο ως εσφαλμένη η παραδοχή της πρωτόδικης αποφάσεως περί υπάρξεως της ειρημένης σχέσεως προστήσεως. Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της ίδιας διατάξεως.
Ειδικότερα, τα γενόμενα δεκτά από αυτό (εφετείο) ως άνω πραγματικά γεγονότα ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 922 ΑΚ, αρκούν δηλαδή για την κατάφαση της υπάρξεως της κρίσιμης σχέσεως προστήσεως, στην οποία προστήσασα είναι η αναιρεσείουσα και προστηθέντες οι αναφερόμενοι πιο πάνω ιατροί.
Δεν ήταν δεν απαραίτητο κατά νόμο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνδρομή αμέλειας της αναιρεσείουσας ως προς την επιλογή των προστηθέντων ιατρών, αφού η ευθύνη αυτής ως προστήσασας είναι γνήσια αντικειμενική και άρα η τυχόν ύπαρξη αμέλειάς της ως προς την εν λόγω επιλογή δεν αποκλείει την ευθύνη της.
Περαιτέρω, σχετικώς με την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προστήσασας, η παραδοχή του εφετείου, ότι αρκεί η ύπαρξή της ως άνω χαλαρής εξαρτήσεως των ιατρών από την αναιρεσείουσα, δεν είναι αντιφατική, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία προς την παραδοχή του, ότι η αναιρεσείουσα, χρησιμοποιώντας τους ιατρούς για τη διεύρυνση των εργασιών της και την επίτευξη του σκοπού της και αποκομίζοντας κέρδη από την εργασία τους, πρέπει να είναι υπεύθυνη για τα σφάλματα αυτών, γεγονός που συμβιβάζεται και με τις αρχές της καλής πίστεως, ώστε να προβαίνει με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια στην επιλογή των ιατρών με τους οποίους πρόκειται να συνεργασθεί.
Και τούτο, γιατί η δεύτερη παραδοχή του δεν αναφέρεται ως προϋπόθεση γενέσεως της σχετικής εκ της προστήσεως ευθύνης, αλλά ως δικαιολογητικός λόγος αυτής της ευθύνης, σε κάθε δε περίπτωση έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες δεύτεροι, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
V. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το νομίμως με επίκληση προσκομισθέν από αυτή 3817/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο κρίθηκε ότι για τον θάνατο της Z1 δεν υπάρχει (ποινική) ευθύνη των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας, καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτοί παρέλειψαν να διασφαλίσουν την κανονική οργάνωση και λειτουργία της ανωτέρω κλινικής ή να διαθέσουν στους προαναφερθέντες ιατρούς την απαραίτητη υποδομή και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό για την αντιμετώπιση του εμφανισθέντος στην Z1 ιατρικού προβλήματος ή να λάβουν οποιοδήποτε απαιτούμενο κατά νόμο μέτρο για την απρόσκοπτη, κανονική και αποτελεσματική περίθαλψη της ασθενούς. 'Όμως, τα γενόμενα δεκτά με το άνω βούλευμα πραγματικά γεγονότα δεν ασκούν καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης αναφορικώς με την (αστική) ευθύνη της αναιρεσείουσας ως προστήσασας, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δηλαδή ευθύνη εντελώς ανεξάρτητη από κάθε είδους πταίσμα της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό αλυσιτελή. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-7-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας "ΜΗΤΕΡΑ Μαιευτικό και Χειρουργικό Κέντρο Α.Ε." περί αναιρέσεως της 3726/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των έξι πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ