Supreme Court dismisses appeal against labor compensation decision regarding railway workers' statutory application errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding labor compensation for former railway workers. The appellants argued that the Second Instance Court incorrectly applied specific statutes while ignoring others, claiming a violation of legal provisions governing their termination benefits. The Court ruled that the lower court correctly interpreted the relevant laws, noting that newer legislation superseded older rules for workers who left before the new law's effective date, rendering the appeal grounds baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 49 of Law 993/1979; Articles 5, 8, 16 of Laws 16/1920, 3198/1955, 435/1976; Article 20 of Law 3891/2010: The court must apply the most favorable and current legislation to determine compensation, rejecting appeals based on the erroneous application of superseded statutes when newer laws explicitly govern the specific circumstances of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1225/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., και 2. Ι. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Λαγγούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (Ο.Σ.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Αναλυτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 592/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 8838/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-3-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-3-2022 και με αριθ. κατ. 19959/43/10-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 8838/24-9-2021 απόφαση του, δικάζοντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της από 13-6-2018 και με αριθ. κατ. 51712/2018/15-6-2018 έφεσης του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθ. 592/16-5-2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 7-11-2016 και με αριθ. κατ. 47879/955/10-11-2016 αγωγής των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ. Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠλΔ).
Με την, ως άνω, ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 7- 11-2016 αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι το έτος 1979 προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ) , με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στον κλάδο του προσωπικού τεχνιτών μηχανοστασίων εργοστασίων και εργάσθηκαν έως τις 27-6-2012, οπότε παραιτήθηκαν, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης.
Ότι κατά την αποχώρησή τους, το εναγόμενο, αντί να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των 15.000 ευρώ, με βάση το άρθρο 49 ν. 993/1979, ως, κατ' ανώτατο όριο, αποζημίωση απόλυσης, τους κατέβαλε μικρότερα ποσά και συγκεκριμένα στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.298,37 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 5.166,37 ευρώ.
Ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, κυρίως με βάση τη σύμβαση και επικουρικά με βάση τις περί αδικοπραξιών, άλλως τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, να τους καταβάλει νομιμοτόκως την προκύπτουσα διαφορά και συγκεκριμένα στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 9.701,63 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 9.833,63 ευρώ.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 592/2018 οριστική απόφαση δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο, ως άνω, αιτούμενο ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την, ως άνω, από 13-6-2018 έφεση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 8838/2021 απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τον πρώτο ενάγοντα, στον οποίο επιδίκασε το ποσό των 568,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με το άρθρο 49 παρ. 1 του Ν. 993/1979 "περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ." καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου.
Με την κωδικοποίηση που έγινε με το Π.Δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ", το ανωτέρω άρθρο 49 του ν. 993/1979 συμπεριελήφθη στο άρθρο 55 του προαναφερόμενου Π.Δ/τος.
Ειδικότερα με την παρ. 4 εδ. α' του άρθρου 1 του ν. 993/1979 (ή άρθρου 55 π.δ/τος 410/88) ορίζεται ότι το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, όταν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορεί ν' αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το επικουρικά ασφαλισμένο το 40% και το μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της αποζημίωσης που ορίζεται από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού (ΑΠ 1007/2008).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 περίπτωση πρώτη του Ν. 3891/2010 "Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό δίκτυο" (ΦΕΚ Α 188/4.11.2010), όπως αυτή ίσχυε (ως εκ του κρίσιμου χρόνου αποχώρησης των εναγόντων από την υπηρεσία του εναγομένου) πριν από την τροποποίηση αυτής με την υποπαράγραφο IB. 2 παρ.7 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85), ορίσθηκε ότι "Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε υφιστάμενη συμβατική, νόμιμη ή άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται από την Εταιρεία λόγω καταγγελίας και εν γένει με αφορμή τη λύση υφισταμένης ή μέλλουσας να συσταθεί σχέσης ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου απαγορεύεται να υπερβαίνει τα όρια των νόμων 2112/1920 και 3198/1955, όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, για την αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου...".
Με τη διάταξη δε του άρθρου 21 του ιδίου Νόμου και υπό τον παράτιτλο "Κατεπείγον επιτακτικό γενικότερο συμφέρον και ρύθμιση γενικών όρων εργασίας" ορίσθηκε στην παράγραφο 1 αυτού ότι: "Οι διατάξεις των άρθρων 15-21 που ρυθμίζουν γενικούς όρους εργασίας και τίθενται σε ισχύ, ισχύουν, ακολουθούνται και εξυπηρετούν λόγους κατεπείγοντος επιτακτικού γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που συνδέεται ιδίως με το πρόγραμμα εξυγίανσης και την ανάπτυξη της εταιρείας, την προστασία και την διασφάλιση των θέσεων εργασίας και την ανόρθωση των δημόσιων οικονομικών εν γένει και κατισχύουν κάθε αντίθετης ή άλλης, γενικής ή ειδικής, διάταξης, συμφωνίας, όρου ή ρήτρας νόμου, ή κανονισμού έχοντος ισχύ νόμου, κανονιστική ή άλλη ή συμβατικού ή οργανισμού ή συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή συλλογικής συμφωνίας ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας ή επιχειρησιακής πρακτικής ή εργασιακής συνήθειας ή άλλης, πάσης μορφής και είδους, πηγής δικαίου" και στην παράγραφο 2 αυτού ότι "Κάθε ρύθμιση αντίθετη, άμεσα ή έμμεσα προς τις διατάξεις των άρθρων 15-21 καταργείται, των διατάξεων των άρθρων 15-21 θεωρουμένων ως ειδικότερων".
Οι διατάξεις αυτές, κατά το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου αφορούν και τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ), δηλαδή τον εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο και τις θυγατρικές αυτού εταιρείες (ΑΠ 347/2019). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 3891/2010 (4-11-2010) καταργήθηκαν οι τυχόν ευνοϊκότεροι όροι επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διατάξεις νόμων, που προηγουμένως δέσμευσαν τον εναγόμενο, δυνάμει των οποίων το προσωπικό αυτού, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας λόγω συνταξιοδότησης δικαιούτο μεγαλύτερης της προβλεπόμενης από τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας αποζημίωσης (ΑΠ 347/2019, ΑΠ 1243/2018).
Τέτοιοι όροι ήταν και εκείνοι του προαναφερόμενου άρθρου 49 ν. 993/1979. Επομένως, προκειμένου περί εργατοτεχνιτών που αποχωρούν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3891/2010, δηλαδή μετά τη δημοσίευση αυτού στην εφημερίδα της Κυβέρνησης που έλαβε χώρα στις 4-11-2010 (άρθρο 20 παρ. 2 ν. 3891/2010) από την εργασία τους στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο αυτών των κατά νόμο προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, η αποζημίωση αυτών θα υπολογισθεί σε ποσοστό 40% (εφόσον είναι επικουρικά ασφαλισμένοι) της αποζημίωσης των εργατοτεχνιτών που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 5 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920, το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 ν. 2112/1920, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
β' του ν. 3198/1955 και προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 435/1976 και όχι με βάση τις ρυθμίσεις του άρθρου 49 ν. 993/1979, αφού οι τελευταίες αυτές ρυθμίσεις καταργήθηκαν, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ως αντίθετες στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 20 παρ.2 και 21 του Ν. 389,1/2010, σύμφωνα με τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 αυτού (Ν. 3891/2010).
Εξάλλου, στην υποπαρ. IB παρ. 7 άρθρου πρώτου ν. 4254/2014, η ισχύς του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο τέταρτο αυτού, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, που έλαβε χώρα στις 7-4-2014, η περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3891/2010 αντικαθίσταται ως εξής: "... εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου απαγορεύεται να υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης που ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, όπως κάθε φορά αναπροσαρμοζόμενο ισχύει".
Η διάταξη αυτή, με βάση την οποία το ανώτατο όριο αποζημίωσης προσδιορίζεται πλέον με βάση το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, όπως ισχύει, ανερχόμενο στο ποσό των 15.000 ευρώ, δεν έχει ρήτρα αναδρομικότητας και, ως εκ τούτου η έναρξη εφαρμογής της έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση του ν. 4254/2014 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, καταλαμβάνοντας, επομένως, τους εργατοτεχνίτες που αποχωρούν από την εργασία τους στο εναγόμενο μετά τις 7-4-2014 και όχι εκείνους που αποχώρησαν προηγουμένως, υπό την ισχύ του v. 3891/2010 (ΟλΑΠ 17/2007, για το ζήτημα της εφαρμογής νομικών διατάξεων από τη δημοσίευση του οικείου νόμου στον εφημερίδα της Κυβέρνησης, εφόσον δεν έχουν ρήτρα αναδρομικότητας).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ (ταυτόσημου με το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019).
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν στις 1-10-1979 από τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ Α.Ε.) στον κλάδο του προσωπικού τεχνιτών μηχανοστασίων- εργοστασίων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Από την 1-1-2007, που έγινε απόσχιση του Κλάδου Διαχείριση και Εκμετάλλευση Σιδηροδρομικής Υποδομής του ΟΣΕ και την εισφορά του στην Ανώνυμη Εταιρία Εθνικός Διαχειριστής Σιδηροδρομικής Υποδομής με διακριτικό τίτλο Ε.ΔΙ.ΣΥ. Α.Ε., σε εφαρμογή του π.δ. 41/2005 και της λοιπής σχετικής νομοθεσίας, οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν στην Ε.ΔΙ.ΣΥ Α.Ε.
Από τις 30-11-2010 με την υπ' αριθ. Φ8/οικ. 57795/5636/26-11-2010 ΥΑ του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, εγκρίθηκε η συγχώνευση των Ανώνυμων Εταιριών ΟΣΕ Α.Ε. και Ε.ΔΙ.ΣΥ. Α.Ε. με απορρόφηση της δεύτερης εταιρίας από την πρώτη και οι ενάγοντες μεταφέρθηκαν από την ανωτέρω ημερομηνία εκ νέου στον ΟΣΕ, στον οποίο εργάστηκαν συνεχώς μέχρι τις 28-6-2012, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας τους μετά από παραίτησή τους.
Οι ενάγοντες από την πρόσληψή τους στον ΟΣΕ και μέχρι και την ημερομηνία αποχώρησής τους απασχολήθηκαν ως εργατοτεχνίτες, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος και δεν αμφισβητείται ειδικά από τους ίδιους (συναγόμενης σιωπηρώς σχετικής ομολογίας τους περί της φύσεως αυτής της εργασίας τους) και ήταν ασφαλισμένοι για τη λήψη σύνταξης στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ-ΤΑΠΟΤΕ...
Οι ενάγοντες, οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές των οποίων ανέρχονταν κατά την αποχώρησή τους σε 2.222,34 και 1.956,96 ευρώ, αντίστοιχα, δικαιούνταν - κατ'αρχήν - υπό την ισχύ του αρ. 49 παρ. 1 και 4 του ν. 993/1979, αποζημίωσης (2.222,34 Χ 24 Χ 40% και 1.956,96 Χ 24 Χ 40%, καθώς δικαιούνταν επικουρικής σύνταξης) ποσών 21.334,46 και 18.358,65 ευρώ, αντίστοιχα και, ενόψει του τιθέμενου με το αρ. 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967 περιορισμού, το ποσό των 15.000 ευρώ, έκαστος.
Πλην όμως από την έναρξη ισχύος του ν. 3899/2010 (17 Δεκεμβρίου 2010), οι ενάγοντες που απασχολήθηκαν στον εναγόμενο ως τεχνίτες, δικαιούνταν να λάβουν την αποζημίωση απόλυσης, λόγω πλήρους συνταξιοδότησης γήρατος, του εργατοτεχνίτη, όπως αυτή υπολογίζεται κατά τις διατάξεις του β.δ. 16/18-7- 1920, του άρθρου 8 ν. 3198/1955 και του ν. 435/1976 και ανέρχεται σε 5.866,37 ευρώ (165 ημερομίσθια Χ (2.222,34 25=88,89) Χ 40%) για τον πρώτο και σε 5.166,37 ευρώ (165 ημερομίσθια Χ (1.956,96 25=78,28) Χ 40%) για τον δεύτερο.
Ο εναγόμενος κατά την αποχώρηση των εναγόντων από την εταιρία κατέβαλε στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.298,37 ευρώ και συνεπώς του οφείλει τη διαφορά των (5.866,98-5.298,37)=568,61 ευρώ στον δε δεύτερο ενάγοντα το σύνολο του οφειλομένου ποσού των 5.166,37 ευρώ. Επομένως, ο μόνος λόγος έφεσης του εκκαλούντος, με τον οποίο ο τελευταίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 και 2 του ν. 3891/2010 αναφορικά με τον υπολογισμό της αποζημίωσης των εφεσίβλητων με την κλίμακα των υπαλλήλων κατ' εφαρμογή του άρθρου 49 του ν. 993/1979 πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος, καθόσον οι παραπάνω διατάξεις του ν. 3891/2010 επέφεραν την κατάργηση των εν λόγω ρυθμίσεων...Πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολο της η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 592/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί και εκδικαστεί κατ' ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο η ως άνω από 7-11-2016 αγωγή των εναγόντων, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη ως προς το δεύτερο ενάγοντα και να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τον πρώτο ενάγοντα, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 568,61 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή και ως προς αυτόν ως μη νόμιμη, κατά τα λοιπά ..." Με το μοναδικό, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 49 ν. 993/1979 (ήδη άρθρου 55 π.δ. 410/1988), τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 5 β,δ, 16/8-7-1920, 8 ν. 3198/1955 και ν. 435/1976, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, περαιτέρω δε ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 και 2 ν. 3891/2010.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που δικαιούντο οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, που αποχώρησαν από την υπηρεσία του εναγομένου στις 28- 6-2012, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 και 21 παρ. 1 και 2 ν. 3891/2010, δεχόμενο ότι, δυνάμει αυτών, καταργήθηκαν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου οι διατάξεις του άρθρου 49 ν. 993/1979, τις οποίες, επομένως, ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, περαιτέρω δε ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 5 β.δ. 16/18-7-1920, 8 ν. 3198/1955 και ν. 435/1976, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, η διάταξη της υποπαρ. IB παρ. 7 άρθρου πρώτου ν. 4254/2014 (που προσδιορίζει ως ανώτατο όριο αποζημίωσης το οριζόμενο στο άρθρο 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967, όπως ισχύει), καταλαμβάνει τους εργατοτεχνίτες που αποχώρησαν από την υπηρεσία μετά τις 7-4-2014 (χρόνος δημοσίευσης του εν λόγω νόμου) και όχι τους ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, που αποχώρησαν από την υπηρεσία προηγουμένως (28-7-2012), υπό την ισχύ των διατάξεων του ν. 3891/2010.
Επομένως ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή δε, δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του με αριθ. 46331134195209050005/22 παραβόλου, ποσού 300 ευρώ, που κατέθεσαν, διότι σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ, η υποχρέωση καταβολής παραβόλου δεν ισχύει στις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως η προκειμένη διαφορά. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 1179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 4-3-2022 και με αριθ. κατ. 19959/43/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 8838/2021 απόφασης του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών.
-Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του αναφερόμενου στο σκεπτικό της παρούσας παραβόλου, που κατέθεσαν.
-Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ