Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy court ruling on debt collection proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding debt collection. The appellants argued that the lower court improperly accepted evidence of fraud and violated procedural rules, but the Supreme Court found these arguments inadmissible or insufficient. The court upheld the lower court's assessment of evidence and the application of bankruptcy laws, rejecting the claim that the trial court exceeded its authority.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 495, 8 of the Code of Civil Procedure; Article 3 of Law 3869/2010: The Supreme Court reviews appeals only on points of law and does not re-evaluate the factual findings or evidence assessment made by the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1225/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Π. του Ι. και 2) Μ. Π. του Ι., συζ. Η. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιάντσιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA BANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ν.
ΣΕΡΡΩΝ ΣΥΝ.ΠΕ.", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Σερρών (ΔΟΥ Σερρών), που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), Τμήμα Σερρών και 8) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον επίσης κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 3-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 6η και το 8ο εκπροσωπήθηκαν από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ οι 1η, 3η, 4η, 5η και 7ο δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η, η 6η και το 8ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 6ης και του 8ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 25-5-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2/25-5-2020), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμ. 20/2019 απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των εφεσιβλήτων:1. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", 2. ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και 3. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη δεύτερης, τέταρτης και έβδομου των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τους ανωτέρω των εφεσιβλήτων που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην:
α) της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", β)της τέταρτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και γ) του έβδομου των εφεσιβλήτων ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), που, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. 2η σελίδα αυτής), είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στη δικάσιμο της 8-6-2018 ενώπιον, του, ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση των εκκαλούντων και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτοί (απολειπόμενοι) παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ως προς τους ανωτέρω των εφεσιβλήτων (εφόσον αυτοί είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση των εκκαλούντων), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 610/2023).
Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς τους ανωτέρω δεύτερη, τέταρτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρα 552, 553 παρ.
Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για την μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις με αριθμ. 3629β'/18-1-2022, 3625β'/18-1-2022, 3627β'/18-1-2022, 3623β'/18-1-2022 και 3628β'/18-1-2022, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Τ., που προσκομίζουν, με επίκληση, οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 25-5-2020 αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 5-11-2021, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-3-2023), και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 37. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω πρώτη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο έγινε από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ`του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:
Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, την, από 8-12-2015 (αριθμ. κατάθ. 254/30-12-2015), αίτηση κατά των αναιρεσιβλήτων πιστωτών τους, με την οποία επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης το οποίο αυτοί πρότειναν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με τις ευεργετικές διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού ληφθεί υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς επίσης την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας τους, προκειμένου να απαλλαγούν από τις οφειλές προς τους πιστωτές τους.
Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η με αριθμ. 191/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση, ως προς μεν τον πρώτο αιτούντα λόγω ύπαρξης στο πρόσωπό του εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας, μη εμπίπτοντας εκ του λόγου αυτού στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, επιπρόσθετα δε και λόγω περιέλευσής του εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, ως προς δε τη δεύτερη αιτούσα, λόγω περιέλευσής της εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής.
Οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, άσκησαν κατά της ανωτέρω απόφασης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, την, από 5-2-2018(αριθμ. κατάθ. 17/2018), έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου (άρθρου 1 του ν. 3869/2010), ζήτησαν την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αίτησής τους.
Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α` και β` και 2 περ. α` του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως το άρθρο αυτό ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Φ.Ε.Κ. Α` 94/14.8.2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του "1. φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Εμπ.Ν. έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του β.δ/τος της 2/15.5.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων" ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου.
Γι` αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του ΠτΚ και όχι αυτές του ν. 3869/2010. Επομένως, κρίσιμο χρονικό σημείο για την εφαρμογή ή μη του νόμου είναι η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας κατά το χρόνο υποβολής από τον οφειλέτη της αίτησης προς το δικαστήριο.
Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, οι οποίοι έπαυσαν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, συνέχισαν όμως και μετά την παύση της εμπορίας και της οικονομικής τους δραστηριότητας τις πληρωμές τους και περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, καθώς στην περίπτωση αυτή, όταν, δηλαδή, περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών, δεν είχαν πλέον πτωχευτική ικανότητα.
Ακόμη υπάγονται και οι "μικρέμποροι", για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας, όπως είναι π.χ. η μοδίστρα, ο μικροπωλητής σε υπαίθριες και λαϊκές αγορές, ο πλανόδιος λαχειοπώλης, οι κατασκευαστές-πωλητές ειδών τέχνης κλπ, καθόσον αυτοί είναι βιοπαλαιστές έτοιμοι να τραπούν σε άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα από εποχή σε εποχή και επομένως δεν έχουν κατά τα ισχύοντα στον ΠτΚ πτωχευτική ικανότητα.
Στο πρόσωπο των χαρακτηριζόμενων ως μικρεμπόρων δεν συντρέχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Κριτήρια αποτελούν ως εκ τούτου ιδίως η έλλειψη καταστήματος ή εμπορικής επιχείρησης, η απουσία απασχόλησης προσωπικού και η προσωπική ενασχόληση του οφειλέτη, η απουσία ιδιαίτερου εξοπλισμού και επένδυσης κεφαλαίου σε εγκαταστάσεις και ο μικρός κύκλος εργασιών.
Οι ζημίες μίας επιχείρησης από την άσκηση εμπορικών πράξεων οφείλονται, κατά κανόνα, είτε στην ανάληψη υποχρεώσεων εκ μέρους της, οι οποίες συνεπάγονται σταθερές μηνιαίες δαπάνες, όπως ενοίκια, τόκους δανείων, αμοιβές προσωπικού κ.λπ., τις οποίες αδυνατούν να καλύψουν τα έσοδα από την άσκηση των εμπορικών πράξεων, είτε στην χορήγηση πιστώσεων που αποδεικνύονται ανεπίδεκτες είσπραξης.
Όμως ένας μικροέμπορος, του οποίου τα εισοδήματα προέρχονται από το σωματικό του κάματο και όχι από την εκμετάλλευση κεφαλαίου ή εργατικού δυναμικού, δεν αναλαμβάνει τέτοιες υποχρεώσεις και δεν πουλάει με πίστωση, με συνέπεια να μην αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ζημιών από την άσκηση των εμπορικών του πράξεων.
Έτσι οι ζημίες από τη διενέργεια εμπορικών πράξεων είναι συνυφασμένες με κερδοσκοπική δραστηριότητα, η οποία όμως απουσιάζει εξ ορισμού από την μικρεμπορία. Άλλως, θα επρόκειτο για κανονική εμπορία και ο φορέας της θα διέθετε πτωχευτική ικανότητα και δεν θα υπάγονταν στις διατάξεις του ν. 3869/2010. Μπορεί και ο μικροέμπορος, κάποια στιγμή, να αντιμετωπίσει αρνητική ρευστότητα και ίσως να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών.
Η αιτία όμως για τούτο δεν θα είναι η μικρεμπορία, αλλά η ανάληψη προσωπικών ή οικογενειακών υποχρεώσεων που τα εισοδήματα από την μικρεμπορία δεν αποδείχθηκαν ικανά να εξυπηρετήσουν. Η μικρεμπορία, μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί να εμφανίσει ζημίες και αυτές περιορισμένου ύψους, ακριβώς διότι ελλείπει η κερδοσκοπική δραστηριότητα, ήτοι η επένδυση κεφαλαίου, η αποθεματοποίηση προϊόντων προς μεταπώληση ή επεξεργασία, η ανάληψη παγίων υποχρεώσεων και η χορήγηση πιστώσεων (ΑΠ 673/2022).Τον χαρακτηρισμό του μικροεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης (ΑΠ 1215/2018, ΑΠ 1208/2017).
Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου αυτού οι οφειλέτες, οι οποίοι, κατά το χρόνο της παύσης των πληρωμών, είχαν την εμπορική ιδιότητα, καθώς επίσης και όσοι έπαυσαν μεν την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, πλην όμως, κατά την παύση αυτή, ευρίσκοντο ήδη σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσουν τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές τους.
Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω νόμου. Άρα, κρίσιμο ζήτημα ως προς την εφαρμογή του ν. 3869/2010 αποτελεί η ιδιότητα του αιτούντος οφειλέτη ως εμπόρου ή μη, κυρίως κατά το χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης και όχι η εμπορικότητα ή μη του επίμαχου χρέους (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 610/2020, ΑΠ 611/2020, ΑΠ 71/2020, ΑΠ 327/ 2019, ΑΠ 804/2019, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 1215/2018, ΑΠ 803/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση(Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα δύο της σκέλη, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020) και τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ο πρώτος αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 εδ.
α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών με το να δεχτεί ότι αυτός διατηρεί συνεργείο βαφής αυτοκινήτων-φανοποιείο και είναι έμπορος καθώς ενεργεί εμπορικές πράξεις, ενώ: Α] ο μέσος όρος του τζίρου της επιχείρησής του κατά τα έτη 2005-2010 ήταν ετησίως 47.338,2 ευρώ (μηνιαίως 3.944 ευρώ) και ο μέσος όρος των κερδών του 11.834,58 ευρώ ετησίως (μηνιαίως 986 ευρώ) και κατά τα έτη 2011-2014, όταν έπαυσε τις πληρωμές προς τους πιστωτές του και το έτος 2015 όταν κατατέθηκε η αίτησή του, ο τζίρος και τα κέρδη του παρουσίασαν κατακόρυφη πτώση, Β] ουδέποτε απασχόλησε προσωπικό, Γ) τα διάφορα επενδυτικά δάνεια που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα 2005-2011 ήταν κεφάλαια κίνησης και δεν αποτελούσαν σημαντική επένδυση κεφαλαίου και Δ) η τυχόν αίτησή του για να κηρυχτεί σε παράσταση πτώχευσης θα απορρίπτονταν ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, 2 παρ. 2 του ν. 3588/2007, 1 του ΕμπΝ και 2 του β.δ/τος του έτους 1835 "Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων".
Ως προς τα ζητήματα αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:'' ... Ο πρώτος αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσείων), Η. Π. του Ι., γεννηθείς το έτος 1958, είναι βαφέας αυτοκινήτων και διατηρεί συνεργείο βαφής αυτοκινήτων στον …, σε μισθωμένη επαγγελματική στέγη έναντι μηνιαίου μισθώματος ήδη 350 ευρώ, αποκερδαίνοντας ετησίως το ποσό των 566,41 ευρώ (βλ.
εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2015). Τα δε ετήσια εισοδήματά τους, κατά το έτος 2015 ανήλθαν στο ποσό των 17.001,95 ευρώ, ήτοι 1.416,83 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2014 στο ποσό των 16.498,60 ευρώ (η επιχείρηση του πρώτου αιτούντος παρουσίαζε ζημία ύψους 1.280,98 ευρώ), ήτοι 1.374,88 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2013 στο ποσό των 25.090,8 ευρώ, ήτοι 2.090,9 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2012 στο ποσό των 20.087,56 ευρώ, ήτοι 1.674 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2011 στο ποσό των 25.794,73 ευρώ, ήτοι 2.149,56 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2010 στο ποσό των 20.466,67 ευρώ (η δε επιχείρηση του πρώτου αιτούντος παρουσίαζε ζημία ύψους 74,77 ευρώ), ήτοι 1.705,55 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2009 στο ποσό των 34.727,75 ευρώ, ήτοι 2.893,97 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2008 στο ποσό των 30.884,89 ευρώ, ήτοι 2.573,74 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2007 στο ποσό των 32.071,48 ευρώ, ήτοι 2.672,62 ευρώ μηνιαίως, το έτος 2006 στο ποσό των 31.068,67 ευρώ, ήτοι 2.589,05 ευρώ μηνιαίως και το έτος 2005 στο ποσό των 28.872,29 ευρώ, ήτοι 2.406,02 ευρώ μηνιαίως (βλ.
εκκαθαριστικά σημειώματα οικονομικών ετών 2014, 2013, 2012, 2011, 2010, 2009, 2008, 2007, 2006 και φορολογικών ετών 2014, 2015). Ο πρώτος αιτών, όπως εκτέθηκε και παραπάνω, διατηρεί εμπορική επιχείρηση στον …, και συγκεκριμένα συνεργείο βαφής αυτοκινήτων-φανοποιείο. Πρόκειται για επιτηδευματία που είναι έμπορος, καθώς διενεργεί εμπορικές πράξεις, όπως κατονομάζονται στον Εμπορικό Νόμο και στο β.δ.
της 2/14.05.1835 "περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων", κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό τον βιοπορισμό αλλά και την επιδίωξη του κέρδους μέσω της οργανωμένη επιχείρησης του στην οποία επένδυσε κεφάλαια δανειζόμενος μέσω τραπεζικών προϊόντων ήδη από το έτος 1989 (βλ. την κατάθεση του), αναλαμβάνοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο με την ελπίδα μεγαλύτερου κέρδους.
Τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του πρώτου αιτούντος ανήλθαν κατά το οικ. έτος 2006 (χρήση 2005) στο ποσό των 44.247,00 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2006), κατά το οικ. έτος 2007 (χρήση 2006) στο ποσό των 49.779,00 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2007), κατά το οικ. έτος 2008 (χρήση 2007) στο ποσό των 51.000,00 ευρώ (βλ.
εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2008), κατά το οικ. έτος 2009 (χρήση 2008) στο ποσό των 42.440,00 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2009) και κατά το οικ. έτος 2010 (χρήση 2009) στο ποσό των 49.225,71 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2010), κατά το οικ. έτος 2011 (χρήση 2010) παρουσίασε ζημία ύψους 74,77 ευρώ (βλ.
εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2011), κατά το οικ. έτος 2012 (χρήση 2011) στο ποσό των 6.484,06 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2012), κατά το οικ. έτος 2013 (χρήση 2012) στο ποσό των 3.664,88 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2013), κατά το οικ. έτος 2014 (χρήση 2013) στο ποσό των 2.089,26 ευρώ (βλ.
εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2014), κατά το φορ. έτος 2014 (χρήση 2014) παρουσίασε ζημία ύψους 1.280,98 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2014) και κατά το φορολογικό έτος 2015 στο ποσό των 566,41 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογικού έτους 2015). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεγάλο μέρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έλαβε ο πρώτος αιτών από τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριες, συνολικού ύψους άνω των 55.000 ευρώ, διατέθηκε για τις ανάγκες της επιχείρησής του, γεγονός που συνιστά αξιόλογη επένδυση κεφαλαίου.
Ο ίδιος έπαυσε τις πληρωμές του προς τις καθ' ων η αίτηση το έτος 2011, δηλαδή σε χρόνο που δεν είχε απολέσει την εμπορική του ιδιότητα, την οποία εξάλλου διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο πρώτος αιτών δεν εμπίπτει στην έννοια του μικρεμπόρου, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του περί τούτου, αφού διαθέτει οργανωμένη επιχείρηση (συνεργείο βαφής αυτοκινήτων) με σκοπό το κέρδος, ενώ το κέρδος του δεν αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου, αλλά αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών.
Το γεγονός δε πως ο κύκλος εργασιών του πρώτου αιτούντος μειώθηκε κατά τα έτη 2010-2011 και εξής λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει την χώρα, όπως άλλωστε συνέβη και στο μεγαλύτερο ποσοστό των επιχειρήσεων, δεν οδηγεί στην απώλεια από μέρους του πρώτου αιτούντος της εμπορικής του ιδιότητας ούτε είναι ικανό να του προσδώσει την έννοια του μικρεμπόρου.
Εφόσον κατά τα προρρηθέντα ο πρώτος αιτών είναι έμπορος, δεν μπορεί να υπαχθεί λόγω της πτωχευτικής του ικανότητας στις διατάξεις του ν. 3869/2010, και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση τυγχάνει ως προς τον πρώτο αιτούντα απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη...''. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν έμπορος κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για την υπαγωγή στο ν. 3869/2010 και ότι για το λόγο αυτό δεν υπάγεται στην προστασία του προαναφερόμενου νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 (πτωχευτικός κώδικας) και 2 του β.δ/τος 2/14-5-1835 `περί εμποροδικείων`, γιατί τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 για την υπαγωγή του αναιρεσείοντος στις προστατευτικές διατάξεις του ίδιου νόμου, ο οποίος προϋποθέτει την έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας για την άσκηση της αίτησης του δανειολήπτη.
Συγκεκριμένα, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά: α) ότι, ο ως άνω αναιρεσείων διατηρεί από το έτος 1989 οργανωμένη επιχείρηση συνεργείου βαφής αυτοκινήτων-φανοποιείο, β) ότι, η επιχείρηση αυτή λειτουργούσε σε μισθωμένο ακίνητο έναντι μισθώματος 350,00 ευρώ, γ) ότι, την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα την ασκούσε με κερδοσκοπικό σκοπό, αναλαμβάνοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο μέρος του οποίου αφορούν τα δάνεια που του χορήγησαν οι πιστώτριες τράπεζες, ήδη από το έτος 1989, για να καλύψει την έλλειψη ρευστότητας της επιχείρησής του, αναλαμβάνοντας τον επιχειρηματικό κίνδυνο με την ελπίδα μεγαλύτερου κέρδους, δ) ότι, πρόκειται για επιτηδευματία που είναι έμπορος, καθώς διενεργεί εμπορικές πράξεις κατά τον Εμπορικό Νόμο και το β.δ/γμα 2/14-5-1835 `περί εμποροδικείων`, με σκοπό το βιοπορισμό αλλά και την επιδίωξη κέρδους μέσω της οργανωμένης επιχείρησής του στην οποία επένδυσε κεφάλαια μέσω του δανεισμού του, ενώ δεν είναι μικρέμπορος δηλαδή βιοπαλαιστής με μικρής κλίμακα απασχόληση, ο οποίος δεν καταφεύγει στη σύναψη συμβάσεων πίστωσης για την ενίσχυση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, όπως έπραττε ο πρώτος αναιρεσείων.
Σημειωτέον ότι οι ληφθείσες επιχειρηματικές πιστώσεις εκ μέρους του πρώτου αιτούντος από τους καθ' ων η αίτηση δεν προσιδιάζουν σε μικρέμπορο, καθώς αποτελούν ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου αρκετά μεγάλου ύψους, που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ενέχει κερδοσκοπικό συμφέρον (ΑΠ 756/2020) και ε) ότι, η μείωση του κύκλου εργασιών του κατά τα έτη 2010-2011 και μετέπειτα λόγω της οικονομικής κρίσης, όπως συνέβη και στο μεγαλύτερο ποσοστό των επιχειρήσεων, δεν οδηγεί στην απώλεια από μέρους του της εμπορικής του ιδιότητας ούτε μπορεί να του προσδώσει την έννοια του μικρεμπόρου καθόσον το κέρδος του δεν αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου, αλλά αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών.
Οι παραδοχές αυτές πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 3588/2007 (πτωχευτικός κώδικας) και 2 του β.δ/τος 2/1835, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε κρίνοντας ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε την εμπορική ιδιότητα και άρα πτωχευτική ικανότητα, τις οποίες συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή, ενώ αντίστοιχα απέκλεισε την πλήρωση του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, η οποία, για την εφαρμογή της, προϋποθέτει έλλειψη εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας του δανειολήπτη ως αρνητικό στοιχείο για την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 και ορθώς δεν εφαρμόστηκε.
Για το τελευταίο δε κρίσιμο ζήτημα το δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Οι περαιτέρω επικαλούμενες από τον πρώτο αναιρεσείοντα αιτιάσεις κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι το Εφετείο α) αγνόησε την μείωση του τζίρου και των κερδών του από την μικρή επιχείρησή του, β) δεν αναφέρει τα τραπεζικά προϊόντα που συμφώνησε με τις πιστώτριες τράπεζες, γ) δεν αναφέρει τη λειτουργία και δομή της επιχείρησής του, καθώς και την έκταση της δραστηριότητάς του, δ) αγνόησε την έλλειψη προσωπικού και ε) αγνόησε τη λήψη των επενδυτικών δανείων ως κεφαλαίων κίνησης, κρίνονται απορριπτέες, ως απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πλέον της ουσιαστικής τους αβασιμότητας.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή(ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι κατά τα προαναφερόμενα η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύφος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).
Τέλος, στη περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει τις πλεοναστικές αιτιολογίες εφόσον η μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή, αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 22/2022, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 636/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες - σύζυγοι - αιτούντες την υπαγωγή τους στον ν. 3869/2010, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις: Α] ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, καθώς και Β] ότι παρά την προβολή σχετικού ισχυρισμού τους, με λόγο έφεσης και με τις προτάσεις τους ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, περί αοριστίας της ένστασης δόλου της πρώτης, δεύτερης, πέμπτης και έβδομου των εφεσιβλήτων πιστωτών (ήδη πρώτης, δεύτερης, πέμπτης και έβδομου των αναιρεσιβλήτων), το ως άνω δικαστήριο απέρριψε τον περί αοριστίας της εν λόγω ένστασης ισχυρισμό τους και επικύρωσε την με αριθμ. 191/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, το οποίο αφού δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ανωτέρω ένσταση, απέρριψε την αίτησή τους για τη δικαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τους καθών η αίτηση πιστωτές.
Ως προς τα ζητήματα αυτά το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''... Ο πρώτος αιτών (πρώτος αναιρεσείων), Η.
Π. του Ι., γεννηθείς το έτος 1958, είναι σύζυγος της δεύτερης αιτούσας (δεύτερης αναιρεσείουσας), Μ. Π. του Ι., γεννηθείσας το 1963 και από το γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο ενήλικα τέκνα, κόρη και υιό, ηλικίας 33 και 28 ετών (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../2015 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης δήμου ...). Η κόρη των διαδίκων παντρεύτηκε το έτος 2008, ενώ ο υιός τους είναι άγαμος, άνεργος και διαμένει με τους αιτούντες, οι οποίοι τον διατρέφουν.
Η δεύτερη αιτούσα, Μ. Π., εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Σερρών με μηνιαίες απολαβές, ύψους 1.154,20 ευρώ (βλ. την από 16.11.2015 βεβαίωση αποδοχών και κρατήσεων), ενώ ο σύζυγος της, Η. Π., είναι βαφέας αυτοκινήτων και διατηρεί συνεργείο βαφής αυτοκινήτων στον ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε χρονικό διάστημα προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αιτήσεως και συγκεκριμένα τα έτη 1989 έως 2008, η δεύτερη αιτούσα κατήρτισε με τους πιστωτές της, που αναφέρονται στην αίτηση, συμβάσεις, οι οποίες αφορούν ως επί το πλείστον σε στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες, οι οφειλές από τα οποία έχουν ξεπεράσει το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ.
Η δημιουργία των πιο πάνω χρεών οφείλεται σε δόλο της δεύτερης αιτούσας και τούτο διότι, ενώ γνώριζε ότι ο μισθός της αποτελούσε το μοναδικό σταθερό εισόδημα στην οικογένεια, καθώς ο σύζυγος της διατηρεί επιχείρηση χωρίς σταθερά εισοδήματα, εντούτοις, προέβαινε σε συνεχή δανεισμό, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο να περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της και το αποδεχόταν χωρίς να κάνει κάτι για να το αποφύγει, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Συνεπώς, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής, υπήρξε εξ ορισμού από του χρόνου ήδη της λήψης των δανείων και των πιστωτικών καρτών. Και ναι μεν δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες στην προκειμένη περίπτωση) έχουν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν, εκτός από την έρευνα των οικονομικών στοιχείων των υποψήφιων πελατών τους, μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών, και τις τυχόν δανειακές τους υποχρεώσεις σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και την εν γένει οικονομική τους συμπεριφορά (ύπαρξη ακάλυπτων επιταγών, κατασχέσεων κλπ.), μέσω του συστήματος "Τειρεσίας" (σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς και σύστημα συγκέντρωσης κινδύνων), ωστόσο δεν πρέπει να θεωρείται ότι ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να επιδείξει επιμέλεια και πρόνοια για την επιλογή της κατάλληλης πίστωσης κατά την κατάρτιση της σύμβασης, καθώς ο οφειλέτης που με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, όπως εν προκειμένω, και δεν αλλάζει συμπεριφορά αποδεχόμενος το αποτέλεσμα δεν δικαιούται να υπαχθεί στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 ...
Συγκεκριμένα, ο πρώτος αιτών, σύζυγος της δεύτερης αιτούσας, κατέθεσε ανωμοτί ότι κατά την λήψη των δανείων τους (1989-2009) και πριν υποστούν μειώσεις στα εισοδήματά τους (του ιδίου και της συζύγου του) κατέβαλαν τις δόσεις για την εξυπηρέτηση των δανείων τους και ότι περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών περί το έτος 2011 όταν μειώθηκαν τα εισοδήματα τους, ωστόσο σε άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει ότι κάθε μήνα κατέβαλαν δόσεις ανάλογα και με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους.
Τα περισσότερα δάνεια της δεύτερης αιτούσας ελήφθησαν τα έτη 1999 έως 2008 όταν τα ετήσια εισοδήματά της κυμαίνονταν από 17.800,00 έως 20.200,00 ευρώ, ήτοι περίπου 1.600,00 ευρώ μηνιαίως, τα δε εισοδήματα του συζύγου της ανέρχονταν στο ίδιο χρονικό διάστημα κατά μέσο όρο στο ποσό των 900 ευρώ, ενώ για την εξυπηρέτηση του συνόλου των δανείων (που έλαβε η δεύτερη αιτούσα και ο σύζυγός της) απαιτούνταν το συνολικό ποσό των 1.150 ευρώ, όπως προκύπτει από το σύνολο των τελευταίων ενήμερων δόσεων, ήτοι σχεδόν το σύνολο του μισθού της, και απέμενε για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών ποσό ύψους 450 ευρώ από το μισθό της που αποτελούσε το μόνο σταθερό εισόδημα της οικογένειας και συνολικό οικογενειακό εισόδημα 1.350 (=450+900) ευρώ.
Κατά συνέπεια, συνολικά, η δεύτερη αιτούσα έλαβε δάνεια και εγγυήθηκε για δάνεια του συζύγου της για την, συνολική εξυπηρέτηση των οποίων απαιτούνταν μηνιαίως το συνολικό ποσό των 1.150 ευρώ, ο δε σύζυγός της κατέβαλε δόσεις πέραν των 400,00 ευρώ, όταν τα μηνιαία εισοδήματά τους δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 2.500 ευρώ.
Τα εισοδήματά της δεύτερης αιτούσας παρέμειναν σταθερά κατά τα έτη 2007-2011, τα δε εισοδήματα του συζύγου της μειώθηκαν κατά το έτος 2011, ωστόσο η δεύτερη αιτούσα είχε περιέλθει σε αδυναμία πληρωμών ήδη από τον χρόνο λήψης των δανείων, κατά συνέπεια προέβλεψε ως ενδεχόμενο να οδηγηθεί σε αδυναμία πληρωμών και το αποδέχθηκε.
Εξάλλου, παρόλο που ο σύζυγος της δεύτερης αιτούσας κατέθεσε κατά την εξέτασή του στο ακροατήριο ότι όταν λάμβαναν τα δάνεια μπορούσαν να τα αποπληρώσουν, σε άλλο σημείο της κατάθεσης του αναφέρει πως κατέβαλαν δόσεις ανάλογα και με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις τους, ήτοι ήδη από τον χρόνο λήψης των δανείων δεν ήταν σε θέση να καταβάλουν τις δόσεις για το σύνολο των υποχρεώσεων που ανέλαβαν.
Για αυτόν τον λόγο άλλωστε η δεύτερη αιτούσα (και ο σύζυγος της) έπαυσαν τις πληρωμές μέρους των οφειλών τους ήδη από το έτος 2011, ήτοι μόλις δύο έτη μετά την λήψη των δανείων τους. Το επάγγελμα της δεύτερης αιτούσας της απέφερε μεν ένα σταθερό εισόδημα, το οποίο όμως ανέρχονταν κατά τον χρόνο λήψης των δανείων στο ποσό των 1.600 ευρώ, ωστόσο ο σύζυγος της ασκούσε ελεύθερο επάγγελμα χωρίς σταθερά εισοδήματα, και παρόλα αυτά η ίδια δημιούργησε οφειλές συνολικού ύψους σχεδόν 117.648,75 ευρώ για την εξυπηρέτηση των οποίων απαιτούνταν δόσεις συνολικού ποσού 1.150 ευρώ μηνιαίως, ο δε σύζυγος κατέβαλε μηνιαίως έναντι των οφειλών του, ύψους 173.592,22 ευρώ, ποσό πέραν των 400 ευρώ.
Επομένως, δολίως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περιήλθε η δεύτερη αιτούσα σε αδυναμία πληρωμών των χρεών της, διότι, παρόλο που ο μισθός της αποτελούσε το μοναδικό σταθερό εισόδημα της οικογένειας, άρχισε να λαμβάνει δάνεια και να χρεώνεται, ενώ εκ των προτέρων, προέβλεπε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν άλλαζε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα, καθώς γνώριζε πολύ καλά ότι δεν επαρκούσαν τα εισοδήματά της για την κανονική εξυπηρέτησή τους.
Το δε γεγονός ότι η αιτούσα προέβη στην σύναψη των πιο πάνω δανείων όχι για να διάγει πολυτελή βίο και να εξασφαλίσει για την ίδια ένα ανώτερο βιοτικό επίπεδο, αλλά για να καλύψει κυρίως στεγαστικές της ανάγκες, αλλά και για την ενίσχυση της επιχείρησης του συζύγου της, δεν αναιρεί την εκ δόλου περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, καθώς δεν ήταν ήδη κατά τον χρόνο λήψης των δανείων σε θέση να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη αιτούσα αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση προέβαινε σε διαρκείς λήψεις δανείων και πιστωτικών καρτών, ενώ εκ των προτέρων, προέβλεπε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών.
Συνεπώς, παρόλο που οι πιστώτριες ακολουθούσαν επιθετική στρατηγική προκειμένου να την δανειοδοτούν η δεύτερη αιτούσα είχε τον τελευταίο λόγο για τη σύναψη ή μη των σχετικών συμβάσεων εκ μέρους της. Ως εκ περισσού, πρέπει να σημειωθεί πως, η υπό κρίση αίτηση ως προς τον πρώτο αιτούντα κρίνεται απορριπτέα και λόγω δόλιας περιέλευσης του τελευταίου σε αδυναμία πληρωμών, καθώς καθίσταται σαφές ότι κατά την χρονική περίοδο κατά την οποία ο αιτών ανέλαβε τα παραπάνω χρέη προέβλεψε ως πιθανόν ότι θα ήταν αδύνατη η αποπληρωμή τους και ότι συνακόλουθα θα οδηγούνταν σε αδυναμία πληρωμών και το αποδέχθηκε, ο υψηλός δε βαθμός πιθανότητας της επερχόμενης εκ μέρους του αιτούντος αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου ύψους των οφειλών του σε σχέση με τα εισοδήματά του, τα οποία ουδέποτε ξεπέρασαν το ποσό των 12.750,00 ευρώ ετησίως, ήτοι 1.000,00 ευρώ περίπου μηνιαίως, δεν δικαιολογεί την πίστη του πρώτου αιτούντος ότι το αποτέλεσμα αυτό (αδυναμία πληρωμής) θα μπορούσε να αποφευχθεί.
Η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί της δόλιας συμπεριφοράς του πρώτου αιτούντος ενισχύεται από το δυσανάλογο του ύψους των εισοδημάτων του κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ανέλαβε τα χρέη σε σχέση με το μεγάλο ύψος των υφισταμένων κατά το έτος αυτό οφειλών του. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως το ότι σε μεγάλο μέρος των δανειακών υποχρεώσεών τόσο του πρώτου αιτούντος όσο και της δεύτερης αιτούσας ενέχονται αυτοί υπό την ιδιότητα του εγγυητή, δεν αναιρεί την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο τους καθώς συνεπεία του έντονου προσωποπαγούς χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης στην προκειμένη περίπτωση διαδικασίας τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης όσο και ως προς τις συνέπειες αυτών, ο εγγυητής αποτελεί σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη πρόσωπο με διακριτή συναλλακτική δραστηριότητα και ευθύνη, με αποτέλεσμα οι πιστωτές να διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους κατ" αυτού (...).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως προς τον πρώτο αιτούντα ως ουσία αβάσιμη αφενός λόγω ύπαρξης εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας στο πρόσωπο του και αφετέρου λόγω περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής με δικό του δόλο, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της προταθείσας ένστασης της πρώτης, της δεύτερης, της πέμπτης και του έβδομου των καθ' ων η αίτηση, και ως προς την δεύτερη αιτούσα να απορριφθεί η αίτηση ως ουσία αβάσιμη λόγω περιέλευσης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής με δικό της δόλο, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της αντίστοιχης ένστασης περί δόλιας περιέλευσης της σε αδυναμία πληρωμών που προβλήθηκε από την πρώτη, δεύτερη, πέμπτη και το έβδομο των καθ'ων η αίτηση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια αναφορικά με τις ως άνω ενστάσεις και ακολούθως απέρριψε την αίτηση των εκκαλούντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω μια με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων του συνόλου των λόγων έφεσης ...''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την, από 5-2-2018 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 191/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσία η ένδικη αίτησή τους, επειδή αυτοί είχαν περιέλθει από (ενδεχόμενο) δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων προς τους πιστωτές τους.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω των αναιρεσειόντων περιορίζεται στην πρόθεσή τους και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 545/2021, ΑΠ 153/2017), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σ` αυτούς τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων την πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά τους, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο τους, εφόσον αυτοί, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζαν καλύτερα από τον καθένα και, εν προκειμένω, καλύτερα από τις τράπεζες την πραγματική οικονομική τους κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξαν να συναλλαχθούν με αυτές (τράπεζες).
Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος των εν λόγω αναιρεσειόντων ενδεχόμενου δόλου κατά τον προεκτεθέντα χρόνο (ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβαν οι αιτούντες-σύζυγοι και ήδη αναιρεσείοντες, το οποίο ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 110.000 ευρώ προερχόμενο από στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες και ποσό 55.000 ευρώ προερχόμενο από δάνεια που έλαβε ο πρώτος από αυτούς, β) το οικογενειακό εισόδημα της δεύτερης αιτούσας, καθώς και του συζύγου της-πρώτου αιτούντος, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2005 έως 2015, με τις κατά μήνα αποδοχές τους, γ) την ηλικία των αιτούντων-αναιρεσειόντων και το επάγγελμά τους, δ) ότι τα περισσότερα δάνεια λήφθησαν τα έτη 1999 έως 2008 όταν τα ετήσια εισοδήματα της δεύτερης αιτούσας κυμαίνονταν από 17.800 ευρώ έως 20.200 ευρώ δηλ. 1.600 ευρώ περίπου κατά μήνα (τα δε εισοδήματα του συζύγου της, στο ίδιο χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε 900,00 ευρώ μηνιαίως περίπου) και για την εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούνταν το ποσό των 1.150 ευρώ μηνιαίως και απέμενε για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών το ποσό των 450,00 ευρώ μηνιαίως από το μισθό της που αποτελούσε το μόνο σταθερό εισόδημα της οικογένειάς της, ε) ότι, προέβαινε αυτή, όπως και ο σύζυγός της, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθούν στην εξόφλησή τους (δανείων) καθόσον εκ των προτέρων γνώριζαν την εισοδηματική τους κατάσταση και ότι ήταν αδύνατον να τα εξυπηρετήσουν συνολικά, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το μόνο σταθερό εισόδημά τους ήταν ο μισθός της δεύτερης αναιρεσείουσας και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτών τους, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει τους ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής τους θέσης ή προσωπικής τους κατάστασης, ώστε να ανταποκριθούν στα χρέη τους.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες ειδικότερα διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και αναφέρεται στις δανειακές τους συμβάσεις, εν τούτοις δεν περιέλαβε αιτιολογία για α) ποια τραπεζικά προϊόντα συμφώνησε ο καθένας και οι χρόνοι κατά τους οποίους αυτά συμφωνήθηκαν, β) το αρχικό και τελικό ύψος καθενός των τραπεζικών προϊόντων και γ) το αρχικό ύψος της μηνιαίας δόσης που ο καθένας ανέλαβε, αποτελούν επιχειρήματα αυτών (αναιρεσειόντων) για την πληρέστερη κατά την άποψή τους ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1446/2018), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύοντας αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων κατά το χρονικό διάστημα 2005-2015, όπως και την οικογενειακή τους κατάσταση και την περιουσία τους, καθώς και ότι η υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτοί συμφώνησαν με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκαν ο αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Η περαιτέρω επικαλούμενη, στον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές σχετικώς με τις βασικές τουλάχιστον βιοτικές ανάγκες των αναιρεσειόντων, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν οι αναιρεσείοντες - οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, κρίνεται απορριπτέα, ως στερούμενη, εν προκειμένω, έννομης επιρροής, εφόσον η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε, λόγω δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών και όχι γιατί κρίθηκε ότι αυτοί δεν είχαν περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, οπότε η ως άνω ανεπάρκεια θα είχε πράγματι ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 1208 /2017).
Τέλος, η εμπεριεχόμενη στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτίαση, περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (έφεσης των αναιρεσειόντων, προτάσεων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, πρακτικών συνεδριάσεων αυτών και αποφάσεων αυτών), προκύπτει ότι η ένσταση δόλου, που υποβλήθηκε από την πρώτη, δεύτερη και πέμπτη των καθών η αίτηση και ήδη πρώτη, δεύτερη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων πιστωτών, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, επαναφέρθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις της πρώτης και πέμπτης των ως άνω ενιστάμενων προς απόκρουση σχετικού λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμ. 191/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Σερρών, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).
Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση των αναιρεσειόντων έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης δόλου, δεχόμενο ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες προέβλεψαν την αδυναμία πληρωμής των χρεών τους ως πιθανή και την αποδέχθηκαν. Την ένσταση δόλου η ως άνω πρώτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων επανέφεραν με τις προτάσεις ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, στις οποίες, σε σχέση με την ένσταση αυτή ειδικότερα η πρώτη και η πέμπτη των αναιρεσιβλήτων αναφέρουν, στις από 8-6-2018 προτάσεις τους, τα ακόλουθα ''...
οι εκκαλούντες ανέλαβαν πλήθος δανειακών υποχρεώσεων, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 180.000€ περίπου. Όπως επισημαίνει και η εκκαλουμένη απόφαση στο σκεπτικό της οι εκκαλούντες ανέλαβαν τα δάνεια αυτά ενώ το μηνιαίο εισόδημα του πρώτου των αντιδίκων δεν ήταν σταθερό και ενώ το μοναδικό σταθερό εισόδημα της οικογένειας ήταν ο μισθός της δεύτερης των εκκαλούντων.
Οι αντίδικοι παραπονούνται και ισχυρίζονται ότι το μηνιαίο τους εισόδημα επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων ενώ οι μηνιαίες δόσεις των δανείων τους ανέρχονταν στο ποσό των 1.078€ και όχι 1.500€, όπως ισχυρίζεται η εκκαλουμένη απόφαση. Ωστόσο ακόμα και αν γίνει δεκτός ο ανωτέρω ισχυρισμός και πάλι οι εκκαλούντες σύμφωνα με τα εισοδήματα που δήλωναν κατά τα έτη δανειοδότησης τους δεν μπορούσαν ανταποκριθούν στο δανεισμό τους εφόσον είχαν ήδη πάψει να εξυπηρετούν τα δάνεια τους από τα έτη 2011-2012 και ενώ τα εισοδήματά τους δεν έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από 5.8.2016 Βεβαιώσεις Οφειλών της Τράπεζάς μας, ο εκκαλών έπαψε να εξυπηρετεί τα δάνεια του προς την Τράπεζα μας ήδη από τις 19/11/2012, 6/9/2014 και 10/3/2014 και ενώ για τα έτη εκείνα δήλωνε μηνιαία εισοδήματα ποσού 1.705,5€, 2.149,56€ και 2.090,90€ αντίστοιχα, ποσά τα οποία δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα όσα δήλωνε για τα έτη 2006 και 2007.
Επίσης και η δεύτερη των αντιδίκων έπαψε τις καταβολές της προς εμάς ήδη από τα έτη 2012 και 2014, με τελευταία καταβολή ποσού μόλις 0,62€ στο επιχειρηματικό της δάνειο στις 19/11/2012. Εξάλλου το γεγονός ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο δανεισμό τους αποδεικνύει και το γεγονός ότι έπαυσαν τις πληρωμές τους ήδη από το 2011, όπως αναφέρει και η εκκαλουμένη απόφαση, δηλαδή δύο μόλις έτη μετά την λήψη του συνόλου των δανείων τους.
Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ευκρινώς ότι οι εκκαλούντες δολίως περιήλθαν σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων ... ο πρώτος των αιτούντων έλαβε από διάφορες τράπεζες δώδεκα τραπεζικά προϊόντα και το σύνολο των οφειλών του σ' αυτές είναι 126.734,72 ευρώ ... Κατά συνέπεια ο αιτών λαμβάνοντας το ανωτέρα δάνειο γνωρίζοντας ότι τα μηνιαία οικογενειακά του εισοδήματα ήταν μικρά και έβαιναν μειούμενα και επιβαρυνόμενος με τα έξοδα ανατροφής και σπουδών των δύο τέκνων του, είχε τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο ότι δεν θα μπορούσε να τα αποπληρώσει.
Επομένως δολίως ζήτησε και έλαβε τα δάνεια αυτά αφού η πρόθεσή του ήταν να μην τα αποπληρώσει ...''. Ζήτησαν δε να γίνουν δεκτοί όλοι οι προβαλλόμενοι με τις προτάσεις τους ισχυρισμοί και ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση περί δόλιας περιέλευσης των αιτούντων οφειλετών και ήδη αναιρεσειόντων σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών υποχρεώσεών τους, οφειλόμενη σε ενδεχόμενο δόλο τους.
Η ένσταση αυτή παραδεκτά επαναφέρθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι οι αιτούντες συμφώνησαν με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπαν ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τους οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά, που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο των οφειλετών. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης, καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης (πρώτος και δεύτερος), ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέοι και ως αλυσιτελείς, καθόσον, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, πλήττουν την πλεοναστική αιτιολογία αυτής, ως προς την δόλια περιέλευση αυτού (πρώτου αναιρεσείοντος) σε αδυναμία πληρωμών, η δε κύρια αιτιολογία αυτή, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ότι, δηλαδή, ο πρώτος αιτών-πρώτος αναιρεσείων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, λόγω ύπαρξης στο πρόσωπό του εμπορικής ιδιότητας και πτωχευτικής ικανότητας, δεν πλήττεται επιτυχώς με αναιρετικό λόγο (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 997/2019).
Κατ` ακολουθία, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1εδ.α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 25-5-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 2/25-5-2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 20/2019 απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ