Supreme Court dismisses appeal against final judgment on fuel contract breach and early termination damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed AVINOIL's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding a fuel supply contract dispute. The lower court had ruled that AVINOIL must pay M. Ξ. the Σ. approximately 229,865 euros for overpricing and early termination damages. The court found no error in the application of contract law or interpretation of the agreement's terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal when the Court of Appeal correctly applies substantive law and interprets contractual terms without error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1225/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ) με διακριτικό τίτλο "AVINOIL", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CYCLON ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" με διακριτικό τίτλο "CYCLON ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Καρατζά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ξ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Χρήστου Σπυρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1373/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 574/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 26-3-2018 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 574/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 19-9-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1373/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 14-9-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτής και την είχε υποχρεώσει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 229.865,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο και συγκεκριμένα το ποσό των 71.352,48 ευρώ, λόγω υπερτιμολογήσεων των πωλουμένων και παραδιδομένων σ' αυτή υγρών καυσίμων και πετρελαιοειδών προϊόντων, κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου και το ποσό των 158.333,34 ευρώ, για καταπεσούσα σε βάρος της ποινική ρήτρα, λόγω πρόωρης λύσης της μεταξύ τους ως άνω σύμβασης με καταγγελία της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της προμηθεύτριας εταιρείας, της οποίας αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) τυγχάνει καθολική διάδοχος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 και 164 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι, αν η μη υποκειμένη, κατά το νόμο, σε έγγραφο τύπο σύμβαση έγινε εγγράφως και συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση αυτής θα γίνεται εγγράφως, μπορεί παρά τη συμφωνία αυτή με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρή, να τροποποιηθεί η αρχική σύμβαση, διότι η νεότερη αυτή συμφωνία καταργεί αυτήν περί εγγράφου τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 424/2011, ΑΠ 766/ 2003).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ( κατά το κύριο και επικουρικό σκέλος του) αιτιάται το εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 159 και 164 ΑΚ, διότι δεν τις εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή τους και (κατά το κύριο σκέλος) αντί να αχθεί στο πόρισμα, ότι η, εκ μέρους της εταιρείας με την επωνυμία "CYCLON ΕΛΛΑΣ ΑΕ", της οποίας αυτή τυγχάνει οιονεί καθολική διάδοχος, μεταγενεστέρως της από 20-1-2006 κύριας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, πώληση και παράδοση στην αναιρεσίβλητη υγρών καυσίμων με τιμολόγηση σε τιμές ψηλότερες από αυτές, που καθορίζονταν στη μεταξύ τους σύμβαση και η παραλαβή αυτών από την τελευταία και η πληρωμή των σχετικών τιμολογίων, στοιχειοθετούσε άτυπη (προφορική ή σιωπηρή) τροποποίηση του όρου με αριθ. 3 αυτής (κύριας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας), σε σχέση με την τιμή πώλησης των καυσίμων, δέχτηκε, ότι αποτελούσε παραβίαση της σύμβασης (υπερτιμολόγηση), δεχόμενο ότι για την τροποποίηση απαιτείτο έγγραφος τύπος, ο οποίος δεν τηρήθηκε, αν και η ακυρότητα αυτή θεραπεύτηκε εκ των υστέρων με την αμφιμερή εκπλήρωση των συμβατικών όρων της σύμβασης.
Και σε κάθε περίπτωση (κατά το επικουρικό σκέλος), εάν ήθελε υποτεθεί, ότι η εκπλήρωση των επιμέρους συμβάσεων πώλησης των υγρών καυσίμων δεν συνιστά νόμιμη θεραπεία της έλλειψης εγγράφου τύπου, ως προς την τροποποίηση των όρων της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, δια της αναθεώρησης των τιμών, κατά τα ανωτέρω, η τροποποίηση αυτή τυγχάνει άκυρη, ελλείψει εγγράφου τύπου και έπρεπε να δεχθεί ότι η διαφορά μεταξύ του συμβατικώς καταβληθέντος και του τελικώς χρεωθέντος ποσού τυγχάνει αχρεώστητη και εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αγωγική βάση, η οποία όμως είχε απορριφθεί πρωτοδίκως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία: " Η ενάγουσα...τον Ιανουάριο του 2006 συνήψε με την εταιρεία με την επωνυμία "CYCLON ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "CYCLON ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπούνταν νόμιμα, της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος είναι η εναγόμενη (σημ.
εκκαλούσα), μετά την απορρόφηση με διάσπαση του κλάδου καυσίμων αυτής, σύμφωνα με τη με αριθμό …/2015 πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Μπουκουβάλα, την από 20.1.2006 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, τους με την ίδια ημερομηνία όρους συνεργασίας και το επίσης από 20.1.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κύριας σύμβασης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, η ενάγουσα θα προμηθεύεται αποκλειστικά από την εναγόμενη εταιρεία υγρά καύσιμα και προϊόντα πετρελαιοειδών, όπως βενζίνη κάθε είδους, πετρέλαιο τροχοφόρων, πετρέλαιο θέρμανσης, λιπαντικά και γενικά όλα τα είδη που πωλεί ή θα πωλεί στο μέλλον η "CYCLON ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, η οποία ορίστηκε πενταετής, από 22.1.2006 έως και 22.1.2011, τα οποία στη συνέχεια αυτή θα διαθέτει, έναντι κέρδους, προς τρίτους από το πρατήριό της...
Επιπλέον, με τον όρο 3 της ίδιας σύμβασης συμφωνήθηκε ότι τα υγρά καύσιμα και τα ορυκτέλαια - λιπαντικά, που πωλεί και παραδίδει η εταιρεία στην ενάγουσα θα τιμολογούνται πάντοτε με βάση τις τιμές των τιμοκαταλόγων που θα ισχύουν κατά την ημέρα παράδοσής τους και κατά τους όρους της εμπορικής συνεργασίας, ενώ στον όρο 6 της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα γίνεται κυρία των προϊόντων που θα της παραδίδει η εναγόμενη από την είσοδο των προϊόντων αυτών στις δεξαμενές ή τις αποθήκες του πρατηρίου.
Τέλος, στον όρο 13 της πιο πάνω σύμβασης προβλέφθηκε, ότι κάθε τροποποίηση οποιουδήποτε όρου αυτής θα αποδεικνύεται από έγγραφο...ενώ με τον αριθμό 6 συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση αναίτιας καταγγελίας της σύμβασης ή διαφορετικά σε περίπτωση που ο ένας από τους συμβαλλόμενους προκαλέσει στον άλλο την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση, αυτός που καταγγέλλει αναίτια ή αυτός που προκαλεί κακόπιστα την καταγγελία της σύμβασης, θα καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό του ποινική ρήτρα 50.000 ευρώ για κάθε έτος συνεργασίας που υπολείπεται μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξης της σύμβασης...Ακόμη, με το από 20.1.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκαν οι τιμές πώλησης προς την ενάγουσα της βενζίνης (σούπερ) με αντικατάσταση μολύβδου ή LRP, της βενζίνης SPL, του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης και του αγροτικού πετρελαίου, στο ποσό της τιμής που ισχύει κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." (ΕΛ.ΠΕ), χωρίς Φ.Π.Α., προσαυξημένο με 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και για το υγρό καύσιμο U, στο ποσό της τιμής που ισχύει κατά την ημέρα παράδοσης από την, εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." (ΕΛ.ΠΕ), χωρίς Φ.Π.Α., προσαυξημένο με 9 ευρώ ανά κυβικό μέτρο.
Με το ίδιο συμφωνητικό επαναδιατυπώθηκε ότι ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής των υγρών καυσίμων και οι λοιποί όροι συνεργασίας, ισχύουν, όπως περιγράφονται στην από 20.1.2006 σύμβαση, και ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της πιο πάνω συμφωνίας θα γίνεται έγγραφα, μετά από συμφωνία των μερών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η συνεργασία μεταξύ των μερών δεν εξελίχθηκε ομαλά, με συνέπεια, η ενάγουσα, με την από 14.11.2007 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην αντισυμβαλλόμενη της "CYCLON ΕΛΛΑΣ Α.Ε." στις 19.11.2007, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 6593Β7 /19.11.2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.
Π., να καταγγείλει τη σχετική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας. Στην πιο πάνω δήλωση η ενάγουσα επικαλείται, μεταξύ άλλων, ότι η "CYCLON ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", χρέωνε τις ποσότητες καυσίμων, που της παρέδιδε, με τιμές μεγαλύτερες από αυτές, που είχαν συμφωνηθεί, έχοντας εισπράξει, χωρίς να το δικαιούται, ποσό περίπου 100.000 ευρώ.
Ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις αυτής (ενάγουσας), η "CYCLON ΕΛΛΑ,Σ Α.Ε." δε συμμορφώθηκε με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και κατόπιν αυτών, θεωρεί ότι η μεταξύ τους σύμβαση λύθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα της τελευταίας. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, με τον όρο 3 της από 20.1.2006 σύμβασης συμφωνήθηκε ότι τα υγρά καύσιμα και τα ορυκτέλαια - λιπαντικά, που πωλεί και παραδίδει η εταιρεία στην ενάγουσα θα τιμολογούνται πάντοτε με βάση τις τιμές των τιμοκαταλόγων που θα ισχύουν κατά την ημέρα παράδοσής τους και με το από 20.1.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκαν οι τιμές πώλησης προς την ενάγουσα της βενζίνης LKP, της βενζίνης SPL, του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης και του αγροτικού πετρελαίου, στο ποσό της τιμής που ισχύει κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." (ΕΛ.ΠΕ.), χωρίς Φ.Π.Α., προσαυξημένο με 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο.
Όμως από τα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής αποδεικνύεται ότι από την αρχή της συνεργασίας των μερών, η εταιρεία "CYCLON ΕΛΛΑΣ Α.Ε." χρέωνε τις ποσότητες υγρών καυσίμων που πωλούσε και παρέδιδε στην ενάγουσα σε υψηλότερες τιμές, από αυτές που καθορίζονταν από τη μεταξύ τους συμφωνία και ειδικότερα ότι η τιμή χρέωσης των τύπων της βενζίνης και του πετρελαίου γινόταν με την τιμή που ίσχυε κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." (ΕΛ.ΠΕ.) με επιβαρύνσεις, χωρίς Φ.Π.Α., που όριζε καθημερινά η Διεύθυνση Τιμών Βιομηχανικών Προϊόντων και Φαρμάκων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου ανάπτυξης, προσαυξημένη όχι με 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, αλλά συνήθως με 17- 18 ευρώ.
Αποτέλεσμα των χρεώσεων αυτών ήταν ότι η ενάγουσα υποχρεωνόταν να καταβάλει ποσά μεγαλύτερα από αυτά που όφειλε, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και συγκεκριμένα κατέβαλε το επιπλέον ποσό των 71.532,48 ευρώ από την αρχή της συνεργασίας (24.1.2006 εκδόθηκε το πρώτο παραστατικό πώλησης και παράδοσης) μέχρι τη λήξη αυτής με την καταγγελία της ενάγουσας (17.11.2007, οπότε εκδόθηκε το τελευταίο παραστατικό)...Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη συνομολόγησε το πιο πάνω ποσό της επιπλέον χρέωσης, ισχυρίστηκε όμως, ότι αυτό οφείλεται στη μετακύληση σε βάρος της ενάγουσας των κομίστρων για την παράδοση των υγρών καυσίμων στις δεξαμενές του πρατηρίου της, καθόσον, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η ενάγουσα, κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, δήλωσε προφορικά, ότι επιθυμεί να έχει τη διακριτική ευχέρεια για την επιλογή του τόπου παράδοσης των υγρών καυσίμων που αγοράζει, δηλαδή είτε να παραλαμβάνει η ίδια από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, είτε να της τα παραδίδει η τελευταία στις δεξαμενές του πρατηρίου της.
Ότι σε περίπτωση παράδοσης των υγρών καυσίμων στις δεξαμενές της ενάγουσας, η τιμή χρέωσης αυτών ήταν αυτονόητο, ότι θα επιβαρύνεται ανά κυβικό μέτρο...συνολικά 9,96 ευρώ...και ακολούθως το περιθώριο κέρδους της να είναι μηδενικό, αφού, κατά τη σύμβαση, η τιμή χρέωσης υπολογίζεται στην τιμή των ΕΛ. ΠΕ χωρίς Φ.Π.Α., προσαυξημένη κατά 10 ευρώ.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της εναγομένης κρίνεται, ότι δεν ευσταθούν, καθόσον, σύμφωνα με τον όρο 6 της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα γίνεται κυρία των υγρών καυσίμων που θα της παραδίδει η CYCLON Α.Ε. από την είσοδό τους στις δεξαμενές του πρατηρίου της, ενώ με την αρίθμηση 2 του εγγράφου όρων εμπορικής συνεργασίας, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλεί το τίμημα των υγρών καυσίμων από την παράδοσή τους σ' αυτήν, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε έγγραφη επιφύλαξη από την προμηθεύτρια εταιρεία ως προς την παράδοση ή μη των υγρών καυσίμων στο πρατήριο της ενάγουσας.
Ακόμη, τόσο στην από 20.1.2006 σύμβαση, όσο και στο με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, δεν υπάρχει ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων ότι στις τιμές χρέωσης των καυσίμων, όπως αναγράφονται, δεν περιλαμβάνεται το κόμιστρο για τη μεταφορά αυτών από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας στις δεξαμενές του πρατηρίου της ενάγουσας.
Επιπλέον, ελέγχεται ως προς την ακρίβεια της η κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, στη συμφωνία των μερών δεν περιελήφθη σχετικός όρος, διότι η αξία του κομίστρου δεν είναι σταθερή, αλλά διαμορφώνεται με σχετικές αποφάσεις, καθόσον, για ένα τόσο κύριο σημείο της όλης συνεργασίας, το οποίο αφορά στην τελική τιμή των προϊόντων αλλά και στο κέρδος της προμηθεύτριας εταιρίας, δεν ήταν δυνατό να εμφανίζεται ασάφεια, αντίθετα, θα μπορούσε να περιληφθεί ο όρος, ότι στην τιμή χρέωσης θα προστίθεται η αξία του κομίστρου, όπως αυτή διαμορφώνεται κάθε φορά.
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η προμηθεύτρια εταιρεία προέβαινε σε υπερτιμολόγηση των ποσοτήτων υγρών καυσίμων που παρέδιδε στην ενάγουσα και με τον τρόπο της χρέωσε αντισυμβατικά επιπλέον ποσό 71.532,48 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να της καταβάλει η εναγομένη, ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη επίδοσης της ένδικης αγωγής.
Η πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά της προμηθεύτριας εταιρείας ώθησε την ενάγουσα να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση πρόωρα (από 19.11.2007), λόγω υπαιτιότητας της αντισυμβαλλόμενής της και συνεπώς κατέπεσε η συμφωνημένη με την αρίθμηση 6 των όρων εμπορικής συνεργασίας ποινική ρήτρα. Ακολούθως, η εναγομένη, με την πιο πάνω ιδιότητά της, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 50.000 ευρώ για κάθε έτος που υπολειπόταν μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της εμπορικής συνεργασίας, δηλαδή για τρία έτη και δύο μήνες.
Έτσι, η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 158.333,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 19.1.2010...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1373/2016 οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και την είχε υποχρεώσει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 229.865,82 ευρώ με το νόμιμο τόκο και συγκεκριμένα το ποσό των 71.352,48 ευρώ, λόγω υπερτιμολογήσεων των πωλουμένων και παραδιδομένων προς αυτή υγρών καυσίμων και πετρελαιοειδών προϊόντων, κατά παράβαση της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου και το ποσό των 158.333,34 ευρώ, για καταπεσούσα σε βάρος της ποινική ρήτρα, λόγω πρόωρης λύσης της μεταξύ τους ως άνω σύμβασης με καταγγελία της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της προμηθεύτριας εταιρείας, της οποίας αυτή (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα) τυγχάνει καθολική διάδοχος.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 159 και 164 ΑΚ, καθόσον από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το εφετείο περιέλαβε παραδοχές σχετικές με απόρριψη ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί τροποποίησης της σύμβασης σε σχέση με την τιμή πώλησης των καυσίμων και ειδικότερα δεν προκύπτει παραδοχή, ότι η πώληση και παράδοση στην αναιρεσίβλητη υγρών καυσίμων με τιμές ψηλότερες από αυτές, που καθορίζονταν στη μεταξύ τους σύμβαση και η παραλαβή αυτών από την τελευταία και η πληρωμή των σχετικών τιμολογίων, δεν συνιστούσε τροποποίηση του όρου με αριθ. 3 της σύμβασης σε σχέση με την τιμή πώλησης του καυσίμου, διότι γι' αυτή απαιτείτο έγγραφος τύπος, ο οποίος δεν τηρήθηκε και ότι έτσι οδηγήθηκε στην κρίση, ότι η άνω υπερτιμολόγηση συνιστά παραβίαση της σύμβασης, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Η αναφορά στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "σύμφωνα στον όρο 13 της πιο πάνω σύμβασης προβλέφθηκε, ότι κάθε τροποποίηση οποιουδήποτε όρου αυτής θα αποδεικνύεται από έγγραφο", δεν αρκεί για την υιοθέτηση της προβαλλόμενης αιτίασης, καθόσον γίνεται αφηγηματικά και μόνον, κατά την περιγραφή των όρων της σύμβασης.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το κύριο και επικουρικό του μέρος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση ο άνω λόγος είναι απαράδεκτος και διότι ο ισχυρισμός αυτός περί τροποποίησης της σύμβασης με τον προαναφερόμενο τρόπο δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ούτε συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (αγωγή, ανταγωγή) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο. Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 114/2019).
Έτσι ο παραπάνω λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 759/2006). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η ενάγουσα εξέθετε στην αγωγή της, πέραν άλλων, ότι την 20-1-2006 συνήψε με την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "CYCLON ΕΛΛΑΣ ΑΕ" σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, σε συνδυασμό με τους από 20-1-2006 όρους συνεργασίας και το από 20-1-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος αυτής, σύμφωνα με την οποία η εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση, για μια πενταετία να της πωλεί καύσιμα και λοιπά ήδη πετρελαίου και αυτή να προμηθεύεται τα είδη αυτά αποκλειστικά από την εναγομένη για να τα διαθέτει από το πρατήριο υγρών καυσίμων που εκμεταλλευόταν στην Παιανία Αττικής, ότι συμφωνήθηκε ο τρόπος καθορισμού της τιμής αγοράς των προϊόντων και ότι η εναγομένη, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, προέβη σε αντισυμβατικές ενέργειες και συγκεκριμένα προέβη σε υπερτιμολόγηση των προϊόντων που της πωλούσε και της παρέδιδε και με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε, πέραν άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη, λόγω παράβασης των όρων της σύμβασης και συγκεκριμένα λόγω της υπερτιμολόγησης, να της καταβάλει το ποσό των 71.532,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ως διαφορά από την υπερτιμολόγηση των προϊόντων καυσίμων που της πωλούσε και της παρέδιδε, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης.
Στη συνέχεια, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έτσι και αυτό, όπως κατά τα προεκτιθέμενα, εκτίμησε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και την έκανε δεκτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο όσα αναφέρονται εκτενώς στον εξεταζόμενο παραπάνω πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Επομένως, το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του μη περιεχόμενους στην ένδικη αγωγή ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι δεχόμενο το εφετείο, "ότι αποτέλεσμα των χρεώσεων αυτών ήταν ότι η ενάγουσα υποχρεωνόταν να καταβάλει ποσά μεγαλύτερα από αυτά που όφειλε, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση...", έλαβε υπόψη περιστατικά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι αυτή (αναιρεσείουσα) την "υποχρέωσε" να αποπληρώνει τα σχετικά τιμολόγια, χωρίς η αγωγή να περιλαμβάνει περιστατικά, που να κατατείνουν σ' αυτό το συμπέρασμα, ήτοι σε αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής υπό την έννοια της άσκησης πίεσης, εξαπάτησης, εκβίασης, απειλής κλπ, είναι αβάσιμος.
Τούτο διότι, κατά τα παραπάνω, το εφετείο έκανε δεκτή τη βάση της αγωγής, την ερειδόμενη στην ενδοσυμβατική ευθύνη της αναιρεσείουσας, λόγω της αθέτησης εκ μέρους της του όρου της μεταξύ τους ισχύουσας σύμβασης εμπορικής συνεργασίας και στο πλαίσιο αυτής λειτουργούσας σύμβασης αποκλειστικής διανομής, σε σχέση με την τιμολόγηση των πωληθέντων και παραδοθέντων υγρών καυσίμων προς την αναιρεσίβλητη, η οποία και μόνον μεταβιβάσθηκε στο εφετείο, καθόσον οι εκ της αδικοπραξίας και του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάσεις απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, η αναφορά δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, " ότι η ενάγουσα υποχρεωνόταν να καταβάλει ποσά μεγαλύτερα από αυτά που όφειλε", δεν έχει την έννοια του εξαναγκασμού προς τούτο της αναιρεσίβλητης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, αλλά ότι με την υπερτιμολόγηση υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσά παρά τα συμφωνηθέντα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, σε σχέση με την ένορκη κατάθεση μάρτυρα, δεν ιδρύεται στην περίπτωση που στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...", όταν δεν έχει εξετασθεί μάρτυρας από τον ένα από τους διαδίκους.
Και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη τέτοια κατάθεση, αφού η κρίση του σχηματίστηκε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και η φράση "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...", αντί "...από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την επιμέλεια της εναγομένης..." περιλήφθηκε προφανώς από παραδρομή.
Επομένως, ο από τον αριθ. 11 β' ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παρόλο που αυτή δεν εξέτασε μάρτυρα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο ( Ολ ΑΠ 23/2008).
Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται:
α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014).
Για τον έλεγχο δε της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας ( ΑΠ 204/2017, ΑΠ 12/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο του Ν.4335/2015 και ισχύουν από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 339 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του Ν. 3994/2011, προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν αυτοτελές πλέον αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα.
Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ή προξένου), που έχουν δοθεί νόμιμα, μετά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο και πριν από τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 1686/2011, ΑΠ 1450/2011, ΑΠ 1590/ 2010).
Η επίκληση δε της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. …/…-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κοσμά του μάρτυρός της Ι.
Μ., συνταξιούχου ήδη ιδιωτικού υπαλλήλου, που είχε ληφθεί με την επιμέλειά της, μετά εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου της και ήδη αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6434/Γ/19-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Ν. Ν., που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιόν του και ήταν κρίσιμη για την αντίκρουση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, διότι αυτός αποτελούσε το πρόσωπο επικοινωνίας μεταξύ αυτής και της αντιδίκου του, είχε άμεση και εναργή άποψη για όσα καταθέτει και με το αναφερόμενο στην αναίρεση περιεχόμενο της κατάθεσής του αντικρούει στο σύνολο τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του εφετείου από 26-10-2017 έγγραφες προτάσεις της (σελ. 39-40), προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αντιδίκου της, επικαλέστηκε και προσκόμισε, για πρώτη φορά στο εφετείο, και την υπ' αριθμ.
…/…-10-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κοσμά του μάρτυρά της Ι. Μ., ληφθείσα μετά τη συζήτηση στο πρωτόδικο δικαστήριο (σχετ. 25). Με τις ίδιες αυτές προτάσεις της (σελ. 40) η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και την υπ' αριθ. 6434/Γ/19-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιώς Ν.
Ν., από την οποία, όπως επικαλείται, προέκυπτε η κλήτευση της αντιδίκου της για την εξέταση του άνω μάρτυρός της ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου (σχετ. 26). Το εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφέρει ότι " δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η με αριθμό …/2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κοσμά, η οποία λήφθηκε χωρίς την κλήτευση της αντιδίκου-ενάγουσας-εφεσίβλητης για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη".
Δέχτηκε, δηλαδή, το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του την άνω ένορκη βεβαίωση, διότι λήφθηκε χωρίς κλήτευση της αντιδίκου της. Από τα παραπάνω προκύπτει μεν, ότι η αναιρεσείουσα πράγματι ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκε και, εφόσον δεν βεβαιώνεται το αντίθετο στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 592/2011), προσκόμισε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πρώτη φορά, την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από τη μνημονευόμενη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, με την παράθεση της οικείας έκθεσης επίδοσης και ανέφερε και το περιεχόμενό της, πλην όμως η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει και στην παρούσα δίκη, όπως απαιτείται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού, την επίμαχη αυτή ένορκη βεβαίωση με την έκθεση επίδοσης της σχετικής κλήσης γνωστοποίησης για την εξέταση του άνω μάρτυρος προς την αντίδικό του, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών.
Επομένως, ο από τον αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Η σύμβαση ορισμένου χρόνου, που συνάπτει εταιρεία πώλησης πετρελαιοειδών και λοιπών συναφών προϊόντων (λιπαντικών κ.λ.π.) με αδειούχο πρατηριούχο υγρών καυσίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 15, 17, 18, 20 του ΠΔ 1224/1981, όπως ισχύει και το N. 3054/2002, με την οποία, η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα προμηθεύει στο δεύτερο, ως μεταπωλητή, είναι ως προς την κύρια αυτής μορφή σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ και νυν 81 της Συνθήκης ΕΚ, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου κατά το άρθρο 2 της από 28-5-1979 Συνθήκης προσχώρησης, η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 945/1979 (ΑΠ 2053/2014, ΑΠ 388/2008, ΑΠ 1126/2006, ΑΠ 1259/1988).
Κατά την απορρέουσα δε από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντ. σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος, αρκεί τούτο να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1742/2008).
Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της παραπάνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής.
Η σύμβαση αυτή είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.
Εξάλλου, η προαναφερόμενη διαρκής και εμπιστευτική σχέση της αποκλειστικής διανομής μπορεί να λυθεί με καταγγελία, το δε δικαίωμα καταγγελίας έχει έρεισμα στις διατάξεις περί εντολής του ΑΚ, που εφαρμόζονται κατά ρητή επιταγή του άρθρου 91 ΕμπΝ στη σύμβαση παραγγελίας και κατ` επέκταση και στη σύμβαση διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά στον ΕμπΝ, όμως ταυτίζεται ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία της με τη σχέση της παραγγελίας (Ολ ΑΠ 16/2013).
Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται, είναι και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας. Τέτοια συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν καθορίσθηκε η διάρκεια της σύμβασης για ορισμένο χρόνο, καθόσον αυτή έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (άρθρο 724 ΑΚ), ο δε εντολοδόχος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της καταγγελίας της πριν την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου (άρθρο 725 παρ. 1 εδ. 1 ΑΚ).
Η παραίτηση από την ανάκληση είναι έγκυρη και ισχυρή, όμως, σε κάθε περίπτωση, δεν αποκλείεται το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης και πριν από την επέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας της, αλλά μόνον για σπουδαίο λόγο, τη συνδρομή του οποίου οφείλει να αποδείξει ο επικαλούμενος την καταγγελία και την κατάλυση της σύμβασης.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 335 επ., 340 επ., 361 και 362 επ. ΑΚ προκύπτει ότι κατά την εξέλιξη της ενοχικής σχέσης είναι δυνατόν από την πλευρά του οφειλέτη να σημειωθούν ανωμαλίες ως προς την ενοχική του υποχρέωση, που συνίστανται είτε σε αδυναμία παροχής, είτε σε καθυστέρηση εκπλήρωσης, που όταν είναι υπαίτια συνιστά υπερημερία, είτε σε πλημμελή εκπλήρωση, όπως είναι και η περίπτωση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης (ΑΠ 1708/2018).
Στον ΑΚ ρυθμίζονται μόνο οι δύο πρώτες περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής από την πλευρά του οφειλέτη, ήτοι η αδυναμία παροχής (335 επ.) και η υπερημερία οφειλέτη (340 επ). Αντίθετα υφίσταται νομοθετικό κενό σε σχέση με την πλημμελή εκπλήρωση. Έρεισμα για τη θεμελίωση ευθύνης στην περίπτωση της πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής συνιστά η διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης ενέχεται για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από υπαιτιότητα, δηλαδή ανεξάρτητα από τη μορφή που θα λάβει αυτή η αθέτηση.
Το κενό δε που υφίσταται στον ΑΚ σχετικά με τις ειδικότερες συνέπειες της πλημμελούς εκπλήρωσης πληρούται με αναλογία δικαίου. Βάση για την αναλογία δικαίου αποτελούν οι αρχές και κανόνες που περιέχονται στις διατάξεις για την αδυναμία παροχής και για την υπερημερία (άρθρ. 335 επ., 340 επ., 362 επ.) Με βάση τις διατάξεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση αυτή αθέτησης των υποχρεώσεων του οφειλέτη (πλημμελούς εκπλήρωσης), ότι ισχύει η αρχή της υπαιτιότητας, ότι το βάρος απόδειξης της υπαιτιότητας έχει ο οφειλέτης, καθόσον και εδώ, όπως σε κάθε περίπτωση ενδοσυμβατικής ευθύνης, το πταίσμα τεκμαίρεται καθόσον οι ειδικές διατάξεις που αποτυπώνουν τον κανόνα αυτόν (άρθρ. 336, 342 και 363 ΑΚ) αποδίδουν το γενικότερο πνεύμα, το οποίο καλύπτει κάθε περίπτωση ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1708/2018) και ότι επί υπαίτιας πλημμελούς εκπλήρωσης ο οφειλέτης, πέραν άλλων, οφείλει αποζημίωση στο δανειστή για τυχόν ζημία που αυτός υπέστη από την αθέτηση, το είδος και η έκταση της οποίας διέπεται από τις διατάξεις 297 και 298 ΑΚ.
και συνίσταται στο θετικό διαφέρον, δηλαδή, ό,τι θα είχε ο δανειστής, αν η παροχή είχε εκπληρωθεί προσηκόντως.
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων ( άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ως "αιτιολογίες", όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 776/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 1020/2005, ΑΠ 537/2001, ΑΠ 349/1995).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτενώς έχουν παρατεθεί κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι το εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση διατάξεων των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου ( αρθρ. 297, 298, 330, 335επ., 340επ., 361 και 362 επ.
ΑΚ), τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Και ναι μεν δεν παραθέτει ρητά τις διατάξεις αυτές, με πληρότητα όμως αναλύει τα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Η παράλειψη αυτή, όμως δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές διατάξεις, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και συνεπώς ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει αυτές τις διατάξεις, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης σε σχέση με την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 71.352,48 ευρώ.
Και τούτο διότι το εφετείο δέχτηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, ορισμένου χρόνου, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη θα προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγομένη, της οποίας η αναιρεσείουσα τυγχάνει οιονεί καθολική διάδοχος, τα προϊόντα της (υγρά καύσιμα, λιπαντικά κλπ), τα οποία στη συνέχεια θα μεταπωλούσε προς τρίτους από το πρατήριό της στην Παιανία Αττικής, σύμφωνα με τους όρους που είχαν καθοριστεί στη σύμβαση, ότι ενώ το τίμημα για τη βενζίνη, το πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης και το αγροτικό πετρέλαιο, είχε ορισθεί με τη σύμβαση στο ποσό της τιμής που ισχύει κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ", χωρίς ΦΠΑ, προσαυξημένο κατά 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, η εναγομένη προμηθεύτρια εταιρεία από την αρχή της συνεργασίας τους, τιμολογούσε τις πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες των άνω προϊόντων, όχι στο ποσό της τιμής που ίσχυε κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ", χωρίς ΦΠΑ, προσαυξημένο κατά 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά προσαυξημένο με 17-18 ευρώ, ότι έτσι προέβαινε αντισυμβατικά και από υπαιτιότητα σε υπερτιμολόγηση των ποσοτήτων των υγρών καυσίμων που πωλούσε και παρέδιδε στην αναιρεσίβλητη και με τον τρόπο αυτό χρέωσε αυτή με το επιπλέον ποσό των 71.532,48 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να της το καταβάλει.
Με τις παραδοχές αυτές, δηλαδή, το εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα, λόγω υπαίτιας πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής της, οφείλει το παραπάνω ποσό στην αναιρεσίβλητη για τη ζημία που αυτή υπέστη από την αθέτηση της συμβατικής υποχρέωσής της να τιμολογεί τις πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες υγρών καυσίμων στο ποσό της τιμής που ίσχυε κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια ΑΕ", χωρίς ΦΠΑ, προσαυξημένο κατά 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση, που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, αλλ' ούτε και αιτιολογίες στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, που να δικαιολογούν το αποδεικτικό της πόρισμα, είναι κατά το πρώτο μέρος του απαράδεκτος και κατά το δεύτερο, ενόψει των άνω παραδοχών, αβάσιμος.
Μετά ταύτα ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης (τέταρτος), κατά τα επικουρικά σκέλη του, υπό στοιχ. Α, Β και Γ, με τα οποία προβάλλει η αναιρεσείουσα πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα: Α) για ευθεία παραβίαση των άρθρων 713 και 725 παρ. 2 ΑΚ, διότι το εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 71.352,48 ευρώ, παρόλον ότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για την εφαρμογή τους, Β), για ευθεία παραβίαση του άρθρου 361 ΑΚ, διότι το εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, χωρίς να διαλαμβάνει στην απόφασή του συμβατικό όρο από τον οποίο να εκπορεύεται η άνω υποχρέωση και Γ) για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 343, 383, 385, 513, 514 και 516 ΑΚ, διότι το εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να στοιχειοθετήσει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 71.352,48 ευρώ, παρόλον ότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για την εφαρμογή τους, είναι κατά το υπό στοιχ.
Α απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου, ότι το εφετείο στήριξε το συμπέρασμά του ως προς την υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την καταβολή του παραπάνω ποσού στην αναιρεσίβλητη όχι στις διατάξεις των άρθρων 713 και 725 αρ. 2 ΑΚ, αλλά στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 335 επ., 340 επ., 361 και 362 επ.
ΑΚ και κατά τα υπό στοιχ. (Β και Γ) αβάσιμος, διότι ενόψει των ανελέγκτως γενομένων δεκτών περιστατικών, ήταν εφαρμοστέες οι αμέσως παραπάνω διατάξεις και η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, διότι περιέχει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως έχει προαναφερθεί.
Ο λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή τους γενικούς των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά και τους ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1597/2017).
Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το εφετείο, καίτοι εμμέσως δέχτηκε κενό ως προς τη διατύπωση α) του όρου 3 της από 20-1-2006 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, σύμφωνα με τον οποίο " τα υγρά καύσιμα και ορυκτέλαια-λιπαντικά, που πωλεί και παραδίδει η εναγομένη εταιρεία στην ενάγουσα θα τιμολογούνται πάντοτε με βάση τις τιμές των τιμοκαταλόγων που θα ισχύουν κατά την ημερομηνία παράδοσής τους και κατά τους όρους της εμπορικής συνεργασίας" και β) του όρου του από 20-1-2006 συμφωνητικού με το οποίο "ορίστηκαν οι τιμές πώλησης προς την ενάγουσα της βενζίνης (σούπερ) με αντικατάσταση μολύβδου ή LRP, της βενζίνης SPL, του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης και του αγροτικού πετρελαίου, στο ποσό της τιμής που ισχύει κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." (ΕΛ.ΠΕ), χωρίς Φ.Π.Α., προσαυξημένο με 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και για το υγρό καύσιμο U, στο ποσό της τιμής που ισχύει κατά την ημέρα παράδοσης από την εταιρεία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." (ΕΛ.ΠΕ), χωρίς Φ.Π.Α., προσαυξημένο με 9 ευρώ ανά κυβικό μέτρο", δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να ερμηνεύσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων σε σχέση με τους όρους αυτούς και ειδικά ως προς το αν στις αναφερόμενες σ' αυτούς τιμές πώλησης των υγρών καυσίμων περιλαμβάνονται και τα κόμιστρα για την παράδοση των υγρών καυσίμων στις δεξαμενές του πρατηρίου της αναιρεσίβλητης, όπως έγινε δεκτό και σε κάθε περίπτωση αυτό το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο προς το υπαγορευόμενο από τους κανόνες αυτούς, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, διότι διαφορετικά η προμηθεύτρια εταιρεία θα ήταν διαρκώς ζημιωμένη.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε άμεσα ούτε έμμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τους άνω όρους της σύμβασης, ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτών, αφού δέχτηκε σαφώς, ότι στους όρους αυτούς "δεν υπάρχει ρητή συμφωνία των συμβαλλομένων, ότι στις τιμές χρέωσης των καυσίμων, όπως αναγράφονται, δεν περιλαμβάνεται το κόμιστρο για τη μεταφορά αυτών από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας στις δεξαμενές του πρατηρίου της ενάγουσας".
Κατ' ακολουθίαν, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, συνεπώς, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανωτέρω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος.
Τέλος, με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κύριο σκέλος του, για πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο, αν και έκρινε εμμέσως, ότι ο όρος 6 των από 20-1-2006 πρόσθετων όρων της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο " σε περίπτωση αναίτιας καταγγελίας της σύμβασης ή σε περίπτωση που ο ένας από τους συμβαλλόμενους προκαλέσει στον άλλο την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση, αυτός που καταγγέλλει αναίτια ή αυτός που προκαλεί κακόπιστα την καταγγελία της σύμβασης θα καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό του ποινική ρήτρα 50.000 ευρώ για κάθε έτος συνεργασίας, που υπολείπεται μέχρι το συμβατικό χρόνο λήξης της σύμβασης", περιέχει ασαφή όρο, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να ερμηνεύσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων ειδικά ως προς το τι επιδίωξαν οι συμβαλλόμενοι με τον συμβατικό όρο " αυτός που προκαλεί κακόπιστα την καταγγελία της σύμβασης" και δέχτηκε ότι η πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά της προμηθεύτριας εταιρείας ώθησε την ενάγουσα να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση πρόωρα, λόγω υπαιτιότητας της αντισυμβαλλόμενής της και έτσι κατέπεσε η συμφωνημένη με τον άνω όρο ποινική ρήτρα, σε κάθε δε περίπτωση αυτό το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε δεν είναι σύμφωνο προς το υπαγορευόμενο από τους κανόνες αυτούς, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε έμμεσα ούτε άμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων αναφορικά με τον άνω όρο της σύμβασης ούτε και προέβη σε ερμηνεία αυτού.
Κατ' ακολουθίαν, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, συνεπώς, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανωτέρω έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ως άνω διατάξεων είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, απορριπτέος είναι και ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το επικουρικό του σκέλος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι ασκήθηκε επικουρικά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το εφετείο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για την ερμηνεία του άνω όρου της σύμβασης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αναίρεσή της, σωρεύει αίτηση με την οποία ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκούσιας συμμόρφωσής της προς την προσωρινώς εκτελεστή διάταξη της πρωτόδικης απόφασης και την καταβολή στην αναιρεσίβλητη στις 29-6-2016 του ποσού των 79.309,80 ευρώ, ώστε να επιστραφεί σ' αυτή το ποσό αυτό. Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα πρωτίστως ως άνευ αντικειμένου, αφού η εξέτασή της, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ενώ στην προκείμενη περίπτωση απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 574/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει τη σωρευόμενη στην αίτηση αναίρεσης αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ