Supreme Court dismisses appeal for lack of specific evidence and reasoning in civil procedure case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant failed to specify the evidence not considered or the specific legal errors in the lower court's reasoning. Consequently, the court found the appeal inadmissible due to vagueness and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, 12, 19 KPolD; An appeal is inadmissible if it lacks specificity regarding evidence or reasoning, and unfounded if the lower court correctly applied legal standards to the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1225/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων, Πέτρο Πέτρου και Κωνσταντίνας Φουντέα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Α. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Γούναρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 298/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 307/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ.. 1 ν. 2112/1920, 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και σε περίπτωση υπερημερίας του να καταβάλλει τις αποδοχές του κατά τα άρθρα 648 και 656 Α.Κ. Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδικήσεως λόγω νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας και ειδικότερα την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του (Α.Π.541/2018, ΑΠ 412/2017).
Εξάλλου το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του κράτους δικαίου και έχει καθιερωθεί με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Π 541/2018, ΑΠ 1698/2012).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και τα ακόλουθα ουσιώδη:" Η εναγόμενη, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση φαρμακείου επί της οδού ... στην ..., προσέλαβε τον ενάγοντα στις 20.05.2012 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου αυτός να εργαστεί στην παραπάνω επιχείρησή της ως υπάλληλος γραφείου, με συμφωνημένο μισθό, όπως αυτός προβλέπεται βάσει των σ.σ.ε.
αναφορικά με τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις φαρμακευτικές επιχειρήσεις όλης της χώρας. Ο ενάγων ήταν απόφοιτος λυκείου, κάτοχος πτυχίου αγγλικής γλωσσάς επιπέδου lower, τότε ηλικίας 41 ετών και έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, ιδιότητες που είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη κατά την πρόσληψη του.
Κατά τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ο ενάγων θα απασχολείτο με καθεστώς πενθήμερης εργασίας και με ωράριο εργασίας το νόμιμο, ήτοι οκτώ ώρες εργασίας ημερησίως και στα ειδικότερα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν η διαχείριση ηλεκτρονικού καταστήματος παραφαρμάκων και καλλυντικών, η εξυπηρέτηση πελατών, η καταχώριση παραγγελιών και η ηλεκτρονική διαχείριση της διαδικασίας παραγγελιών, αλλά και θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος επιστροφών, διαχείρισης παραπόνων, επίλυσης προβλημάτων δυσαρεστημένων πελατών, πωλήσεων εξωτερικού και εντός της πόλης της ....
Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη από την ημερομηνία της πρόσληψής του μέχρι και τις 21.05.2013, αφού στις 22.05.2013 λύθηκε η εργασιακή του σύμβαση, υπό τις συνθήκες που θα εκτεθούν ειδικότερα παρακάτω. Αποδείχθηκε ακολούθως, ότι κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 2013 η εναγομένη ζήτησε από το σύνολο του προσωπικού της την υπογραφή νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας με μείωση των καταβλητέων καθαρών μηνιαίων αποδοχών τους σε ποσοστό 15%.
Ο ενάγων συμφώνησε και υπέγραψε τη νέα ατομική σύμβαση εργασίας με την προαναφερόμενη μείωση των αποδοχών του, ανερχόμενες έκτοτε σε 644,69 ευρώ μηνιαίως, και συνέχισε κανονικά την εργασία του. Η εναγομένη όμως δεν ήταν συνεπής στις συμβατικές της υποχρεώσεις ως προς το χρόνο καταβολής των αποδοχών του, τις οποίες συστηματικά κατέβαλε καθυστερημένα μεταξύ της 13ης και της 19ης ημέρας του επόμενου της παροχής εργασίας ημερολογιακού μήνα και όχι την πρώτη ημέρα του αμέσως επόμενου μήνα από την παρασχεθείσα εργασία, όπως έπρεπε κατά το νόμο και τη σύμβαση εργασίας του.
Ο ενάγων κατ' επανάληψη διαμαρτυρήθηκε προς το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ως προς το ζήτημα αυτό, ζητώντας την εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, χωρίς όμως αυτή να ανταποκριθεί, όπως είχε διαμαρτυρηθεί και για την, κατ' αυτόν, παράλειψη της υποχρέωσης της εναγομένης να λαμβάνει τα μέτρα που απαιτούνταν, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα (εκτεθειμένοι διακόπτες ρεύματος), αλλά και για ελλείψεις του εργασιακού χώρου και του εξοπλισμού της επιχείρησής της (ανεπάρκεια κλιματισμού, ακατάλληλα για εργασία γραφεία, καθίσματα κλπ).
Ακολούθως, και αφού είχε εξαντλήσει τα περιθώρια προφορικών προσπαθειών για την εμπρόθεσμη καταβολή των αποδοχών του και διεκδίκησης των συνθηκών εργασίας που εκείνος θεωρούσε ότι δικαιούταν, περί τα τέλη του μηνός Απριλίου του ιδίου έτους απευθύνθηκε στον οικείο συνδικαλιστικό φορέα των φαρμακοϋπαλλήλων, στον οποίο υπέβαλε αίτηση ένταξής του και ζήτησε να ενημερωθεί σχετικά με το ισχύον μισθολογικό καθεστώς του κλάδου, επισημαίνοντας παράλληλα τα εργασιακά του προβλήματα.
Στις 06.05.2013 εκπρόσωποι του ανωτέρω συνδικαλιστικού φορέα επισκέφτηκαν τον χώρο που στεγάζεται η επιχείρηση της εναγομένης για επιτόπια διαπίστωση των αναφερόμενων, ζητημάτων και για ενημέρωση των συναδέλφων τους εργαζομένων σε διάφορα εργασιακά θέματα (βλ. την από 08.05.2013 βεβαίωση του εν λόγω φορέα), όμως ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης τους απέπεμψε, εκδηλώνοντας έτσι την έντονη δυσαρέσκειά του.
Μετά το παραπάνω συμβάν, η εναγομένη πρότεινε, όπως δια του εκπροσώπου της εκφράζεται, στον ενάγοντα να μεταφερθεί στο τμήμα της αποθήκης και να εργάζεται έκτοτε ως αποθηκάριος, δηλαδή όχι σε εργασία που ήταν αμιγώς γραφείου, όπως στην προηγούμενη θέση για την οποία είχε προσληφθεί, αλλά χειρωνακτική, γι' αυτό δε επαχθέστερη και πλέον κοπιαστική.
Η πρόταση αυτή έγινε εμφανώς προσχηματικά στα πλαίσια της απόφασής της να τον εξωθήσει σε παραίτηση από την εργασία του. Ο ενάγων, όπως ήταν εύλογο, αρνήθηκε την πρόταση αυτή της εργοδότριάς του, η αποδοχή της οποίας θα σήμαινε την αποδοχή βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής του σύμβασης, εμμένοντας στην τήρηση των αρχικών όρων της συνδέουσας τους διαδίκους εργασιακής σύμβασης.
Αμέσως μετά και χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο άλλο περιστατικό, η εναγομένη στις 22.05.2013 κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταβάλλοντος την αποζημίωση απόλυσης. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, όπως σχηματίζεται με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο, ως αποδειχθέντα, και εκτίθενται στις προηγούμενες σκέψεις, η άνω καταγγελία έγινε από την εναγομένη αποκλειστικά και μόνο για λόγους εμπάθειας και συγκεκριμένα επειδή ο ενάγων διεκδικούσε τα εκ της εργασιακής του συμβάσεως νόμιμα δικαιώματά του, δηλαδή την εμπρόθεσμη καταβολή των συμφωνηθέντων μεταξύ τους αποδοχών του, καθώς και τη βελτίωση και την επίτευξη των συνθηκών εργασίας εκείνων, που ο ίδιος θεωρούσε ότι δικαιούταν, αλλά και επειδή προσέφυγε στον οικείο συνδικαλιστικό φορέα, γεγονός που προκάλεσε την επίσκεψη των εκπροσώπων του στην επιχείρησή της.
Δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία οφείλεται στην παράβαση εκ μέρους του ενάγοντος κύριων ή παρεπόμενων συμβατικών υποχρεώσεών του, ή στην πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ή σε ανεπαρκή απόδοση αυτού, αλλά αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων ήταν σωστός στην εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων και η απόδοσή του ήταν πολύ καλή.
Ούτε και οφείλεται η απόλυση του ενάγοντος στους οικονομοτεχνικούς λόγους που επικαλείται η εναγομένη. Πιο συγκεκριμένα η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η πρόσληψη του ενάγοντος στη συγκεκριμένη θέση έγινε με σκοπό την προσωρινή αντικατάσταση και προς αναπλήρωση της τελούσας σε άδεια κύησης/τοκετού υπαλλήλου της Χ.
Λ. μέχρι την επιστροφή αυτής στη θέση εργασίας της, που πραγματοποιήθηκε το μήνα Απρίλιο του ιδίου έτους, οπότε βρέθηκε να έχει στον τομέα της διαδικτυακής πώλησης των παραφαρμάκων και καλλυντικών πέντε άτομα σε τέσσερις θέσεις υπαλλήλων (δύο ανά βάρδια) και συγκεκριμένα τους Δ. Π., Χ. Λ., Φ. Ζ., το ομόρρυθμο μέλος της Π.
Κ. και τον ενάγοντα, οι τέσσερις πρώτοι των οποίων ήταν αρχαιότεροι και μεγαλύτεροι σε ηλικία από τον τελευταίο, είχαν εξειδίκευση και μεγαλύτερη εμπειρία αλλά και περισσότερα οικογενειακά βάρη και ανάγκες, γεγονός που σήμαινε την περιέλευση ενός από αυτούς κατ' ουσίαν υπό καθεστώς εργασιακής αδράνειας, αφού δεν θα είχε αντικείμενο εργασιακής απασχόλησης λόγος για τον οποίο πρότεινε στον ενάγοντα να απασχοληθεί ως αποθηκάριος, πρόταση που αυτός απέκρουσε.
Όμως η επίκληση από την εναγόμενη των ανωτέρω, δεν επιβεβαιώνει ότι δήθεν οικονομοτεχνικοί λόγοι δικαιολογούσαν τη λήψη μέτρων, όπως το προαναφερθέν, και η αναφορά τους από αυτήν (δια του εκπροσώπου της), όπως προαναφέρθηκε, έγινε εμφανώς προσχηματικά στα πλαίσια της απόφασής της να εξωθήσει τον ενάγοντα σε παραίτηση.
Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πραγματικής αιτίας της απόλυσης του ενάγοντος, αν δηλαδή αυτή έγινε αποκλειστικά και μόνο για λόγους εμπάθειας και συγκεκριμένα επειδή ο ενάγων διεκδικούσε την εμπρόθεσμη καταβολή των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων αποδοχών του και εκείνες τις συνθήκες παροχής εργασίας που ο ίδιος θεωρούσε ότι δικαιούταν, ή αν η έγινε (η απόλυση) για τους λόγους που επικαλείται η εναγομένη, οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι διαμετρικά αντίθετες κατά περιεχόμενο, καθώς ο καθένας να υποστηρίζει τις απόψεις υπέρ του διαδίκου, κατ' αίτηση του οποίου και κλήθηκε να καταθέσει.
Όμως το παρόν δικαστήριο κατέληξε στις παραπάνω παραδοχές από τη συνολική εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων και κρίνοντας την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος πιο πειστική από την κατάθεση του μάρτυρος της άλλης πλευράς, ο οποίος (μάρτυρας απόδειξης) ναι μεν δεν έχει ιδία αντίληψη, όμως, ως πρόσωπο που συνδέεται με τον ενάγοντα με στενό συγγενικό δεσμό (πατέρας του), είχε συχνές επαφές με αυτόν και είχε ενημερωθεί από αυτόν σε ανύποπτους χρόνους για τις διεκδικήσεις των δικαιωμάτων του, ενώ ο μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει εάν ο ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί στην εναγομένη σε σχέση με τις αποδοχές του, εξακολουθεί δε να έχει εργασιακή σχέση με την εναγομένη και συνεπώς έχει σχέση εξαρτήσεως από αυτή και εύλογο συμφέρον να καταθέσει όσα αυτή υποστηρίζει.
Εξάλλου, η αξιοπιστία του μάρτυρα ανταπόδειξης πλήττεται, όταν ενόρκως εξεταζόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καταθέτει ότι η επίσκεψη των εκπροσώπων του συνδικαλιστικού φορέα των φαρμακοϋπαλλήλων στην επιχείρηση της εναγομένης έγινε ενόψει των επικείμενων εκλογών του σωματείου και προκειμένου να διαμείνουν σχετικά φυλλάδια, ενώ τούτο αναιρείται από την προαναφερόμενη από 08.05.2013 βεβαίωση του άνω συνδικαλιστικού φορέα, στην οποία ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "...την 6η Μαΐου 2013 πραγματοποιήσαμε επίσκεψη στη συγκεκριμένη επιχείρηση, προκειμένου να διαπιστώσουμε τα προβλήματα, να ενημερώσουμε τους συναδέλφους εργαζομένους για τα δικαιώματά τους και την εργοδοσία για τις υποχρεώσεις της.
Η συγκεκριμένη επίσκεψη δεν είχε σκοπό ενημέρωσης περί εκλογών του σωματείου". Άλλωστε, εάν η πρόσληψη του ενάγοντος στη συγκεκριμένη θέση είχε γίνει με σκοπό την προσωρινή αντικατάσταση και προς αναπλήρωση της τελούσας σε άδεια κύησης/τοκετού υπαλλήλου της Χ. Λ. και μέχρι την επιστροφή αυτής στη θέση εργασίας της, όπως υποστηρίζει η εναγόμενη εταιρία, αυτή, που διαθέτει μεγάλη εμπειρία στον εργασιακό τομέα, αφού η ίδια ισχυρίζεται ότι ασκεί δραστηριότητα επιχείρησης φαρμακείου πλέον των είκοσι ετών απασχολώντας στο διάστημα αυτό τουλάχιστον τριακόσιους εργαζομένους, θα είχε μεριμνήσει να συνάψει με τον ενάγοντα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι θα ήταν προφανές το εύλογο ενδιαφέρον της για τη διασφάλισή της, ενώ δεν πρέπει να παροράται και ότι η προαναφερόμενη υπάλληλος επέστρεψε στην εργασία της τον Απρίλιο του 2013, ενώ η απόλυση του ενάγοντος έλαβε χώρα στις 22.05.2013.
Ούτε αποδείχθηκε ότι μετά την απόλυση του ενάγοντος η εργοδότρια εναγομένη προσέλαβε με καθήκοντα αποθηκάριου άλλα δύο άτομα, καθόσον τα σχετικά κατατεθέντα από τον μάρτυρα ανταπόδειξης δεν παρέχουν ασφαλή προς τούτο απόδειξη, αφού προφανές είναι ότι η κατάθεση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ενισχύσεως της θέσεως της εναγομένης και δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή η απόλυση του ενάγοντος δεν οφείλεται σε λόγους εμπάθειας, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η εναγομένη του χορήγησε συστατική επιστολή θετικού περιεχομένου, καθόσον η επιστολή αυτή δόθηκε μετά την απόλυση του ενάγοντος προς διευκόλυνσή του για αναζήτηση νέας θέσης εργασίας, που επιβαλλόταν για λόγους βιοπορισμού αυτού και της οικογένειας του.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν μεν καταχρηστική από μόνο το λόγο ότι έγινε ύστερα από την απόκρουση της βλαπτικής γι' αυτόν μεταβολής που επιχειρούσε σε βάρος του η εναγομένη εργοδότριά του (πρόταση για παροχή εργασίας με καθήκοντα αποθηκάριου).
Όμως οι οικονομοτεχνικοί λόγοι που επικαλείται η εναγομένη, προκειμένου να δικαιολογήσει αρχικά τη βλαπτική μεταβολή και, κυρίως, στη συνέχεια, την ένδικη καταγγελία, ήταν προσχηματικοί, υποκρύπτοντας στην πραγματικότητα εμπάθειά της, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σ' αυτήν, συμπεριφοράς του ενάγοντος κατά τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του που προαναφέρθηκαν, δηλαδή την εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών- του και την απεύθυνσή του στον οικείο συνδικαλιστικό φορέα για την ενημέρωσή του και τη διαφύλαξη των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων και δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός, ότι τα υποστηριζόμενα από τον ενάγοντα περί ακαταλληλότητας των συνθηκών εργασίας του δεν αποδείχθηκε ότι ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, εφόσον δεν υφίσταται εκ μέρους του περίπτωση προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων, αλλά πρόκειται περί ζητημάτων που υποβάθμιζαν, κατ' εκτίμηση του ιδίου, την παρεχόμενη εργασία του.
Επομένως, και σύμφωνα με τις ίδιες νομικές σκέψεις, η ένδικη καταγγελία, παρά τον αναιτιώδη χαρακτήρα της, είναι άκυρη ως καταχρηστική και πιο συγκεκριμένα επειδή έγινε αποκλειστικά και μόνο για τους προαναφερθέντες λόγους εμπάθειας και όχι για οικονομοτεχνικούς λόγους, που επιβάλλονταν από τα πράγματα και προς προστασία των καλώς εννοουμένων συμφερόντων της εναγομένης, ή λόγω της απόκρουσης εκ μέρους του ενάγοντος, ή λόγω της πλημμελούς εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Η άσκηση δε του δικαιώματος της εναγομένης να προβεί στην ένδικη καταγγελία υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος της, στο οποίο εντάσσεται και το δικαίωμα της καταγγελίας, διότι τα προαναφερθέντα ελατήριά της, δηλαδή η εμπάθεια προς τον ενάγοντα για τη διεκδίκηση από εκείνον των άνω δικαιωμάτων του, ήταν ταπεινά και δεν εξυπηρετούσαν το σκοπό του δικαιώματος της και το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, δεκτού γενόμενου ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου ακυρότητας που προβάλλεται με την ένδικη αγωγή, παρελκούσης της εξετάσεως του δεύτερου λόγου της κύριας βάσης και των λόγων της επικουρικής βάσης της.
Συνακόλουθα, η εναγομένη, που με την καταγγελία εκδήλωσε την πρόθεσή της να μην αποδέχεται στο μέλλον τις υπηρεσίες του ενάγοντος, κατέστη από τότε υπερήμερη, ως προς την αποδοχή των προσηκόντως υπηρεσιών του ενάγοντος, ο οποίος έχει δικαίωμα, κατ' άρθρο 656 εδ.α' του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20.03.2013), να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση στην εναγομένη...ενώ περαιτέρω δικαιούται, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης, και μισθούς και επιδόματα εορτών για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία (22.05.2013) μέχρι τις 22.05.2014.
Δεδομένου δε ότι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν κατά το χρόνο της καταγγελίας στο ποσό των 644,69 ευρώ (ποσό που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη), ο ενάγων δικαιούται για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 22.05.2013 έως 30.04.2014 το ποσό των 7.736,28 (644,69 χ 12). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ, με το συμψηφισμό αποσβήνονται, κατά το μέρος που καλύπτονται, οι μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίες απαιτήσεις, αν αυτές είναι ομοειδείς κατ' αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες και κατά τη διάταξη του άρθρου 664 ιδίου Κώδικα, ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του, εκτός αν η απαίτησή του (εργοδότη) πηγάζει από ζημία που προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την εκτέλεση της εργασίας του.
Μισθό όμως δεν αποτελεί η αξίωση αποζημιώσεως λόγω απολύσεως και συνεπώς δεν απαγορεύεται ο συμψηφισμός της αξίωσης αυτής (βλ. ΑΠ 936/2013, ΑΠ 424/2010, ΑΠ 941/2010, ΑΠ 1255/2002, Εφ.Λαρ 376/2010, Μον.Εφ.Λαρ 9/2016, Μον.Εφ.Λαρ 74/2016 Νόμος, Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο-Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις παρ. 1884 σελ. 948). Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη επικουρικά προβάλει την ένσταση συμψηφισμού της απαιτήσεως του ενάγοντος για την καταβολή μισθών υπερημερίας, με το ποσό των 1.978,53 ευρώ, που έχει λάβει ως νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του (άρθρο 5 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 3198/1955).
Η ανωτέρω ανταπαίτηση της εναγομένης δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα, συναγομένης έτσι, σε συνδυασμό και με το σύνολο των ισχυρισμών του, σιωπηρής του ομολογίας (βλ. ΑΠ 29/2011 Δ/νη 52.787, ΑΠ 168/2006 Δ/νη 48.184, ΑΠ 357/1999 Δ/νη 40.1567) και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση της εναγομένης κατά το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο επέρχεται ισόποση απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως.
Απομένει λοιπόν υπόλοιπο μισθών υπερημερίας υπέρ του ενάγοντος ποσού 5.757,75 (7.736,28-1.978,53) ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει η εναγομένη, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό (άρθρα 341,655 εο.α του ΚΠολΔ για τη δήλη ημέρα καταβολής του μισθού βλ. ΟλΑΠ 39/200 ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1482 και 1479 αντίστοιχα, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 201/2008 Νόμος), μη συνυπολογιζομένων βεβαίως των παραχθέντων τόκων υπερημερίας για το προαναφερθέν ποσό των 1.978,53 ευρώ, που συμψηφίστηκε στους μισθούς υπερημερίας, λόγω ακριβώς της αναδρομικής αποσβέσεως κατά το ποσό αυτό της επίδικης αξίωσης.
Ακόμη, ο ενάγων δικαιούται ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2013 το ποσό των [644,69 + (644,69 χ 0,04166 =) 26,85 ευρώ =] 671,54 ευρώ και ως επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2014 το ποσό των [(644,69 : 2 =) 322,34 + (322,34 χ 0,04166 =) 13,42 =] 335,76 ευρώ, όμως, δοθέντος ότι δικαστήριο περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αγωγή αντικείμενο και δεν μπορεί να επιδικάσει πλέον αυτού που ζητήθηκε (βλ.
και ΕφΠειρ 268/2002 ΤΝΠ ΔΣΑ), θα επιδικαστούν τα μικρότερα αιτούμενα ποσό των 644,69 ευρώ και των 322,34 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο.
Εξάλλου, δεδομένου ότι η εναγομένη προέβη στην ανωτέρω πράξη της καταγγελίας της σχετικής σύμβασης εργασίας με τον ενάγοντα ορμώμενη από ταπεινά ελατήρια, ήτοι για λόγους εμπάθειας προς το πρόσωπο του, συνεπεία προηγηθείσας διεκδίκησης των δικαιωμάτων από τη μεριά του, προσέβαλε την προσωπικότητα του τελευταίου στην εκδήλωση της επαγγελματικής αξίας και υπολήψεως του και τον εξέθεσε στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό περιβάλλον του, με συνέπεια να ανακύπτει δικαίωμα του τελευταίου να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το ποσό αυτής, λαμβανομένων υπόψη των άνω περιστάσεων, της έκτασης, του είδους και του βαθμού της προσβολής, του πταίσματος της εναγομένης, όπως τα στοιχεία αυτά μνημονεύονται ειδικότερα ανωτέρω, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του ενάγοντος και της οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης εταιρίας, ο μεν ενάγων ιδιωτικός υπάλληλος με βασικό εισόδημα συντήρησης του ιδίου και της οικογένειάς του τον μισθό του, ενώ η εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια επιχείρησης φαρμακείου και απασχολεί σημαντικό αριθμό εργαζομένων, από την εργασία των οποίων αποκομίζει ικανοποιητικά κέρδη, ανέρχεται στο ποσό των 600,00 ευρώ, το οποίο, μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932εδ.α' του ΑΚ), κρίνεται εύλογο.
Επομένως, το σύνολο των αξιώσεων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 7.324,78 (5.757,75+644,69+322,34+600,00) ευρώ. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση, η οποία κήρυξε αναρμόδιο καθ' ύλην το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών προς εκδίκαση της ένδικης υποθέσεως και αφού δίκασε την ένδικη αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αφού υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, υποχρέωσε τη τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο για αποδοχές ημερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 7.324078 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη ουσιαστικές δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγόμενης (ήδη αναιρεσειουσας) για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και της παραβιάσεως εκ μέρους της της αρχής της αναλογικότητας κατά την καταγγελία αυτή. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λογούς αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού έλεγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως ο πρώτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του και ο δεύτερος κατά το τέταρτο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ., 1εδ. α και 19 ΚΠολ.Δ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας μολονότι ήταν παραδεκτά και νόμιμα και να εκτίθεται ότι έγινε παραδεκτή επίκληση και προσκομιδή τους στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1508/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση όμως του λόγου αυτού δεν επικαλείται ποια ήταν τα αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο ούτε ότι τα είχε επικαλεσθεί νομίμως ούτε ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί για την απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων τα επικαλέσθηκε και τα προσκόμισε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν του παρέχει ο νόμος ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, για την εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον 2ο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ,Δ., καθόσον, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα, την αποδεικτική δύναμη, την οποία έχουν εκ του Νόμου, και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την αξιοπιστία ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων.
Μετά απ' αυτά, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος του αναιρετηρίου είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμος. Ούτε άλλωστε από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο παραβίασε εν προκειμένω τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρεσείοντος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 αναιρετική πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠόλΔ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ. 307/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ