Legislator Case Law & Legislation
1225/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance land title, ruling appellate court erred in interpreting parties' intent.

Case Number 1225/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land title inheritance. The appellant argued the appellate court incorrectly interpreted the brothers' intent and violated common sense principles, while the appellees sought dismissal and cost sanctions. The court held that the appeal failed because it alleged a distortion of evidence rather than a lack of clarity, which constitutes a matter of fact evaluation not reviewable by the Supreme Court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 79(2) para. 2 Agrarian Code; Art. 559(20) C.P.D.: The Supreme Court does not review the appellate court's erroneous evaluation of evidence or its application of common sense principles to determine intent, as such errors constitute matters of fact evaluation rather than distortion of the document's content.

Keywords

AI generated
agricultural code inheritance interpretation of intent common sense principles distortion of evidence appellate review limits land title dispute fact evaluation standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 79(2) para. 2 Agrarian Code
Art. 79(1) Agrarian Code
Art. 79(3) Agrarian Code
Art. 26 Agrarian Code
Art. 74 Agrarian Code
Art. 180 Agrarian Code
Art. 203 Agrarian Code
Art. 1 AN 431/1968
Art. 559(20) C.P.D.
Art. 339 C.P.D.
Art. 432 C.P.D.
Art. 495(4) C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 191(2) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1225 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1225/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαϊου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. χήρας Θ. Α., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Παπαδόπουλο- Παπατσώρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Χ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2.Κ. Α. του Η., κατοίκου ..., ατομικώς ως εξ υπαρχής διαδίκου και περαιτέρω ως διαδόχου α) εκ διαθήκης του θανόντος δικαιοπαρόχου και αρχικού διαδίκου Η. Α. στο όνομα του οποίου συνεχίζει τη δίκη και β) της αποβιωσάσης μητρός του Κ., χήρας Η. Α., το γένος Κ. Μ., καθ'ο μέρος είχε καταστεί εκ διαθήκης κληρονόμος του Η. Α., 3. Ρ. Α. του Η., συζύγου Δ. Τ., κατοίκου ..., ατομικώς ως εξ υπαρχής διαδίκου και περαιτέρω ως διαδόχου α) εκ διαθήκης του θανόντος δικαιοπαρόχου και αρχικού διαδίκου Η. Α. στο όνομα του οποίου συνεχίζει τη δίκη και β) της αποβιωσάσης μητρός της Κ., χήρας Η. Α., το γένος Κ. Μ., καθ'ο μέρος είχε καταστεί εκ διαθήκης κληρονόμος του Η. Α. και 4. Χ. Α. Η. και της Κ., κατοίκου ..., ως: α) διαδόχου εκ διαθήκης του θανόντος δικαιοπαρόχου και αρχικού διαδίκου Η. Α. στο όνομα του οποίου συνεχίζει τη δίκη και β) ως διαδόχου της αποβιωσάσης μητρός του - κληρονόμου Κ., χήρας Η. Α., το γένος Κ. Μ., καθ'ο μέρος είχε καταστεί εκ διαθήκης κληρονόμος του Η. Α., ο οποίος δυνάμει της υπ'αριθ.99/28-8-2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς ετέθη υπό δικαστική συμπαράσταση με αποτέλεσμα να εκπροσωπείται νόμιμα από τον διορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη αυτού, δεύτερο αναιρεσίβλητο Κ. Α., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά ο 1ος και δια οι λοιποί του πληρεξούσιου δικηγόρου Μιχαήλ Πικραμένου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22374/2012 μη οριστική, 9717/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 310/2017 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις α) της παραγράφου 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12- 1949), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από την παραχώρηση σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου, β) της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και, συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μην κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ` εξαίρεση όμως, ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ.

δ' του άρθρου 1 του ως άνω αναγκαστικού νόμου, εκτός άλλων περιπτώσεων και επί οικοπεδικών κλήρων. Επίσης, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητος οικοπέδων επαγομένη τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευομένη κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητος, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.

Συνεπώς δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΟλΑΠ 606/1976, ΑΠ 1827/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του ν.δ. 3958/1959, που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του α.ν. 431/1968, 2 του ν .666/1977, 11 του ν. 944/1979 και 18 παρ. 1 του ν. 1664/1986, την 131875/21-11-1988 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 882/Β78-12-1988) και τον ν. 3174/2003, προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, που πραγματοποιήθηκαν με πράξεις εν ζωή κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας για τους περιορισμούς μεταβίβασης των κλήρων αυτών, επικυρώνονται αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματος (3958/1959) εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία.

Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο κατάρτισης των αναφερομένων (ανωμάλων) δικαιοπραξιών, η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις απαγορεύσεις των μεταβιβάσεων αυτών και όχι τις από τον Αστικό Κώδικα ακυρότητες ή άλλες.

Συνεπώς, προκειμένου για μεταβίβαση της κυριότητας αγροτικού κλήρου, η οποία έγινε κατά παράβαση το μεν των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, το δε των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 369 και 1192 επ. Α.Κ., δηλαδή με ιδιωτικό έγγραφο και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, η απόφαση του Ειρηνοδίκη, με την οποία επικυρώνεται η εν λόγω μεταβίβαση, θεραπεύει μόνο τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα όχι, όμως, και τις πέραν τούτων λοιπές ακυρότητες, όπως την ακυρότητα από την έλλειψη της κυριότητας του πωλητή επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή από την έλλειψη αφενός μεν του νομίμου τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου), αφετέρου δε της μεταγραφής του και, ως εκ τούτου, η επικύρωση δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση έκτοτε κατά τρόπο παράγωγο της κυριότητας του γεωργικού κλήρου και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας, προσδίδει όμως, στην άσκηση νομής με βάση αυτό στον κλήρο από τον αγοραστή, το χαρακτήρα της καλόπιστα ασκούμενης νομής.

Μεταξύ των ακυροτήτων που επικυρώνονται ή μπορούν να επικυρωθούν περιλαμβάνονται και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατάτμησης ακεραίων τεμαχίων της οριστικής διανομής, σε τέτοια δε κατάτμηση δεν άγει αναγκαίως η μεταβίβαση του κληροτεμαχίου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου και επομένως σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, το διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου, που μεταβιβάσθηκε κατά παράβαση των περιορισμών αυτών αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί να μεταβιβασθεί περαιτέρω ελεύθερα και να είναι δεκτικό χρησικτησίας (Ολ ΑΠ 1520/1982, ΑΠ 31/2015).

Εκ τρίτου, από τα άρθρα 953, 954, 1001, 1002, 1117, 1033, 1013, 1194, 1198 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5 έως 7, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 3 του δ/τος της 31/10/1856 και 2 του δ/τος της 5.11.1914, συνάγεται ότι σύσταση ή μεταβίβαση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους ή διαμέρισμα, μπορεί να γίνει μόνο με ρητή σύμβαση του κυρίου ή των κυρίων του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποκείμενη σε μεταγραφή, ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως.

Με τη σύμβαση αυτή ο προς ον η μεταβίβαση αποκτά αυτοδικαίως εκ του νόμου αυτοτελές δικαίωμα επί του ορόφου και συγκυριότητα επί των κοινών μερών της όλης οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το έδαφος, επί του οποίου αυτή έχει οικοδομηθεί, κατά το ιδανικό μερίδιο που του έχει μεταβιβασθεί, εάν δε τούτο δεν έχει καθορισθεί από τα μέρη ή με την διάταξη τελευταίας βουλήσεως, προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατά την αναλογία της αξίας του ορόφου ή του διαμερίσματος στο οποίο αντιστοιχεί.

Η χωριστή αυτή ιδιοκτησία δημιουργείται αυτομάτως και όταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρης οικίας εκποιεί ορόφους ή διαμερίσματα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος, χωρίς να απαιτείται κατάρτιση ιδιαίτερης σύμβασης γι' αυτήν και μεταγραφής, ούτε και διπλή μεταγραφή, αφού δεν πρόκειται περί δυο διαφορετικών συμβάσεων περιεχομένων στο ίδιο έγγραφο ώστε να απαιτείται ιδιαίτερη μεταγραφή της κάθε μιας.

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 953 και 954 ΑΚ, συνάγεται ότι χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος συνιστάται μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ αυτών ή με σύμβαση μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, είτε και με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, όχι όμως και με τακτική χρησικτησία, δηλονότι με την άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία (άρθρο 1041 ΑΚ) ή έκτακτη χρησικτησία, δηλονότι με την άσκηση νομής για μια εικοσαετία (άρθρο 1045 ΑΚ), με την οποία μπορεί απλώς να αποσβεσθεί το επί αυτοτελούς διαμερίσματος ή ορόφου συσταθέν ως άνω δικαίωμα κυριότητος και να αποκτηθεί τούτο από άλλον (ΑΠ 1832/2014, ΑΠ 56/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Κατά το εδ. β' του ίδιου, ως άνω, άρθρου, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 757/2015).

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 396/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας: "Με το υπ' αριθμό 88288/3-12-1952 προσύμφωνο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Μ. ο σύζυγος της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας Θ.

Α. συμφώνησε να αγοράσει από τον Σ. Π., έναν αγροτικό οικίσκο μετά του υπ' αυτού και πέριξ οικοπέδου, πρώην τεμάχιο αγρού, με αριθμό 338, προερχόμενο από την οριστική διανομή του αγροκτήματος ..., εμβαδού 500 τμ και μετά από νέα εμβαδομέτρηση 552,28 τ.μ, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της Κοινότητας πρώην Ν.

Κορδελιού και ήδη Δήμου ..., στη διασταύρωση των οδών ..., ήδη Α. Π. αριθμός 60, συνορευόμενο.......... Το τίμημα του αγορασθέντος οικοπέδου εξοφλήθηκε και συντάχθηκε η υπ' αριθμό 8981/1953 πράξη εξόφλησης του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμό 707/1977 απόφαση του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 παρ. 5 του ΝΔ 3958/1959 και του ΝΔ 431/1968, η οποία κατέστη τελεσίδικη και μεταγράφηκε.......

επικυρώθηκε η μεταβίβαση που έγινε κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας και των άρθρων 369 και 1192 ΑΚ, δηλαδή με προσύμφωνο και όχι με νομίμως μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο, με έννομη συνέπεια η επικύρωση να ανατρέχει στο χρόνο καταρτίσεως της ως άνω ανώμαλης δικαιοπραξίας (έτος 1952) και να θεραπεύονται οι απαγορεύσεις της μεταβίβασης, η νομή δε του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανήκει έκτοτε στον αγοραστή.

Ο Θ. Α., τέλεσε νόμιμο γάμο με την ενάγουσα- εκκαλούσα [αναιρεσείουσα] στις 8-6-1975. Περίπου ένα έτος πριν την τέλεση του γάμου, με το υπ' αριθ. 3509/11-5-1974 προσύμφωνο σύστασης δωρεάς ακινήτου, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., ανέλαβε την υποχρέωση να συστήσει δωρεά εν ζωή προς τους νεώτερους σε ηλικία αδελφούς του Η.

Α. (αρχικά πρώτο εναγόμενο) και Χ. Α. (δεύτερο εναγόμενο) κατ' ισομοιρία, σε διαιρετό τμήμα εμβαδού 295,40 τ.μ από το προαναφερόμενο ακίνητο των 552,28 τ.μ, το οποίο συνορεύει γύρω με......... και με το υπόλοιπο ακίνητο του δωρητή. Στο προσύμφωνο δωρεάς αναφέρεται, ότι το οριστικό δωρητήριο συμβόλαιο θα συνταχθεί όταν τακτοποιηθούν οι τίτλοι κτήσεως και ότι με αυτό παρέχεται η ανέκκλητη εντολή προς τους δωρεοδόχους να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο και με αυτοσύμβαση.

Επίσης ο δωρητής δήλωσε ότι η δωρεά δεν θα συνυπολογισθεί στην κληρονομική μερίδα των δωρεοδόχων, παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανάκλησης, αναγνωρίζοντας ότι αυτή γίνεται ένεκα ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και εκ λόγων ευπρεπείας, σε εκδήλωση αδελφικής στοργής και για την επιδεικνυόμενη στο πρόσωπό του αγάπη και αφοσίωση εκ μέρους των δωρεοδόχων- αδελφών του.

Με την κατάρτιση του προσυμφώνου ο σύζυγος της ενάγουσας -εκκαλούσας παρέδωσε τη νομή και κατοχή του δωρηθέντος διαιρετού τμήματος στους προαναφερόμενους αδελφούς του για να ανεγείρουν με δαπάνες οικοδομή σ' αυτό και έτσι επήλθε κατάτμιση του οικοπέδου σε δύο ανεξάρτητα τμήματα. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη με την επικύρωση της ανώμαλης δικαιοπραξίας που έγινε με την υπ' αριθ. 707/1977 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης το μείζον οικόπεδο, εμβαδού 552,28 τμ που μεταβιβάσθηκε κατά παράβαση των περιορισμών της αγροτικής νομοθεσίας απέκτησε αυτοτέλεια, με έννομη συνέπεια να μπορεί να μεταβιβασθεί περαιτέρω ελεύθερα και να μπορούν να χρησιδεσπόζουν σε αυτό οι δύο πρώτοι εναγόμενοι -δωρεοδόχοι, στους οποίους παραδόθηκε η νομή τμήματος αυτού.

Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για αστικό ακίνητο (οικόπεδο) που έχει ενταχθεί πλέον στο εγκεκριμένο σχέδιο της Κοινότητας Ν. Κορδελιού το οποίο κατατμήθηκε σε δύο τμήματα και δεν αποκλείεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο....

Με βάση το προσύμφωνο δωρεάς, αφού παρέλαβαν ο πρώτος και ο δεύτερος εκ των εναγομένων τη νομή του τμήματος των 295,40 τμ ασκούσαν με διάνοια κυρίου διακατοχικές πράξεις σε αυτό σύμφωνα με τον προορισμό του. Ειδικότερα, φρόντισαν για την έκδοση από το γραφείο πολεοδομίας Θεσσαλονίκης της υπ' αριθμό 3129/1974 αδείας που εκδόθηκε στο όνομά τους και ανέθεσαν στον πολιτικό μηχανικό Α.

Π. να προβεί στη σύνταξη μελέτης για την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής, η οποία κατασκευάστηκε με δαπάνες τους και ολοκληρώθηκε η περάτωσή της το έτος 1979, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο εκ δύο καταστημάτων και τέσσερις ορόφους στους οποίους υπήρχαν οκτώ (8) συνολικά διαμερίσματα (δύο σε κάθε όροφο).

Με την τροποποιητική με αριθμό πρωτοκόλλου 1011/1981 άδεια ανοικοδόμησης η ως άνω άδεια άλλαξε με τη συναίνεση των δύο πρώτων εναγομένων και τράπηκε στο όνομα του μεγαλύτερου αδελφού τους δωρητή Θ. Α. , με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το έτος 1982 η υπ' αριθμό 2092/1982 άδεια ανοικοδόμησης στο όνομά του και κτίσθηκε στο υπόλοιπο οικόπεδο μία άλλη πενταόροφη οικοδομή με πρόσοψη στην οδό Α.

Π. αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και τέσσερις (4) ορόφους. Η δεύτερη (Β) οικοδομή είναι συνεχόμενη και εφάπτεται με την αρχική (Α) οικοδομή, εξυπηρετούνται και οι δύο από μία κεντρική είσοδο που βρίσκεται στην ... και από ένα ανελκυστήρα. Από την πρώτη (Α) οικοδομή ο Θ. Α. , ως τυπικά κύριος του οικοπέδου και της επ' αυτού Α' οικοδομής , επειδή δεν είχε καταρτισθεί και μεταγραφεί το οριστικό δωρητήριο συμβόλαιο, προέβη κατά τα έτη 1979-2001 στις μεταβιβάσεις τεσσάρων διαμερισμάτων.

Ειδικότερα, α) με το υπ' αριθμό 1767/1979 πωλητήριο συμβόλαιο που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ε. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα..... ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και πώλησης....., πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου με αριθμό 2 στους....., β) με το υπ' αριθμό 8585/1990 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε διαμέρισμα του τρίτου ορόφου με αριθμό 1 στους..., γ) με το υπ' αριθμό 5685/2001 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Ά.

Ζ.-Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στους...... διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με αριθμό 2 και δ) με το υπ' αριθμό 5686/2001 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ά. Ζ.-Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα πώλησε και μεταβίβασε προς τους...... ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου με αριθμό 2. Με την πώληση του πρώτου διαμερίσματος το έτος 1979 και τη μεταγραφή του υπ' αριθμό 1767/1979 μεταβιβαστικού συμβολαίου στις 22-11-1979 η υπό στοιχείο Α οικοδομή υπήχθη στο νομικό καθεστώς της οριζοντίου ιδιοκτησίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατέστησαν αυτοδικαίως οριζόντιες ιδιοκτησίες και το καθένα από τα διαμερίσματα του 1ου, 2ου, 3ου, 4ου ορόφου, τα δύο καταστήματα του ισογείου και ο υπόγειος αποθηκευτικός χώρος.

Με την υπ' αριθμό 13955/23-11-1995 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος 1826,αριθ.436) ο Θ. Α., προέβη στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και για τις δύο προαναφερόμενες οικοδομές (Α και Β). Ήδη όμως η σύσταση των οριζοντίων ιδιοκτησιών είχε γίνει στην υπό στοιχείο Α οικοδομή, όπως παραπάνω αναφέρεται με το 1767/1979 συμβόλαιο πώλησης διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Γ.. Αφού μεταβιβάσθηκαν οι προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες απέμειναν αδιάθετα τέσσερα (4) διαμερίσματα και δύο ισόγεια καταστήματα που αποτελούν τα επίδικα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά την αποπεράτωση της οικοδομής το έτος 1979 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι συνέχισαν να νέμονται όλο το ακίνητο και τις επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες που δημιουργήθηκαν από τις 22-11-1979, πλην των προαναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών που μεταβιβάσθηκαν σε τρίτους.

Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, κατόπιν συμφωνίας με τον πρώτο, κατοικούσε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου που βρίσκεται στη γωνία των οδών ... με αριθμό 1, χωρίς να καταβάλει αντάλλαγμα. Είχε τα κλειδιά των ακινήτων και ασκούσε μαζί με τον πρώτο εναγόμενο διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου που αρμόζουν στον προορισμό τους, δηλαδή εκμίσθωναν αυτά σε τρίτους, εισέπρατταν τα ενοίκια και δήλωναν αυτά στην αρμόδια εφορία.

Το ένα από τα ισόγεια καταστήματα χρησιμοποιούνταν για τη στέγαση της οικογενειακής επιχείρησης (μάρκετ ηλεκτρικών ειδών, επίπλων, χρυσαφικών, ωρολογίων κλπ) που λειτουργούσε με τη μορφή ομόρρυθμης εταιρίας στην οποία συμμετείχαν όλα τα αδέλφια και η ενάγουσα [αναιρεσείουσα], σύζυγος του Θ. Α., σε ποσοστό 30% ο Θ., 25% ο Χ.ς, 15% ο Η.ς και 30% η ενάγουσα , η οποία μετά τη συνταξιοδότηση του συζύγου της απέκτησε με εκχώρηση το εταιρικό του μερίδιο και συμμετείχε στην εταιρία με ποσοστό 60%.

Το γεγονός ότι αποκλειστικά την εκμετάλλευση των επιδίκων ακινήτων είχαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προκύπτει από...... Ο Θ. Α. από την κατασκευή της υπό στοιχείο Α' οικοδομής μέχρι το θάνατό του που συνέβη το έτος 2002, σεβόμενος την εξ αίματος συγγένεια και αναγνωρίζοντας τα δικαιώματα των αδελφών του που παραχώρησε με το προσύμφωνο δωρεάς, το οποίο όσο ζούσε δεν ανεκάλεσε, ουδέποτε ήγειρε αξιώσεις σχετικά με το καθεστώς της νομής και κατοχής των επιδίκων ακινήτων, ούτε προέβη στην πώληση αυτών, ενώ οι διεκδικήσεις σε αυτά άρχισαν μετά το θάνατό του, αρχικά ως κληρονομική διαφορά και κατόπιν ως εμπράγματη διαφορά μεταξύ της ενάγουσας - συζύγου του και των δύο πρώτων εναγομένων.

Είναι γεγονός ότι το τίμημα από τις πωλήσεις των τεσσάρων διαμερισμάτων προς τους προαναφερόμενους αγοραστές εισέπραξε ο Θ. Α., όπως ομολογούν οι εναγόμενοι, ένα μέρος του οποίου χρησιμοποίησε για την ανέγερση της δεύτερης υπό στοιχείο Β' οικοδομής και το υπόλοιπο κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την ενάγουσα-σύζυγό του.

Στην ενέργεια αυτή δεν εναντιώθηκαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, καθόσον είχαν εκκρεμότητες και κοινά συμφέροντα από τη λειτουργία της οικογενειακής επιχείρησης πώλησης ηλεκτρικών ειδών, μέλος της οποίας ήταν και η ενάγουσα, όπως παραπάνω αναφέρεται, στην οποία (εταιρεία) όφειλε, κατά τους ισχυρισμούς τους, να καταθέσει το τίμημα.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμό 3509/1974 προσύμφωνο σύστασης δωρεάς ήταν εικονικό για φορολογικούς λόγους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Αντιθέτως, από τα παραπάνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η πραγματική βούληση του δωρητή ήταν να μεταβιβάσει στα αδέλφια του τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 295,40 τμ προκειμένου να κτίσουν σε αυτό οικοδομή, εκδίδοντας την σχετική οικοδομική άδεια, όπως και πράγματι έγινε, χωρίς να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση όσο ζούσε σε οποιαδήποτε ενέργεια των εναγομένων αδελφών του, οι οποίοι ασκούσαν εν γνώσει του τις ως άνω πράξεις νομής και κατοχής στα επίδικα ακίνητα .

Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι απέκτησαν τη συγκυριότητα των επιδίκων δύο καταστημάτων και τεσσάρων διαμερισμάτων που απέμειναν μετά τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις προς τρίτους, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον νέμονταν αυτά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι χρόνια, δηλαδή από τις 22-11-1979, όταν έγινε η σύσταση των οριζοντίων ιδιοκτησιών και μπορούσαν έκτοτε να χρησιδεσπόζουν μέχρι το έτος 2005, όταν μεταβίβασαν αυτά με συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς στον τρίτο και τέταρτη και εκ των εναγομένων.

Ο χρόνος της χρησικτησίας συμπληρώθηκε στις 22-11-1999, πριν από το θάνατο του αδελφού τους Θ. Α. και συνεπώς οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, την οποία αποδέχθηκε η ενάγουσα με την υπ' αριθμό. 9275/12-3- 2007 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.

Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα: α) με το υπ' αριθ. 20807/31-10-2005 συμβόλαιο γονικής παροχής που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Ι. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα....., όπως διορθώθηκε με το υπ' αριθ. 2673/2008 συμβόλαιο μερικής ακύρωσης, σύστασης δωρεάς του συμβολαιογράφου Γ. Σ.- Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα....., ο πρώτος αρχικά εναγόμενος συνέστησε υπέρ της θυγατέρας του - τέταρτης των εναγομένων γονική παροχή πλήρους κυριότητας και ο δεύτερος (θείος) δωρεά επί ενός ισογείου καταστήματος με αριθμό 2 και ενός διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της αυτής οικοδομής με αριθμό 2, β) με το υπ' αριθ. 20808/31-10-2005 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα..... και με το υπ' αριθ. 2674/31-10-2005 συμβόλαιο διόρθωσης, παραίτησης από επικαρπία, σύστασης γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Γ. Σ.- Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα....... η τέταρτη εκ των εναγομένων απέκτησε από τους πρώτο και δεύτερο την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της οικοδομής με αριθμό 2, γ) με το υπ' αριθ. 20809/2005 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα..... και με το υπ' αριθ. 2675/2008 συμβόλαιο διόρθωσης, δωρεάς εν ζωή ποσοστού συγκυριότητας , δωρεάς επικαρπίας ιδανικού μεριδίου του συμβολαιογράφου Γ. Σ.-Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... ο τρίτος εκ των εναγομένων απέκτησε από τους πρώτο και δεύτερο την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου με αριθμό 1 και τη ψιλή κυριότητα ενός ισογείου καταστήματός της με αριθμό 1 και δ) με το υπ' αριθ. 20810/2005 συμβόλαιο που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ι.

Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα...... και το υπ' αριθ. 2676/2008 συμβόλαιο ακύρωσης και δήλωσης αναγνώρισης δικαιωμάτων κυριότητας του συμβολαιογράφου Γ. Σ.-Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα.... ο δεύτερος απέκτησε την πλήρη κυριότητα διαμερίσματος του πρώτου ορόφου με αριθμό 1. Με τα προαναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια γονικής παροχής και δωρεάς , που μεταγράφηκαν νόμιμα, ο δεύτερος, τρίτος και η τέταρτη εκ των εναγομένων απέκτησαν τα ως άνω εμπράγματα δικαιώματα πλήρους και ψιλής κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων.

Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προς απόκρουση της με αριθμό κατάθεσης 32782/2004 προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας, με αντικείμενο κληρονομική μεταξύ τους διαφορά και ειδικότερα την ακύρωση της από 5-5-1966 διαθήκης του αποβιώσαντος συζύγου της που συντάχθηκε το χρονικό διάστημα που ζούσε ως οικονομικός μετανάστης στη ..., με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους τους δύο πρώτους εναγόμενους και την αναγνώριση του αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος ανερχόμενο σε 50% εξ αδιαιρέτου, ισχυρίστηκαν ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 13632/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτή και επικυρώθηκε με την υπ' αριθμό 2666/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων. Στη συνέχεια οι τελευταίοι άσκησαν την από 26-3-2009 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1129/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού δέχθηκε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 1045 ΑΚ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι προβλήθηκε πρόωρα και αλυσιτελώς στην δίκη, με αποτέλεσμα να αντικαταστήσει την εσφαλμένη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση και να απορρίψει την αναίρεση.

Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα; ο προβληθείς ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας , απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, χωρίς να κριθεί κατ' ουσίαν και δεν προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την αμετάκλητη 13632/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα και επομένως παραδεκτά προτάθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά ερμηνεύοντας το νόμο και εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την προταθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων". Ετσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα ένσταση ιδίας, κτηθείσας πρωτοτύπως, κυριότητας των εναγομένων και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, αφενός ορθώς εφάρμοσε, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1, 2 και 5 του ν.δ. 3958/1959, 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948 και 1045 ΑΚ, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και αφετέρου διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον προβληθέντα από την πλευρά της αναιρεσείουσας ισχυρισμό περί εικονικότητας του υπ' αριθ. 3509/1974 προσυμφώνου σύστασης δωρεάς του συμβολαιογράφου Θ.

Ι. Κ. και της εντεύθεν παράδοσης ή μη της νομής του οικοπεδικού τμήματος του μείζονος ακινήτου από τον Θ. Α. στους αντιδίκους αδελφούς του, ο δε τ' αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, ο δεύτερος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο πλημμελώς ερμήνευσε την αληθινή βούληση "των δικαιοπρακτούντων αδελφών Α.

ως προς την κυριότητα του όλου οικοπέδου" και "παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, 1033 και 1045 ΑΚ", πέραν του ότι είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας φέρονται παραβιασθέντα, είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε ότι υφίστατο, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια, ως προς τη δήλωση των αντισυμβαλλομένων αντιδίκων αδελφών, ώστε να αναγκασθεί να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια των δηλώσεων της βουλήσεώς τους, ούτε ότι συνέτρεχε λόγος να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια των ανωτέρω κανόνων δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 308/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα, κατ' ορθήν εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, εκτιμώντας εσφαλμένα και παρερμηνεύοντας, το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 1767/1979 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Γ. "ως συστατικού της οροφοκτησίας σύμβασης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της γενομένης ή όχι κατατμήσεως του αρχικού οικοπέδου". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εσφαλμένη ανάγνωση, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του αναφερόμενου αποδεικτικού εγγράφου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2017 αίτηση της Σ. χήρας Θ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 310/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ