Legislator Case Law & Legislation
1225/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding land registry registration and admissibility of claims.

Case Number 1225/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land registry registration. The appellant argued the lower court erred by failing to consider specific claims and defenses, but the court found these arguments unsupported by the record. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 6, and 13 of Law 2664/1998; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellate court properly examined and rejected the contested claim or defense, rendering the appeal based on Article 559(8) groundless.

Keywords

AI generated
land registry registration appeal admissibility procedural error legal costs civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 5(2) of Law 2308/1995
Article 6(1) and (2) of Law 2664/1998
Article 6(3)(b) of Law 2664/1998
Article 13 of Law 2664/1998
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2004
OLAP 25/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1225 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1225/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος : Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αναστασίου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. θυγ. Α. Λ. χας Υ. Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Παναγιώτα Κυριακίδου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Συκιάς Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:39/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο να δικάσει Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, το οποίο αφού συζήτησε την υπόθεση εξέδωσε την υπ’ αριθμ 106/2012 οριστική απόφαση, και 2337/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-9-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 2308/1995 "κατά τη διάρκεια ισχύος της κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγόρευσης (ήτοι από την έναρξη της ανάρτησης των προσωρινών κτηματολογικών διαγραμμάτων μέχρι τον χρόνο των πρώτων εγγραφών) δεν επιτρέπεται, χωρίς προσκόμιση του πιστοποιητικού κτηματογραφούμενου ακινήτου, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η συζήτηση ενώπιον Δικαστηρίου υπόθεσης, που έχει ως αντικείμενο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα, εφόσον τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει ο υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης".

Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 2664/1998 "πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β’ του άρθρου 3. Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκειται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου", του άρθρου 6 παρ. 3 περ.

β’ του ίδιου νόμου "με την αίτηση της περίπτωσης α’ μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά την κείμενη νομοθεσία, η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή, με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στο μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος" και του άρθρου 13 του ίδιου νόμου "1.

Οι εγγραφές στα Κτηματολογικά φύλλα για τις πράξεις του άρθρου 12 (ήτοι για τις αναφερόμενες στο άρθρο 1192 ΑΚ δικαιοπραξίες, επιδικάσεις, προσκυρώσεις κλπ) τεκμαίρονται ακριβείς. 2. Η ανατροπή του κατά την προηγούμενη παράγραφο μαχητού τεκμηρίου γίνεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή, η οποία ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον και στρέφεται κατ’ εκείνου που φέρεται ανακριβώς στα Κτηματολογικά φύλλα ως δικαιούχος ή των καθολικών διαδόχων του.

Σε περίπτωση ειδικών διαδόχων, έναντι των οποίων η απόφαση είναι αντιτάξιμη σύμφωνα με την παρ. 3 εδ. β’ του άρθρου αυτού, η αγωγή πρέπει να στρέφεται με ποινή απαραδέκτου και κατ’ αυτών. Έννομο συμφέρον για την άσκηση αγωγής έχει και όποιος απέκτησε κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα με χρησικτησία.

Η αγωγή καταχωρίζεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο μέσα σε προθεσμία, κατ’ ανώτατο όριο τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτησή της. Η αγωγή αυτή περιέχει αίτημα αναγνώρισης του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος του ενάγοντος και διόρθωσης της ανακριβούς εγγραφής".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και το εμπράγματο τοιούτο, θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού εκείνη τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, ενώ αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος από το νόμο προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Α. Λ., πατέρας της ενάγουσας είχε στη νομή και κατοχή του από το έτος 1935 ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 253 τμ που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

του ..., το οποίο συνορεύει βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία εναγομένου και λοιπών συνιδιοκτητών, νότια με ρέμα και ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Κ. Ν. και ήδη εναγομένου. Το ακίνητο αυτό που αποτελεί το επίδικο, αρχικά ανήκε στον Ι. Λ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1921 και κατόπιν άτυπης διανομής μεταξύ των συγκληρονόμων του που έλαβε χώρα το έτος 1935 περιήλθε στον γιό του Α.

Λ., πατέρα της ενάγουσας-εφεσίβλητης, ο οποίος έκτοτε νεμόταν αυτό σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα καλλιεργούσε κηπευτικά. Το έτος 1975 ο Α. Λ. παραχώρησε με άτυπη δωρεά το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα-θυγατέρα του, η οποία παρέλαβε αυτό στη νομή της και συνέχισε να ασκεί με διάνοια κυρίας τις ίδιες διακατοχικές πράξεις και γενικότερα είχε την επίβλεψη και εποπτεία αυτού, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την πάροδο είκοσι ετών (1975-1995).

Το έτος 2003, ο εναγόμενος-εκκαλών, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών και συνιδιοκτήτης όμορης μεγαλύτερης έκτασης, ανήγειρε συγκρότημα παραθεριστικών κατοικιών δυνάμει της υπ’ .../1999 οικοδομικής άδειας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Χαλκιδικής που εκδόθηκε στο όνομά του. Κατά την υλοποίηση των ορίων του οικισμού κατέλαβε το επίδικο αγροτεμάχιο της ενάγουσας, το οποίο περιέφραξε και συμπεριέλαβε στην ιδιοκτησία του, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας που είχε αποκτήσει με πρωτότυπο τρόπο.

Η ενάγουσα μόλις πληροφορήθηκε το έτος 2003 την κατάληψη του ακινήτου άσκησε την κρινόμενη διεκδικητική αγωγή. Ο ισχυρισμός του εναγομένου-εκκαλούντος ότι νεμόταν το επίδικο από το έτος 1973 υπό τα όμματα της ενάγουσας, η οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε και ότι άσκησε καταχρηστικά την κρινόμενη αγωγή δεν αποδείχθηκε, καθόσον η οικοδομική άδεια εκδόθηκε το έτος 1999, με βάση την οποία άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης των παραθεριστικών κατοικιών και μόλις πληροφορήθηκε η ενάγουσα την αποβολή της από το επίδικο προέβη στην άσκηση της αγωγής.

Επίσης δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής του εναγομένου στο επίδικο από το έτος 1973, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η κατ’ αυτού ασκηθείσα το έτος 2004 από 9-1-2004 ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της με επίκληση προσαγόμενης υπ’ αριθ. .../3-12-2004 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Θεσσαλονίκης Ε.

Γ., α) δεν παραβίασε ευθέως, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, τις προδιαληφθείσες διατάξεις των ν. 2308/1995 και 2664/1998 που αφορούν το Εθνικό Κτηματολόγιο, καθόσον, όπως ο αναιρεσείων συνομολογεί στην ένδικη αίτησή του, το επίδικο εντάχθηκε σ’ αυτό (Εθνικό Κτηματολόγιο) στις 30-7-2007 (υπ’ .../2/20-7-2007 απόφαση του Δ.Σ.

του ΟΚΧΕ στο ΦΕΚ τ. Β’ .../30-7-2007), ήτοι μετά παρέλευση χρονικού διαστήματος πλέον της διετίας από την άσκηση της αγωγής, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του αναιρετικός λόγος στηρίζεται σε σφαλμένη προϋπόθεση, β) δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, γ) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά το αναπόδεικτο της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος-εναγομένου και την εντεύθεν απόρριψή της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων πέμπτος αναιρετικός λόγος ελέγχεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία αναφέρει ότι είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου, έχοντος σχήμα παραλληλεπιπέδου, εμβαδού 253 τ.μ., το οποίο κείται στην θέση "...", της κτηματικής περιφερείας του δημοτικού διαμερίσματος ..., του διευρυμένου ..., το οποίο συνορεύει Βόρεια επί πλευράς 18,98 μ.

με ιδιοκτησία εναγομένου και λοιπών συνιδιοκτητών, Νότια επί πλευράς μήκους 20,76 μ. με ρέμα, Ανατολικά επί πλευράς μήκους 12,55 μ. με πρώην ιδιοκτησία Κ. Ν. και ήδη εναγομένου και Δυτικά επί πλευράς μήκους 13,26 μ. με ιδιοκτησία εναγομένου και λοιπών συνιδιοκτητών και το οποίο αποτελεί το επίδικο ακίνητο. Η προαναφερόμενη περιγραφή τούτου είναι αρκούντως ορισμένη και συνεπώς ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).

Εξάλλου, από τη διάταξη των άρθρου 74 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι η ύπαρξη των στοιχείων της απλής ομοδικίας παρέχει απλώς δικαίωμα και δεν επιβάλλει υποχρέωση προς εισαγωγή της διαφοράς σε κοινή δίκη εκ μέρους των πολλών εναγόντων ή κατά των πολλών εναγομένων. Τούτο συμβαίνει, όπως προκύπτει από το άρθρο 1094 ΑΚ, και επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, στην οποία εναγόμενος είναι ο νομέας ή κάτοχος (και μη κύριος) του καταληφθέντος ακινήτου, αν δε το επίδικο κατέχουν πολλοί, η αγωγή νομίμως ασκείται και εναντίον μερικών από αυτούς, δεδομένου ότι η ομοδικία που υπάρχει μεταξύ πολλών εναγομένων στην ίδια διεκδικητική αγωγή δεν είναι αναγκαστική, αλλά απλή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το σχετικό σκέλος του λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ’ αριθ. .../1999 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π.-Ρ., που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, ενώ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, στο σκεπτικό της απόφασής του αναφέρει αυτολεξεί: ".....(και) από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης τούτου.

Συνεπώς, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το σχετικό σκέλος του, καθώς και ο πρώτος κατά το σχετικό σκέλος του, από τον, κατ’ ορθήν εκτίμησή τους, αριθμό 14 (και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη διότι εστρέφετο μόνον εναντίον του αναιρεσείοντος και όχι και κατ’ άλλων κατεχόντων το επίδικο προσώπων, στα οποία ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει ποσοστά εξ αδιαιρέτου σε μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, είναι αβάσιμοι διότι πέραν του ότι στο εισαγωγικό δικόγραφό της ως μόνος κάτοχος τούτου φέρεται, μετά την κατάληψή της, ο τελευταίος, και αν ακόμη υπήρχαν και άλλοι κάτοχοι, δεν ήταν αναγκαίο η αναιρεσίβλητη να στραφεί κατ’ αυτών με την ίδια αγωγή, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003). Με τον τέταρτο κατά το σχετικό σκέλος του αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την νομοτύπως προβληθείσα τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήρια ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε την, ως άνω, προβληθείσα ένσταση, την οποία και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-9-2016 αίτηση του Κ. Γ. του Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2337/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ