Supreme Court allows appeal on procedural grounds regarding vague complaint and insufficient reasoning in eviction rent case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on rent adjustment. The appellant argued the lower court failed to properly address the complaint regarding excessive rent and provided insufficient reasoning. The court found the appeal admissible on procedural grounds but rejected the substantive claims due to lack of specific evidence and clear legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal if the grounds are vague, insufficiently reasoned, or fail to demonstrate a clear procedural error affecting the judgment's validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1225/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαπέτρο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2014 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 25-2-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 25-9-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 153/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α’ και β’ Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της -αγωγής-, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι το Πρωτοδικείο, το οποίο, δικάζοντας επί της ένδικης από 19-3-2010 αγωγής του αναιρεσείοντος μισθωτή για την αναπροσαρμογή του οφειλόμενου απ’ αυτόν μισθώματος της αναφερόμενης σ’ αυτή εμπορικής μίσθωσης ακινήτου, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 288 και 388 του Α.Κ.
απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς την αγωγική της βάση από το άρθρο 288 ΑΚ την εν λόγω αγωγή, κρίνοντας αυτή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη μόνο κατά τη στηριζόμενη στο άρθρο 388 ΑΚ βάση της, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, απορρίπτοντας ακολούθως την ασκηθείσα απ’ αυτόν αντέφεση με την οποία παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης για την παρά το νόμο απόρριψη της αγωγής του ως αόριστης κατά την ως άνω βάση της, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αναφορικά με τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ βάση της αγωγής αυτής.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα αντέφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, την οποία συνεκδίκασε με την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη έφεση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος - ενάγων με το από 09.02.2012 (αρ. έκθ. κατάθ. 2/17.02.2012) ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, άσκησε αντέφεση, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρ. 523 παρ. 1 και 654 παρ. 1 ΚΠολΔ) μόνον καθ’ ο μέρος παραπονείται ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που οδήγησαν στην κατά ένα μέρος παραδοχή της αγωγής του, κεφάλαιο της απόφασης που προσβάλλεται με την έφεση, και θα πρέπει να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την έφεση (άρθρ. 246 ΚΠολΔ).
Κατά το μέρος, όμως, που με αυτή παραπονείται για την απόρριψη ως αόριστης της επί του άρθρου 288 ΑΚ ερειδόμενης βάσης της αγωγής του είναι απαράδεκτη, εφόσον το κεφάλαιο αυτό της απόφασης δεν προσβάλλεται με την έφεση". Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα αντέφεση κατά το μέρος της με το οποίο αυτός παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης απόφασης για την απόρριψη ως αόριστης της στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής του οφειλόμενου από τον αναιρεσείοντα μισθώματος και ως εκ τούτου δεν ερεύνησε την αγωγή ως προς το ορισμένο και παραδεκτό αυτής κατά την ως άνω βάση και αίτημά της, ώστε να τίθεται θέμα παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, αναφορικά με τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ βάση αυτής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
Με το άρθρο 388 τού Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "Αν τα περιστατικά στα οποία, κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης, μεταβλήθηκαν ύστερα, από λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής, το δικαστήριο μπορεί κατά την κρίση του με αίτηση του οφειλέτη να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει και να αποφασίσει τη λύση της σύμβασης εξολοκλήρου ή κατά το μέρος που δεν εκτελέστηκε ακόμη...".
Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί ειδική εφαρμογή στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις των αρχών της καλής πίστης και της των συναλλακτικών ηθών, που καθιερώνονται με τα άρθρα 200 και 288 του Α.Κ. διασπάται εν μέρει η γενικότερη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και της υποχρεωτικής εκτελέσεως αυτών και καθιερώνεται κανόνας αναγκαστικού δικαίου, από τον οποίο είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων γενική παραίτηση του οφειλέτη, συντελούμενη είτε ρητώς, με την καταχώρηση στερεότυπης περί παραιτήσεως ρήτρας στη σύμβαση, είτε σιωπηρώς, με την αποδοχή συμβατικών όρων που έχουν την έννοια αυτή.
Δεν αποτελεί, όμως, παραίτηση του οφειλέτη από την παρεχομένη σ’ αυτόν με το άρθρο 388 του Α.Κ. προστασία η πλαισίωση της αμφοτεροβαρούς σύμβασης με ειδική συμφωνία, με την οποία προβλέπεται ειδικώς η επέλευση μελλοντικής συγκεκριμένης μεταβολής, δυνάμενης να επέλθει από συγκεκριμένους λόγους και συνομολογείται η ανάληψη από κάποιο συμβαλλόμενο του κινδύνου από τη μεταβολή αυτή, διότι αληθώς με την ειδική αυτή συμφωνία, που κατατείνει στον τονισμό της αστικής ευθύνης του οφειλέτη και δεν αντίκειται στην καλή πίστη, αίρεται το απρόβλεπτο ως απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ και παρέχεται στον οφειλέτη η δυνατότητα έγκαιρης κάλυψής του έναντι συγκεκριμένου μελλοντικού κινδύνου (Ολ.ΑΠ 350/1985).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ’ αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 1170/2009).
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται επίσης και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε το δικαστήριο, δε είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι, με το να δεχτεί το Εφετείο, ότι με τον υπ’ αριθμ. 7 όρο του από 6-11-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού της ένδικης μισθώσεως περί ρητής παραιτήσεως του μισθωτή από την άσκηση των εκ του άρθρου 388 ΑΚ δικαιωμάτων του, συνήφθη έγκυρη σύμβαση ανάληψης του κινδύνου από το μισθωτή σε πιθανή μελλοντική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, και ότι ως εκ τούτου δεν συντρέχει το απρόβλεπτο της μεταβολής των συνθηκών που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ και όχι ρήτρα παραιτήσεως του μισθωτή από την άσκηση των από το άρθρο 388 ΑΚ δικαιωμάτων, η οποία δεν είναι έγκυρη, παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή του και εκ πλαγίου διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 200 και 173 Α.Κ., στις οποίες παρέλειψε να προσφύγει αν και διέγνωσε εμμέσως αμφιβολία και ασάφεια του συγκεκριμένου όρου και προέβη σε ερμηνεία αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 388 Α.Κ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με τα ως άνω ζητήματα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 06.11.1998 ιδιωτικού συμφωνητικού η εκκαλούσα Ε.
χα Π. Π. εκμίσθωσε στον εφεσίβλητο - αντεκκαλούντα το υπό στοιχ. Κ1 κατάστημα του ισογείου ορόφου πολυόροφης οικοδομής, κυριότητός της, που βρίσκεται επί της οδού Α., αριθμ…., της πόλης του ..., αποτελούμενο από μία κύρια αίθουσα, τμήμα της οποίας έχει και ημιόροφο (πατάρι), άλλη βοηθητική και χώρους τουαλέτας, συνολικού εμβαδού 261,04 τετρ.
μέτρων. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε εννεαετής, αρχόμενη από 01.01.1999 και λήγουσα στις 31.12.2007, με δυνατότητα παράτασης μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα (12) συνολικά ετών, αλλά και περαιτέρω παράτασης, μετά από έγγραφη δήλωση του μισθωτή. Το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 1.200.000 δραχμών για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο έκτοτε κατ’ έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα ετών κατά ποσοστό 7% επί του ήδη καταβαλλόμενου κατά το προηγούμενο έτος μισθώματος.
Καθορίστηκε δε ότι σε περίπτωση περαιτέρω παράτασης της μίσθωσης το μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται για μεν το πρώτο έτος της παράτασης (13ο έτος της μίσθωσης) κατά ποσοστό 10%, προσαυξανόμενο έκτοτε για κάθε περαιτέρω έτος της παράτασης της μίσθωσης κατά μία επιπλέον εκατοστιαία μονάδα, δηλαδή 11% για το 14ο έτος της μίσθωσης, 12% για το 15ο έτος της μίσθωσης κ.ο.κ., υπολογιζόμενο στο αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα του αμέσως προηγούμενου έτους, μη αποκλεισμένης νέας συμφωνίας...
Μεταγενέστερα η εκμισθώτρια με το νομίμως μεταγεγραμμένο .../31.10.2001 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Βασιλείου Μακρυγιάννη, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα της Α. θυγ. Π., Π. το 1/2 εξ αδιαιρέτου του καταστήματος αυτού. Η αρχική εκμισθώτρια Ε. Π. απεβίωσε αδιάθετη κατά τη διάρκεια της επιδικίας, ήτοι στις 25.02.2013, μετά δε την υπ’ αριθμ. .../04.04.2013 δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς αυτής που υπέβαλε στη Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών ο γιος της Π.
Π. Π., μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της κατέστη η θυγατέρα της Α. Π. Π., η οποία έτσι κατέστη και αποκλειστική κυρία του μισθίου, υπεισελθούσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης και στο όνομα της οποίας συνεχίζεται έκτοτε η προκειμένη δίκη... Ο εφεσίβλητος - αντεκκαλών αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης τα ομολογουμένως υψηλά ποσοστά ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος, διότι διακαώς επιθυμούσε τη μίσθωση του συγκεκριμένου καταστήματος, αφού, ως έμπειρος επιχειρηματίας, διέβλεψε τα οφέλη που θα αποκόμιζε από την εγκατάσταση της επιχείρησής του στο συγκεκριμένο σημείο, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο ακόμη και της τυχόν μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.
Συγκεκριμένα στον 7ο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης αναγράφεται επί λέξει "Ρητά συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι το μίσθωμα που συμφωνήθηκε, το ποσοστό αναπροσαρμογής του για κάθε επόμενο μισθωτικό χρόνο, καθώς επίσης και τα ποσοστά που συμφωνήθηκαν για κάθε χρόνο παράτασης, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, είτε με το νόμο, είτε με ιδιωτική συμφωνία, είναι εύλογο και πλήρως ανταποκρινόμενο στο εμβαδόν, τη θέση, κατασκευή και χρήση του μισθίου, το οποίο σε καμία απολύτως περίπτωση δεν μπορεί να αυξομειωθεί και εάν ακόμη αλλάξουν οι οικονομικές συνθήκες με βάση τις οποίες καταρτίστηκε αυτή η σύμβαση, όπως επίσης και ότι το μίσθιο, ύστερα από θεώρηση του μισθωτή και τη ρητή ομολογία του, είναι της απολύτου αρεσκείας του, για τη χρήση που το προορίζει, παραιτούμενος από τούδε με αυτό το συμφωνητικό του δικαιώματος προσβολής για οποιονδήποτε λόγο και αιτία και αυτή ακόμη των άρθρων 281, 288 και 388 ΑΚ".
Από τη διατύπωση του συγκεκριμένου όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού της σύμβασης μίσθωσης προκύπτει ότι δεν πρόκειται περί εκ των προτέρων γενικής παραίτησης του μισθωτή από την άσκηση του, κατ’ άρθρου 388 ΑΚ, παρεχόμενου σ’ αυτόν δικαιώματος, που δεν θα ήταν έγκυρη συνεπεία του αναγκαστικού χαρακτήρα της εν λόγω διάταξης, αλλά ότι πρόκειται περί ειδικότερης συμφωνίας, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, με την οποία ανελήφθη από τον μισθωτή ο σχετικός κίνδυνος και τονίσθηκε η ευθύνη του για την πιστή εκπλήρωση της παροχής του και στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, με βάση τις οποίες καταρτίσθηκε αυτή η σύμβαση.
Προβλέφθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης το ενδεχόμενο μεταβολής των οικονομικών συνθηκών και ο μισθωτής αποδέχθηκε ότι τα συμφωνηθέντα ποσοστά ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος θα εξακολουθήσουν να ισχύουν και δεν θα μειωθούν ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής αυτών των οικονομικών συνθηκών, με συνέπεια να μη συντρέχει εν προκειμένω το απρόβλεπτο της μεταβολής, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής της ΑΚ 388...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές αλλά και την εν συνεχεία επάλληλη αιτιολογία ότι ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η προκειμένη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών δεν μπορούσε να προβλεφθεί, δεν συντρέχει, επίσης το υπέρμετρα επαχθές της παροχής του μισθωτή, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία πλήττεται με τους τέταρτο κι πέμπτο λόγους της κρινόμενης αίτησης, για τους οποίους γίνεται αναφορά παρακάτω, το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, κατά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά τη στηριζόμενη στο άρθρο 388 ΑΚ βάση και αίτημά της, κρίνοντας, αντιθέτως από το Πρωτοδικείο, που είχε δεχτεί κατά ένα μέρος αυτή κατά την ίδια βάση και αίτημά της.
Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης κενού ή ασάφειας (αμφιβολίας) αναφορικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως του αναιρεσείοντος μισθωτή, που περιέχεται στον ως άνω όρο, επιχείρησε ερμηνεία για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας της δήλωσης βούλησης του συμβαλλόμενου μισθωτή, που περιέχεται στον όρο αυτό, δεχόμενο έτσι έμμεσα την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, ως προς την αληθή έννοια της δήλωσης βούλησης του συμβαλλόμενου μισθωτή, σχετικά προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, όπως τούτο προκύπτει και από την εν συνεχεία αναφορά του "Ακόμη, όμως, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η προκειμένη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών είναι τέτοιας φύσης και έκτασης, που δεν μπορούσε να προβλεφθεί...", αφού, παρά την προκύπτουσα από τη διατύπωση του συγκεκριμένου όρου ρητή παραίτηση του αναιρεσείοντος μισθωτή από τις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 388 ΑΚ, κατέληξε στην κρίση ότι με τον 7ο όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης δεν συνήφθη ρήτρα παραιτήσεως του μισθωτή από την άσκηση των από το άρθρο 388 ΑΚ δικαιωμάτων, η οποία δεν είναι έγκυρη αλλά έγκυρη σύμβαση ανάληψης του κινδύνου σε πιθανή μελλοντική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, χωρίς, όμως, να προσφύγει στους περιεχομένους στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ.
ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνισθεί το νόημα της αληθούς βούλησης των μερών, ως προς το ως άνω ζήτημα, με τα μέτρα της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ούτε να παραθέσει στην προσβαλλομένη απόφασή του, στοιχεία, δηλωτικά της χρήσης των ως άνω κανόνων. Το ερμηνευτικό δε πόρισμα στο οποίο κατέληξε μετά την επιχειρηθείσα ερμηνεία του ως άνω όρου δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και προς τον αναγκαστικό χαρακτήρα της εν λόγω διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ που αποτελεί ειδική εφαρμογή στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις των αρχών της καλής πίστης και της των συναλλακτικών ηθών, που καθιερώνονται με τα άρθρα 200 και 288 του Α.Κ., με την οποία διασπάται εν μέρει η γενικότερη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και της υποχρεωτικής εκτελέσεως αυτών και καθιερώνεται κανόνας αναγκαστικού δικαίου, από τον οποίο είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων γενική παραίτηση του οφειλέτη, συντελούμενη είτε ρητώς, με την καταχώρηση στερεότυπης περί παραιτήσεως ρήτρας στη σύμβαση, όπως στην προκειμένη περίπτωση, είτε σιωπηρώς, με την αποδοχή συμβατικών όρων που έχουν την έννοια αυτή.
Τούτο δε, διότι, ναι μεν δεν αντίκειται στην καλή πίστη και δεν αποτελεί παραίτηση του οφειλέτη από την παρεχομένη σ’ αυτόν με το άρθρο 388 του Α.Κ. προστασία η πλαισίωση της αμφοτεροβαρούς σύμβασης με ειδική συμφωνία, με την οποία προβλέπεται ειδικώς η επέλευση μελλοντικής συγκεκριμένης μεταβολής, δυνάμενης να επέλθει από συγκεκριμένους λόγους και συνομολογείται η ανάληψη από κάποιο συμβαλλόμενο του κινδύνου από τη μεταβολή αυτή, πλην όμως από τη γενική και αόριστη αναφορά στον πιο πάνω όρο σε αλλαγή των οικονομικών συνθηκών, χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένη πιθανή μελλοντική μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο οφειλέτης μισθωτής ανέλαβε με τον όρο αυτό συγκεκριμένο προβλεφθέντα κίνδυνο δυνάμενο να επέλθει από συγκεκριμένους λόγους και ότι συνομολογήθηκε η ανάληψη από τον αναιρεσείοντα μισθωτή του κινδύνου από τη μεταβολή αυτή.
Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 200 και 173 Α.Κ., σε συνδυασμό με άρθρο 388 Α.Κ. (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.) καθόσον στην μεν πρώτη περίπτωση δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στη δε δεύτερη περίπτωση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον δεν παρέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά, με παραπομπή στα δεδομένα των συναλλακτικών ηθών, απ’ τα οποία να συνάγεται η διάφορη αυτή βούληση των μερών.
Επομένως, ο δεύτερος από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης, μετά την παραδοχή αυτού, της εξέτασης του τρίτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ορθώς ερμηνεύτηκε ο ανωτέρω υπ’ αριθμ. 7 όρος της από 6-11-1998 σύμβασης και απορρίψεως του λόγου αυτού (δεύτερου).
Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 Α.Κ., προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει, ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή αυτή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφτούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Αναφορικά με την τελευταία αυτή προϋπόθεση, από την ίδια ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται, ότι προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη απαιτείται μεταβολή που έχει ως συνέπεια, η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής.
Αυτό συμβαίνει όταν συνεπεία έκτακτων γεγονότων, επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια έκταση, ώστε ο μεν οφειλέτης εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.
Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της αιτιολογίας, της σχετικής απόφασης με την οποία γίνεται δεκτή ή απορρίπτεται κατ’ ουσίαν αγωγή του μισθωτή για αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 388 ΑΚ πρέπει να αναφέρονται όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες στήριξαν οι συμβαλλόμενοι τη σύναψη της σύμβασης μισθώσεως, από λόγους απρόβλεπτους που προκαλούνται εξ ασυνηθών γεγονότων, φυσικών, πολιτικών, κοινωνικών ή οικονομικών κ.λπ., από την οποία μεταβολή επήλθε μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, σε τέτοιο ποσόν, ώστε η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή κατά τη στηριζόμενη στο άρθρο 388 ΑΚ βάση της, με την (επάλληλη) αιτιολογία ότι το μίσθωμα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρα επαχθές για το μισθωτή, ώστε να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ παραβίασε ευθέως, λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αντίστοιχα, αναφορικά με την κρίση του περί έλλειψης της προϋπόθεσης του υπέρμετρα επαχθούς του καταβαλλόμενου μισθώματος σε σχέση με τη μισθωτική αξία του μίσθιου ακινήτου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 388 Α.Κ.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σχετικά με το ως άνω ζήτημα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το συγκεκριμένο μίσθιο, όπως προεκτέθηκε, έχει πρόσοψη επί της οδού Α., ήτοι επί της κεντρικής παραλιακής οδού της πόλης του ..., βρίσκεται δηλαδή στην πλέον προνομιούχα και περίοπτη θέση της πόλης, όπου βρίσκονται τα καλύτερα και πολυτελέστερα καταστήματα και επιχειρήσεις εστίασης, ειδικά δε το τμήμα που οριοθετείται από τις οδούς ...
και …, όπου βρίσκεται το επίδικο, εμφανίζει αυξημένη κίνηση από το καταναλωτικό κοινό και για το λόγο αυτό η μισθωτική αξία των εκεί υπαρχόντων καταστημάτων ελάχιστα έχει επηρεαστεί από την ενσκήψασα από το έτος 2010 και εντεύθεν οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα μας. Στη συγκεκριμένη τοποθεσία αλλά και καθόλο το μήκος της παραλίας δεν υπάρχουν διαθέσιμα προς μίσθωση καταστήματα, εφόσον τα ήδη υπάρχοντα είναι μισθωμένα με μακροχρόνιες μισθώσεις, το ύψος του μηνιαίου μισθώματος των οποίων κυμαίνεται από 30 - 50 ευρώ ανά τετρ.
μέτρο. Το γεγονός ότι η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Εστίαση - Ψυχαγωγία Ε.Π.Ε", που ανήκει στον επιχειρηματικό όμιλο των αδελφών Γ. και Θ. Κ., στον οποίο κατ’ ουσίαν ανήκει και ο εφεσίβλητος - αντεκκαλών, ως γαμβρός επ’ αδελφή αυτών, επέτυχε με τα από 09.012.2010 και 06.12.2010 ιδιωτικά συμφωνητικά, αντίστοιχα, την κατάρτιση νέων συμβάσεων μίσθωσης των όμορων με το επίδικο καταστημάτων ιδιοκτησίας αφενός της Ο.Ε με την επωνυμία "Χ. & Δ.
Σ. Ο.Ε", εμβαδού 152 τετρ. μέτρων, αντί μισθώματος 2.200 ευρώ για το από 01.11.2011 έως 31.12.2014 χρονικό διάστημα και αφετέρου Κ. Ε. Ζ., εμβαδού 233,85 τετρ. μέτρων, αντί μηνιαίου μισθώματος για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα 3.600 ευρώ και τα οποία η ως άνω εταιρεία των Αφών Κ. εκμεταλλεύεται ως ενιαίο κατάστημα λειτουργούν ως καφετέρια, Internet cafe, σνακ μπαρ, εστιατόριο, δεν καταδεικνύει άνευ άλλου τίνος γενικότερη πτωτική τάση της μισθωτικής αξίας των καταστημάτων στη συγκεκριμένη περιοχή.
Και τούτο διότι αντίστοιχα το μηνιαίο μίσθωμα του καταστήματος ..., εμβαδού 200 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών Α. και Γ. και δυτικότερα του επιδίκου κατά 2 - 3 καταστήματα ανέρχεται στο ποσό των 11.000 ευρώ, ήτοι 55 ευρώ ανά τετρ. μέτρο αυτού, η δε εκμισθώτρια έχει προσφορά για τη μίσθωση του καταστήματός της από την Ο.Ε με την επωνυμία "Αφοί Λ.
Κ. και Σία Ο.Ε" με μηνιαίο μίσθωμα 10.000 ευρώ. Ως εκ τούτου το μετά τις γενόμενες αναπροσαρμογές διαμορφωθέν μίσθωμα για το έτος 2009 στο ύψος των 6.474,44 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 233,08 ευρώ δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως υπέρμετρα επαχθές για το μισθωτή με συνέπεια ο μεν τελευταίος να υφίσταται, συνεπεία της απρόοπτης μεταβολής των οικονομικών συνθηκών ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, η δε εκμισθώτρια να ωφελείται υπέρμετρα.
Απόδειξη του ότι η μίσθωση του συγκεκριμένου καταστήματος με τους συμφωνηθέντες όρους εξακολουθεί να είναι οικονομικώς συμφέρουσα για τον εφεσίβλητο -αντεκκαλούντα αποτελεί και το γεγονός ότι αυτός, παρά τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών που επικαλείται, προκειμένου να επιτύχει τη μείωση του μισθώματος, επιζητά την επί τετραετία παράταση της μίσθωσης, γεγονός, που δεν θα συνέβαινε, αν υφίστατο ζημία από την εξακολούθηση της εκμετάλλευσης του καταστήματος.
Ο εφεσίβλητος - αντεκκαλών αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης τα ομολογουμένως υψηλά ποσοστά ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος, διότι διακαώς επιθυμούσε τη μίσθωση του συγκεκριμένου καταστήματος, αφού, ως έμπειρος επιχειρηματίας, διέβλεψε τα οφέλη που θα αποκόμιζε από την εγκατάσταση της επιχείρησής του στο συγκεκριμένο σημείο, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο ακόμη και της τυχόν μεταβολής των οικονομικών συνθηκών...
Ακόμη, όμως, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η προκειμένη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών είναι τέτοιας φύσης και έκτασης, που δεν μπορούσε να προβλεφθεί, ότι δηλαδή θα μπορούσε να μειωθεί ο πληθωρισμός σε τόσο σημαντικό βαθμό ή να επέλθει κατακόρυφη πτώση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής και πάλι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ΑΚ 388, εφόσον, το μίσθωμα, όπως διαμορφώνεται.
κατά τα συμφωνηθέντα ποσοστά ετήσιας αναπροσαρμογής, δεν θεωρείται υπέρμετρα επαχθές για το μισθωτή, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αφού από τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών δεν επήλθε μείωση της μισθωτικής αξίας αυτού σε τέτοιο ποσόν, ώστε η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μείωση του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αντίθετα και έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή, καθορίζοντας το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 6.707,51 ευρώ για το από 01.05.2010 έως 31.12.2012 χρονικό διάστημα, μετά το πέρας του οποίου θα ισχύσουν οι συμφωνηθέντες όροι της σύμβασης μίσθωσης και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τη διαφορά μεταξύ καταβαλλόμενου και κατά τα ως άνω ορισθέντος μισθώματος για το από 01-05-2010 και εντεύθεν χρονικό διάστημα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης της εναγόμενης και μετ’ απόρριψη του αντίστοιχου λόγου της αντέφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού διακρατηθεί η αγωγή και ερευνηθεί από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν".
Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι το διαμορφωθέν για το έτος 2009, μετά τις συμφωνηθείσες ετήσιες αναπροσαρμογές στο ύψος των 6.474,44 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 233,08 ευρώ μίσθωμα της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, δεν θεωρείται υπέρμετρα επαχθές για το μισθωτή, αφού από τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών δεν επήλθε μείωση της μισθωτικής αξίας αυτού σε τέτοιο ποσόν, ώστε η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μείωση του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, το δικάσαν Εφετείο δεν διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας του δεν παραθέτει όλα τα αναγκαία περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή ή όχι της ανωτέρω προϋποθέσεως για την εφαρμογή ή μη της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται ότι η μισθωτική αξία των καταστημάτων που βρίσκονται στην παραλία του ..., μεταξύ των οποίων και το επίδικο, ελάχιστα έχει επηρεαστεί από την ενσκήψασα από το έτος 2010 οικονομική κρίση, ότι το καταβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα μισθωτή κατά το τέλος του έτους 2009 μίσθωμα, των 6.474,44 ευρώ, όπως διαμορφώθηκε μετά τις συμφωνηθείσες ετήσιες αναπροσαρμογές, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου εκ 233,08 ευρώ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί υπέρμετρα επαχθές για το μισθωτή, και ότι δεν επήλθε μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου σε τέτοιο ποσό, που η αξίωση της εκμισθώτριας για καταβολή του μισθώματος να είναι αντίθετη προς τη συναλλακτική εντιμότητα, δεν προσδιορίζει, όπως είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας του, καθόσον αφορά την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής κατά την ως άνω βάση της, ποιά ήταν η μισθωτική αξία του συγκεκριμένου μισθίου καταστήματος, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οπότε ενέσκηψε η αναφερόμενη στην απόφαση οικονομική κρίση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η διαφορά μεταξύ του μισθώματος που συμφωνήθηκε και αυτού που προκύπτει από την ως άνω πραγματική αξία του μισθίου για τον προαναφερθέντα χρόνο και συνακόλουθα να κριθεί μετά από σύγκριση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, δηλαδή της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τη μεταβολή των συνθηκών, σε σχέση με το καταβαλλόμενο μίσθωμα, αν διαταράχθηκε ουσιωδώς ή όχι η αρχική ισορροπία παροχής και αντιπαροχής και επομένως αν παρίσταται αναγκαία ή όχι η κατά τα ανωτέρω περιστολή του συμφωνημένου και καταβαλλόμενου μισθώματος, προκειμένου η παροχή της ενάγουσας να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσης.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, κατά τις προβαλλόμενες σχετικές αιτιάσεις του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ενώ περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτού, με το οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το ίδιο ζήτημα της έλλειψης της προϋπόθεσης του υπέρμετρα επαχθούς του μισθώματος, λόγω της επελθούσας μεταβολής, περιέλαβε αφ’ ενός μεν υποθετική αιτιολογία με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων μισθωτής δεν θα επιζητούσε την παράταση της μίσθωσης, εάν δεν ήταν συμφέρον το μίσθωμα του μισθίου ακινήτου, αφ’ ετέρου δε ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τα κρίσιμα δεδομένα των αναφερόμενων σ’ αυτή, ως συγκριτικών στοιχείων, μισθώσεων άλλων ακινήτων, τις οποίες έλαβε υπόψη το Εφετείο για την κρίση του περί συνδρομής ή όχι της ως άνω προϋποθέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στη μεν πρώτη περίπτωση, οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα του ως άνω Δικαστηρίου προς ενίσχυση της κρίσεώς του ότι το μετά τις γενόμενες αναπροσαρμογές διαμορφωθέν μίσθωμα κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρα επαχθές για το μισθωτή, στη δε δεύτερη περίπτωση, οι σχετικές αιτιάσεις, αφορούν στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση των αποδείξεων και την εκτίμηση γενικά του αποδεικτικού υλικού.
Τέλος, απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται και ο τέταρτος από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης, διότι οι προαναφερόμενες ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του προαναφερόμενου άρθρου 388 ΑΚ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του δεύτερου και τρίτου, κατά το μέρος του που κρίθηκε βάσιμος, λόγους της αίτησης αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης παρα... (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4.2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 153/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτόν για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ