Legislator Case Law & Legislation
1225/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against dismissal of claims for bonus payments due to lack of legal basis.

Case Number 1225/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by twelve individuals against the Athens Court of Appeal's decision rejecting their claims for bonus payments. The appellants argued that the company failed to pay bonuses to employees with fixed salaries, violating the principle of equality before the law. The court held that the company's refusal was lawful because the bonus was a statutory obligation for a different employee category, not an illegal act or unjust enrichment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4, 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court correctly dismissed appeals based on lack of legal basis or insufficient reasoning when the lower court rejected claims as unlawful, as no factual inquiry was required to determine the legality of the refusal.

Keywords

AI generated
equality before the law statutory bonus obligation unjust enrichment claim civil procedure appeal lack of legal basis fixed salary employees court of appeal review

Cited Legislation

AI generated
Article 4, paragraph 1 of the Constitution
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1225 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1225/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ά. του Ε., 2) Π. Γ. του Μ., κατοίκων ..., 3) Β. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Ι. Κ. του Θ., 5) Γ. Κ. του Π., κατοίκων ..., 6) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 7) Σ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 8) Τ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Δ. Μ., κατοίκου ..., 10) Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 11) Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., 12) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., 13) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 14) Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 15) Φ. Τ. του Π., κατοίκου ..., 16) Λ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 17) Ν. Χ. του Β., κατοίκου ..., 18) Λ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 19) Β. Ψ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16/12/2007 και 6/12/2007 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2610/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6627/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/4/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 3/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/4/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση , άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.

Εξάλλου γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και η άλλη στον ιδιωτικό τομέα.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του Ν. 2470/1997 "Ενιαίο Μισθολόγιο προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης ..." προβλέπεται η χορήγηση σε διάφορες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, υπαλλήλων ΝΠΔΔ και ΟΤΑ μηνιαίου χρηματικού ποσού ως κινήτρου απόδοσης, για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, ενώ με την 2026439/3480/0022/1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β' 462/6/6/1997) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω νόμου (2470 /1997) οι διατάξεις του νόμου αυτού επεκτάθηκαν και έχουν ανάλογη εφαρμογή στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ.Το ως άνω κίνητρο απόδοσης προβλέπεται και από το μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων, υπαλλήλων ΝΠΔΔ και ΟΤΑ που καθιερώθηκε με το Ν. 3205/2003 "Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λ.π." (άρθρο 12).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από τη σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που τους συνδέει με τους εν λόγω φορείς, όχι δε και σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα ,στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη, ΔΕΗ, η οποία έχει τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, ακόμη και αν η τελευταία επιχορηγείται ή όχι από το δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Εξάλλου, από το άρθρο 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδ β. του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους μισθωτούς που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι, συνεπώς, δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.

Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη, ήτοι επί παροχών που χορηγούνται από πρωτοβουλία, του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, όπως από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Εξάλλου, σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος, για τις παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, το Εφετείο, ή τον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα, το κατώτατο όριο της μηνιαίας αμοιβής του είναι αντίστοιχο με το βασικό μηνιαίο μισθό των ως άνω υπαλλήλων του 15ου μισθολογικού κλιμακίου, αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, του 8ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο Εφετείο και του 1ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, τα κατώτατα δε αυτά όρια προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους, στα οποία περιλαμβάνεται και το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997 (άρθρο 92Α παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχικής υποχρεώσεως δεν συνιστά αφ' εαυτής αδικοπραξία, αλλά μπορεί η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη και αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον.

Τέλος, από το άρθρο 904 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Επίσης από το άρθρο 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απορρίψεως της κυρίας βάσεως της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία.

Αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση, απαιτείται, για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως να γίνεται επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως.

Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Στην προκείμενη περίπτωση στις ένδικες (δύο) αγωγές τους, όπως παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες εξέθεταν, ότι προσλήφθηκαν και απασχολούνται από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "ΔΕΗ Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις εις αυτές αναφερόμενες ειδικότητες , ότι στη συνέχεια εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της και ότι η εναγομένη αρνείται να τους καταβάλει το κίνητρο απόδοσης, του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997 και ήδη άρθρου 12 του Ν. 3205/2003, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης το οποίο δικαιούνται όλοι οι εργαζόμενοι της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σ' αυτή με πάγια αντιμισθία.

Ζήτησαν δε μ' αυτή να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα εις αυτές χρηματικά ποσά για κίνητρο απόδοσης, για το εις αυτές χρονικό διάστημα, με βάση τη σύμβαση εργασίας τους σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης ,άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα οι αγωγές είναι μη νόμιμες καθόσον, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και η αρχή της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22 παρ. 1 εδ.β' του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ και 119 Συνθήκης ΕΟΚ, με τη μη απόληψη από τους ενάγοντες του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997, γιατί, α) οι τελευταίοι ως εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου ή των ΟΤΑ ή των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίμαχη παροχή.

Παραβίαση της αρχής της ισότητας σε σύγκριση με τους δικηγόρους της αναιρεσίβλητης που λαμβάνουν το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 13 του Ν. 2470/1997 (μετέπειτα άρθρο 12 του Ν. 3205/2003), δεν υφίσταται, καθόσον η αμοιβή των ως άνω δικηγόρων, οι οποίοι συνδέονται με την αναιρεσίβλητη με σχέση έμμισθης εντολής, υπολογίζεται, σύμφωνα με τον Κώδικα περί Δικηγόρων (άρθρο 92 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων), σε αντιστοιχία με τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων, τα ποσά των οποίων προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που δικαιούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, στα οποία περιλαμβάνονται και το κίνητρο απόδοσης, σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων και λοιπών ως άνω υπαλλήλων, ενώ οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων σε σχέση με τους δικηγόρους με πάγια αντιμισθία συνδέονται με την αναιρεσίβλητη με σχέση εξαρτημένης εργασίας και αμείβονται σύμφωνα με το ΚΚΠ/ΔΕΗ, β) το κίνητρο απόδοσης δεν είναι οικειοθελής παροχή αλλά απορρέει από διάταξη νόμου και ως εκ τούτου δεν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης με τη μη καταβολή αυτού και στους αναιρεσείοντες.

Αξίωση από αδικοπραξία δεν υφίσταται στην κρινόμενη περίπτωση, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση των διαδίκων που προϋπάρχει, η ενέργεια της αναιρεσίβλητης να μην καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά ως κίνητρο απόδοσης, δεν είναι παράνομη και αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Τέλος, δεν υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έλλειψη νόμιμης αιτίας, δηλαδή άκυρη ή ελαττωματική αιτία για τον πλουτισμό της αναιρεσίβλητης. Επίκληση άλλων περιστατικών διαφορετικών ή πρόσθετων, απ' αυτά της κύριας βάσης, από τη σύμβαση, και της πρώτης επικουρικής, από την αδικοπραξία, για τη θεμελίωση της δεύτερης επικουρικής βάσης, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν γίνεται από τους αναιρεσείοντες, όπως επίσης δεν γίνεται επίκληση ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε τις αγωγές ως μη νόμιμες, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και οι δύο λόγοι αναιρέσεως μέρος πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι η ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990). Επομένως και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτοι, καθόσον το Εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης, ούτε εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, αλλά επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που απέρριψε τις αγωγές ως μη νόμιμες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/4/2012 αίτηση για αναίρεση της 6627/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ