1225/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5577/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2008 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση και των δύο παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1225/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142, 1144 και 1166 του ΑΚ συνάγεται ότι η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διατηρώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Η επικαρπία συνίσταται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1225/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Λένη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2. Σ. , Σ. Π., το γένος Χ. Μ., κατοίκων αμφοτέρων ..., 3. Α. συζ. Κ. Σ., το γένος Σ. Τ., κατοίκου .... Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κώστα Κυρπόγλου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις και 4. Β. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5577/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2008 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση και των δύο παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 28-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αρ. 8887Β/2.7.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου αυτής (18-3-2011) και κλήση προς εμφάνιση κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον τέταρτο αναιρεσίβλήτο Β. Π.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικό συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που είχε ορισθεί ως νέα μετ' αναβολή δικάσιμος για συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου και τη συζήτηση αυτής, χωρίς να χρειάζεται πάλι η κλήτευση του (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ' και 575 εδ. β' ΚΠολΔ). Εξάλλου αυτός, όπως προκύπτει από τα ίδια παραπάνω πρακτικά, δεν κατέθεσε με πληρεξούσιο δικηγόρο του έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του προαναφερομένου τέταρτου αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των άρθρων 495 παρ. 1, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, 2) αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και συνεπώς αν η πρωτοβάθμια απόφαση προσβλήθηκε με έφεση σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αφού η πρώτη απόφαση αν η έφεση γίνει δεκτή εξαφανίζεται ενώ αν απορριφθεί η έφεση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή και 3) ο Άρειος Πάγος εξετάζει πρώτα το παραδεκτό της αναίρεσης και αν αυτή δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αυτή στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 551/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και κατά της υπ' αριθμ. 5577/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ότι η ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί αντιθέτων εφέσεων κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ότι το δικόγραφο αυτής κατατέθηκε τόσο στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς όσο και στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς. Επομένως σύμφωνα κατά τα προεκτιθέμενα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η πρωτοβάθμια απόφαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενώ είναι παραδεκτή και εξεταστέα περαιτέρω μόνο κατά το μέρος που πλήττεται η υπ' αριθμ. 551/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142, 1144 και 1166 του ΑΚ συνάγεται ότι η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διατηρώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Η επικαρπία συνίσταται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1167 και 1168 του ΑΚ η απόσβεση της επικαρπίας για κάποιο από τους λόγους που αναφέρεται στον νόμο έχει ως συνέπεια ότι η επικαρπία επιστρέφει αυτοδικαίως στην κυριότητα από την οποία αποσπάσθηκε, χωρίς να απαιτείται να ορισθεί αυτό κατά τη σύσταση, δηλαδή επιστρέφει σε εκείνον τον οποίο ευρίσκεται ήδη η κυριότητα αυτού, αφού η επιστροφή αναφέρεται στην κυριότητα που υπάρχει κατά το χρόνο της αποσβέσεως της επικαρπίας.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των άρθρων 453, 574, 599 και 1509 ΑΚ προκύπτει ότι εάν διαρκούσης της συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου, συναφθείσης υπό συγκυρίων ή των εχόντων την επικαρπία αυτού, ο μισθωτής αποκτήσει νόμιμα την επικαρπία την επί του μισθίου ιδανική μερίδα κάποιου εκ των εκμισθωτών, επέρχεται απόσβεση με σύγχυση της υποχρέωσης προς καταβολή του μισθώματος όσο αφορά το μερίδιο του τέως επικαρπωτή, δεν καταλύεται όμως η ενοχική σύμβαση της μίσθωσης που είχε συνάψει αυτός (μισθωτής και αποκτών την ιδανική μερίδα), εξακολουθεί δε να χρησιμοποιεί ολόκληρο το μίσθιο, σε εκτέλεση και με βάση τη μίσθωση αυτή, υποχρεούμενος να καταβάλει προς τους λοιπούς εκμισθωτές το οφειλόμενο προς αυτούς μίσθωμα (ολΑΠ 1206/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναιρέσεως ο τέταρτος αναιρεσίβλητος πατέρας του αναιρεσείοντος παραιτήθηκε νόμιμα στις 10-12-2007 του δικαιώματος του 1/4 εξ αδιαιρέτου επικαρπίας ακινήτου υπέρ του αναιρεσείοντος γιού του λόγω γονικής παροχής προς αυτόν και εντεύθεν επήλθε απόσβεση και του δικαιώματος του ως εκμισθωτή του επί της οδού ...
στη ... κειμένου μισθίου ακινήτου λόγω συγχύσεως της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα που είχε ο αναιρεσείων κατά το ίδιο ποσοστό επί του αυτού μισθίου ακινήτου (αρτοποιείου). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού εκλείπει το έννομο συμφέρον στον αναιρεσείοντα να ασκήσει την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά του τέταρτου αναιρεσιβλήτου πατέρα αλλά και της απόσβεσης πλέον του δικαιώματος του τέταρτου αναιρεσιβλήτου ως εκμισθωτή για λήψη μισθωμάτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου σύμφωνα με τα άρθρα 68 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις του άρθρου 7 π.δ/τος 34/1995 "κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", το οποίο εφαρμόζεται και επί προϋφισταμένων μισθώσεων, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευόμενων από το διάταγμα αυτό μισθώσεων το μίσθωμα ορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της μίσθωσης από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται στη σύμβαση.
Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης χωρίς δικαστική μεσολάβηση στα ποσοστά που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου, Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη, ανέρχεται δε η αναπροσαρμογή αυτή σε ποσοστό 75% του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθοριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα μήνες.
Τέλος με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 ΑΚ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε κάθε περίπτωση και συνεπώς σε αυτή της συμφωνημένης ποσοστιαίας σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι επιτρεπτή η αναπροσαρμογή του με τις προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ.
Περαιτέρω ενόψει και της διάταξης του άρθρου 44 ίδιου π.δ/τος μπορεί επίσης να ζητηθεί αναπροσαρμογή και κατά το άρθρο 288 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει δε στο δικαστή τη δυνατότητα να προβεί κατά το άρθρο 288 ΑΚ στην αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή ή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, όταν λόγω της συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 328/2004).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 180 ΑΚ προκύπτει ότι άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, είναι η σύμβαση με την οποία το ένα από τα συμβαλλόμενη μέρη, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ωφελήματα που κατά το χρόνο της συνομολογήσεως τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή.
Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η κατάσταση που συνεπάγεται κίνδυνο της ζωής, της υγείας και της ελευθερίας, καθώς και η οικονομική του συμβαλλομένου, αρκεί να είναι επιτακτική.
Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εκμετάλλευση δε υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Εξάλλου ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.
Ακόμη, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την ουσία κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με σύμβαση μισθώσεως, που αποτυπώθηκε στο από 30.10.2000 ιδιωτικό μισθωτήριο έγγραφο, ο πρώτος και η τρίτη των εναγομένων Σ. Δ. Π. και Α. σύζυγος Κ. Σ. το γένος Σ. Τ., με τη σύμπραξη του τέταρτου εναγόμενου Β.
Κ. Π., εκμίσθωσαν στον ενάγοντα Θ. Β. Π. ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 115,70 τετρ. μέτρων, με υπόγειο εμβαδού 32 τετρ. μέτρων, ευρισκόμενο επί της οδού ... της ..., του οποίου συγκύριοι ήσαν οι πρώτος εναγόμενος, τρίτη εναγόμενη και ενάγων κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπόλοιπου ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου ανήκοντος κατά ψιλή κυριότητα στον ενάγοντα και κατ' επικαρπία στον τέταρτο εναγόμενο πατέρα του, προκειμένου τούτο να χρησιμοποιηθεί ως επαγγελματική στέγη για τη λειτουργία αρτοποιείου.
Ως χρόνος ενάρξεως της μισθώσεως ορίσθηκε η 1η Νοεμβρίου 2000, ως χρονική διάρκεια της η πενταετία, ήτοι μέχρι 31.10.2005 και ως μηνιαίο μίσθωμα, για τα εκμισθούμενα τρία τέταρτα (3/4) εξ αδιαιρέτου του μισθίου, το ποσό των 300.000 δραχμών για τα τέσσερα πρώτα έτη και το ποσό των 330.000 δραχμών για το πέμπτο έτος. Με τον όρο υπό το στοιχείο (VI.) συμφωνήθηκε ότι απαγορεύεται η ολική ή μερική υπομίσθωση, η παραχώρηση της χρήσεως του μισθίου σε τρίτο μετά ή άνευ ανταλλάγματος, καθώς και η σύσταση εταιρίας μετά τρίτου.
Έτσι, η ομόρρυθμη εταιρία που συστάθηκε με το από 14.11.2006 συμφωνητικό μεταξύ του ενάγοντος, της συζύγου του Β. και της θυγατέρας του Χ., τροποποιηθείσα με το από 2.5.2007 όμοιο συμφωνητικό, δεν αντίκειται στον παραπάνω όρο της μισθωτικής συμβάσεως, αφού η σύζυγος και η θυγατέρα του ενάγοντος δεν υπάγονται, κατά την αληθή βούληση των συμβαλλόμενων, στην έννοια του τρίτου.
Η άποψη αυτή, εξ άλλου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι, αν και έλαβαν γνώση της συστάσεως της παραπάνω εταιρίας και της τροποποιήσεως της, εξακολούθησαν να συναλλάσσονται ως προς την ένδικη μίσθωση με τον ενάγοντα, ο οποίος τυγχάνει και συγκύριος του μισθίου. Με άλλο όρο της παραπάνω συμβάσεως μισθώσεως, που αποτυπώθηκε υπό το στοιχείο (II.), ορίσθηκε ότι, σε περίπτωση που ο μισθωτής Θ.
Β. Π. κάμει χρήση των διατάξεων του Π.Δ. 94/1995 περί παρατάσεως της μισθώσεως μέχρι συμπληρώσεως δώδεκα ετών από της ενάρξεως της, το ανωτέρω μίσθωμα (των 330.000 δραχμών) θα προσαυξάνεται ετησίως με ποσοστό 15% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου τοιούτου. Πράγματι ο μισθωτής, ήδη ενάγων, με την από 1.12.2005 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση του, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο και στην τρίτη από τους εναγόμενους στις 2.12.2005 και 5.12.2005 αντίστοιχα, δήλωσε σ' αυτούς ότι η διάρκεια της μισθώσεως θα είναι δωδεκαετής, αλλά με προσαύξηση 3% ετησίως, τους προσκάλεσε δε να προσέλθουν στο μίσθιο και να εισπράξουν τα οφειλόμενα σε αυτούς μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2005 με βάση τον παραπάνω δικό του υπολογισμό.
Αυτοί, όμως, δεν προσήλθαν, αλλ' άσκησαν κατ' αυτού αγωγή, με την οποία ζητούσαν την αποβολή του από το μίσθιο και την καταβολή των παραπάνω δύο μισθωμάτων, υπολογιζόμενων με προσαύξηση 15% ετησίως, όπως είχε συμφωνηθεί. Έτσι ο ενάγων, προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο αποβολής του από το μίσθιο, κατέβαλε τα μισθώματα με τη συμφωνημένη αναπροσαρμογή και επιφυλάχθηκε ρητά κάθε νόμιμου δικαιώματος του.
Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 4.1.2006 αγωγή του, περί αναπροσαρμογής του μισθώματος στο προσήκον μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 288 Α.Κ., αλλ' η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με τις υπ' αριθμ. 5126/2006 και 307/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και του παρόντος Δικαστηρίου αντίστοιχα, με την αιτιολογία ότι μόνη η επίκληση της σημαντικής διαφοράς του συμφωνηθέντος ποσοστού αυξήσεως του μισθώματος (15%) σε σχέση με την αύξηση του τιμάριθμου (3%) δεν αρκούσε, χωρίς την επιπρόσθετη επίκληση άλλων συγκριτικών στοιχείων, προς δικαιολόγηση της αναπροσαρμογής.
Ακολούθησε η μεταβίβαση από τον πρώτο εναγόμενο Σ. Δ. Π. προς τη σύζυγο του, δεύτερη εναγόμενη, Σ. σύζυγο Δ. Π. το γένος Χ. Μ., λόγω δωρεάς, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../14.2.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Φωτεινής Μπεκάκου, του δικαιώματος επικαρπίας επί του ανήκοντος σ' αυτόν ποσοστού συγκυριότητας 25% επί του επιδίκου μισθίου.
- Ήδη ο ενάγων, προς θεμελίωση της κύριας βάσεως της ένδικης αγωγής του, ισχυρίζεται ότι οι πρώτος και τρίτη των εναγομένων εκμεταλλεύθηκαν την ανάγκη του και αξίωσαν επίμονα και ανυποχώρητα να περιληφθεί στο μισθωτήριο ο παραπάνω όρος περί αναπροσαρμογής κατά ποσοστό 15% επί του εκάστοτε κατ' έτος καταβαλλόμενου μισθώματος, τον οποίο τελικά αναγκάσθηκε να δεχθεί, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα ήταν υποχρεωμένος α') να παύσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο κατάστημα, στο οποίο και ο ίδιος ήταν συγκύριος, κατοικώντας μάλιστα οικογενειακά σε διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας και έχοντας δαπανήσει σημαντικό ποσό χρημάτων προς βελτίωση του εξοπλισμού του, β') να αποστερηθεί των υπηρεσιών, που προσέφεραν σε αυτό οι εργαζόμενες μαζί του στο αρτοποιείο σύζυγος του Β.
και η μία από τις δύο θυγατέρες του (Χ.) και γ') να υποστεί την ηθική μείωση, που θα του προκαλούσε η αναζήτηση εργασίας αρτεργάτη σε άλλον εργοδότη. Όμως, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του παραπάνω αποδεικτικού υλικού, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που κατ' άρθρο 336 § 4 Κ.Πολ.Δικ. λαμβάνονται υπ' όψη αυτεπάγγελτα, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο καταρτίσεως της μισθώσεως και συνομολογήσεως του επίμαχου όρου περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, ο ενάγων, έχοντας στο μίσθιο ακίνητο ποσοστό συγκυριότητας 25% και έτερο ποσοστό ψιλής κυριότητας 25% (το αντίστοιχο ποσοστό 25% της επικαρπίας ανήκε στον πατέρα του, τέταρτο εναγόμενο, Θ.
Β. Π., μετά του οποίου διατηρούσε άριστες σχέσεις), εντεύθεν δε ισχυρή διαπραγματευτική θέση, αλλά και ικανή εμπειρία ως αρτοποιός, με γνώση των δεδομένων της αγοράς αφ' ενός από απόψεως οικονομικών δυνατοτήτων της σχετικής επιχειρήσεως και αφ' ετέρου από απόψεως διαμορφώσεως των μισθωμάτων αντίστοιχων καταστημάτων στην ευρύτερη περιοχή του μισθίου.
Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα προέβη στη συνομολόγηση του προαναφερθέντος όρου, χωρίς αυτός να μπορεί να θεωρηθεί ως απότοκος αθέμιτης και εναντίον των χρηστών ηθών πιέσεως εκ μέρους των πρώτου και τρίτης των εναγομένων ή εκμεταλλεύσεως της ανάγκης του, αφού θα μπορούσε να μη τον αποδεχθεί και, αν δεν επιτυγχανόταν συμφωνία, να εξεύρει, δραστηριοποιούμενος κατάλληλα, άλλο μίσθιο στην ίδια περιοχή, εγγύς της κατοικίας του, στο οποίο θα στέγαζε την επιχείρηση του και στο οποίο θα μπορούσαν να προσφέρουν την εργασίας τους τόσον η σύζυγος του όσο και η θυγατέρα του.
Υπ' αυτά τα δεδομένα η ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, ελέγχεται ως αβάσιμη κατ' ουσία και είναι απορριπτέα, όπως ορθά και με τις αυτές, ως άνω, αιτιολογίες έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία.
- Αποδεικνύεται περαιτέρω, ως προς την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, πέραν όσων ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα της κύριας βάσεως της, περί γνώσεως και αξιολογήσεως από τους συμβαλλόμενους (ιδίως δε από τον ενάγοντα), κατά την κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως και συνομολογήσεως του μισθώματος και των αναπροσαρμογών του, όλων των υφιστάμενων οικονομικών μεγεθών από απόψεως δυνατοτήτων της σχετικής επιχειρήσεως αρτοποιείου και από απόψεως διαμορφώσεως των μισθωμάτων αντίστοιχων καταστημάτων στην ευρύτερη περιοχή του μισθίου, ότι, από της καταρτίσεως της συμβάσεως (30.10.2000) μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (30.7.2007), δεν υπήρξε στα παραπάνω οικονομικά μεγέθη, επί πλέον δε στον τιμάριθμο και στα μισθώματα καταστημάτων της ευρύτερης περιοχής του μισθίου παρόμοιων με αυτό, μεταβολή τέτοια, που να καθιστά την εμμονή των εναγομένων στη σύμβαση αντίθετη με την επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα στις συναλλαγές, δηλαδή αντίθετη με τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, ώστε δεν δικαιολογείται η δικαστική προσαρμογή του περιεχομένου της, εν προκειμένω δε του καταβλητέου μισθώματος, σύμφωνα με τις αρχές αυτές, λαμβανομένης υπ' όψη και της ανάγκης κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, που πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται.
Ειδικά επισημαίνεται ότι δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι στο παραπάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα υπήρξε συνδρομή ειδικών περιστάσεων, συνδεόμενων με σημαντικές και ως ένα βαθμό απρόβλεπτες από τον μέσο επαγγελματία, όπως ασφαλώς είναι ο ενάγων, νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή άλλες διακυμάνσεις, που να συγκροτούν την έννοια της ουσιώδους μεταβολής των προϋποθέσεων εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος.
Η ύπαρξη, εξ άλλου, ορισμένων παρόμοιων με το μίσθιο καταστημάτων στην ευρύτερη περιοχή του, που τα επικαλείται ο ενάγων και εμφανίζουν, σε σχέση με αυτό, κάποια διαφορά -όχι ιδιαίτερα σημαντική- στο φερόμενο ως συμφωνηθέν μίσθωμα, εντάσσεται στα πλαίσια λειτουργίας των κανόνων της ελεύθερης αγοράς, σύμφωνα με τους οποίους τα μισθώματα, που κάθε φορά συνομολογούνται, δεν είναι μόνο προϊόν απλού λογιστικού υπολογισμού υφιστάμενων αντικειμενικών δεδομένων, αλλ' επηρεάζονται και από υποκειμενικούς παράγοντες, όπως από το αυξημένο ενδιαφέρον κάποιου προσώπου για συγκεκριμένη περιοχή ή και για συγκεκριμένο ακίνητο, ενίοτε δε και από τη διαπραγματευτική δεινότητα του ενός ή του άλλου μέρους.
- Υπ' αυτά τα δεδομένα δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αναπροσαρμογής του συμφωνηθέντος, κατά τα ανωτέρω, μισθώματος για το επίδικο μίσθιο και για τον από της ασκήσεως της αγωγής και εφ' εξής χρόνο κατ' εφαρμογή των άρθρων 44 Π.Δ. 34/1995 και 288 Α.Κ., η δε επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αυτή η αναπροσαρμογή, ελέγχεται ως αβάσιμη κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 5577/2007 οριστική απόφαση του, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς την επικουρική της βάση, καθόρισε δε το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου, για τον από της επιδόσεως της αγωγής και εφ' εξής χρόνο, στο ποσό των 1227,95 € και την ετήσια αναπροσαρμογή του σε ποσοστό 10%, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του ενώπιον του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες (τρεις πρώτοι εναγόμενοι) με το συνολικό περιεχόμενο της υπό κρίση δικής τους εφέσεως (91/30.1.2008), που πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.
Αντίθετα, ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος - ενάγοντος, με τον οποίο αυτός παραπονείται για πλημμελή εκτίμηση και αξιολόγηση από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ενώπιον του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, σε σχέση με την κρίση του για προσδιορισμό της αναπροσαρμογής του μισθώματος στο παραπάνω μέτρο, ενώ, κατά την άποψη του, έπρεπε η αναπροσαρμογή να ορισθεί στο παρ' αυτού προτεινόμενο ποσοστό 3% ετησίως, ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η εν λόγω πρώτη έφεση (14/7.1.2008) στο σύνολο της.
Περαιτέρω, μετά την κατ' ουσία παραδοχή της δεύτερης εφέσεως (91/30.1.2008, των εκκαλούντων τριών πρώτων εναγομένων) και εν όψει των ορισμών του άρθρου 535 § 1 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να εξαφανισθεί ως προς αυτούς η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προς εκδίκαση της επί της ουσίας και, σύμφωνα με τις εκτεθείσες ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, να απορριφθεί κατ' ουσία η αγωγή ...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και στη συνέχεια, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, απορρίπτοντας ως αβάσιμη στην ουσία την αγωγή αναπροσαρμογής του καταβαλλομένου μισθώματος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 178, 179, 388 και 288 ΑΚ.
Συνεπώς ο πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα ως προς αμφότερες τις βάσεις της ένδικης αγωγής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή διέλαβε πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο ως προς την κυρία όσο και την επικουρική βάση της αγωγής ως προς το ζήτημα του συννόμου του συμβατικού όρου της επίμαχης εμπορικής συμβάσεως περί σταδιακής αναπροσαρμογής με σταθερό ποσοστό (15%) αύξησής του κατ'έτος του εκάστοτε καταβαλλομένου εμπορικού μισθώματος, καταλήγοντας ορθά σε απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα δε κατά την έννοια του προαναφερομένου άρθρου εννοούνται τα περιστατικά που προτείνονται από το διάδικο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματος νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια με την παραδοχή ως προς την απόρριψη της αγωγής περί αναπροσαρμογής του μισθώματος ότι στο σχετικό μισθωτήριο όρος περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος δεν είναι άκυρος ως καταπλεονεκτικός, αναφέροντας κατά λέξη στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης: "Σταθμίζοντας (ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων) όλα τα δεδομένα προέβη στη συνομολόγηση του προαναφερθέντος όρου, χωρίς αυτός να μπορεί να θεωρηθεί ως απότοκος αθέμιτος και εναντίον των χρηστών ηθών πιέσεως εκ μέρους των πρώτου και τρίτης των εναγομένων ή εκμεταλλεύσεως της ανάγκης του, αφού θα μπορούσε να μη τον αποδεχθεί και αν δεν επιτυγχανόταν συμφωνία, να εξεύρει, δραστηριοποιούμενος κατάλληλα άλλο μίσθιο στην ίδια περιοχή, εγγύς της κατοικίας του, στο οποίο θα στέγαζε την επιχείρηση του και στο οποίο θα μπορούσαν να προσφέρουν την εργασία τους τόσον η σύζυγός του όσο και η θυγατέρα του".
Η ανωτέρω αιτιολογία του Εφετείου δεν προέρχεται από την παραδοχή κάποιας ενστάσεως των αντιδίκων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος αλλά από την αιτιολογημένη άρνηση αυτών ως προς τη καταχρηστικότητα του όρου περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος που υπήρχε στην επίμαχη εμπορική μίσθωση, ο οποίος όμως σχετικός αγωγικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ. α ΚΠολΔ τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακόμη από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 650 παρ.1 και 654 παρ.2 ΚΠολΔ που οι τελευταίες εφαρμόζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, συνάγεται ότι ο δικαστής προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Αυτός θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα έγγραφα αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών που δίκασε τη ένδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του για να σχηματίσει την όχι ευνοϊκή για τον αναιρεσείοντα κρίση του όπως ρητά διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, "τις καταθέσεις των μαρτύρων Ι.
Κ. και Μ. συζύγου Χ. Σ. και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το από 2-11-2002 διαλυτικό της εταιρείας "Ι. Μ. και Σία ΟΕ", τα επτά μισθωτήρια αρτοποιείων, χωρίς να εξαίρεται ειδικότερα η αποδεικτική δύναμη κάποιου απ' αυτά, από το όλο δε περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι καταλήγοντας πως η συμφωνία περί της κατ' έτος αναπροσαρμογής του μισθώματος της επίμαχης εμπορικής μίσθωσης κατά ποσοστό 15% δεν είναι καταχρηστική, δεν αντίκειται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθίσταται βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και συναξιολογήσε τις ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα αυτά ως συγκριτικά στοιχεία.
Επομένως και ο τελευταίος (δεύτερος όσο αφορά την απόρριψη της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος) από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία όλων των προεκτιθεμένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττούμενος στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2009 αίτηση του Θ. Π. του Β. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 551/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς και της υπ' αρ. 5577/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τριών (3) πρώτων αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ