Legislator Case Law & Legislation
1225/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis, ruling the lower court's reasoning was sufficient.

Case Number 1225/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting her claim for contract cancellation. The appellant argued the lower court failed to properly address the fraud claim regarding her parents' false assurances of future financial support. The court held that the lower court correctly identified the fraud and explicitly ruled that the appellant's reliance on future economic promises was legally sufficient grounds for cancellation, making the appeal's claim of insufficient reasoning baseless.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure; Article 147 of the Civil Code; Article 216 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lack of a legal basis for the decision is inadmissible if the lower court's reasoning fully and clearly addresses the factual elements necessary for the application of the substantive law, distinguishing between the proof of facts and the legal characterization of those facts.

Keywords

AI generated
lack of legal basis appeal fraud in civil law future economic promises contract cancellation insufficient reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 147 of the Civil Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1225 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1225/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείoυσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωστόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Χριστοδουλάτο, ο οποίος ανακάλεσε την από 23-2-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 241/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-7-2008 αίτησή της και τους από 16-2-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, ο καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Την 13-2-2003 η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) πώλησε στην τρίτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα), κόρη των δύο πρώτων εναγομένων, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Μαρίας Τζώρτζη, ένα διαμέρισμα επιφάνειας 135,06 τ.μ., που βρίσκεται στη ...

και επί της οδού .... Στην κατάρτιση της παραπάνω αγοραπωλησίας η ενάγουσα προέβη, διότι πείστηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις των δύο πρώτων εναγομένων : α ) ότι δήθεν θα την στηρίξουν ηθικά και οικονομικά και συγκεκριμένα ότι θα τη φροντίζουν και ότι θα της δίνουν κάθε μήνα το ποσό των 200.000 με 300.000 δρχ., ώστε να μπορεί να ζει αξιοπρεπώς τα τελευταία χρόνια της ζωής της, δεδομένου ότι τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που της είχαν απομείνει ήταν το επίδικο διαμέρισμα και ένα άλλο ακίνητο και β ) ότι δήθεν κινδύνευε η ακίνητη περιουσία της από τυχόν αξιώσεις που θα μπορούσε να προβάλλει ο σύζυγός της, αλλά και η σωματική της ακεραιότητα, αν μετέβαινε στη ...

και επιχειρούσε έξωση από το επίδικο διαμέρισμα της κόρης του συζύγου της. Σκοπός των δύο πρώτων εναγομένων ήταν με τις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις να προκαλέσουν στην ενάγουσα την απόφαση να μεταβιβάσει στην τρίτη εναγομένη (αναιρεσείουσα) το παραπάνω διαμέρισμα, περιστατικά που γνώριζε η τρίτη εναγομένη.

Το αποτέλεσμα ήταν να πεισθεί η ενάγουσα από τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις, ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι θα τη στήριζαν οικονομικά και ότι θα απέφευγε τυχόν διεκδικήσεις της περιουσίας της από τον δεύτερο σύζυγό της, να παρασυρθεί και να προβεί στην πώληση του επιδίκου διαμερίσματος, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε εφόρου ζωής της ένα εισόδημα, αλλά και την ηθική στήριξη των εναγομένων, που είχε τόσο ανάγκη λόγω της ηλικίας της, αλλά και λόγω της μη απόκτησης δικών της τέκνων, τα οποία, αν υπήρχαν, θα τη φρόντιζαν.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, συνεχίζει το Εφετείο, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, εν γνώσει της κόρης τους τρίτης εναγόμενης, δολίως παρέστησαν στην ενάγουσα ότι δήθεν θα τηρήσουν απέναντί της στο μέλλον την προαναφερόμενη στάση με σκοπό να προκαλέσουν την απόφασή της να προβεί στη δήλωση βούλησης για την πώληση του ακινήτου της στην τρίτη εναγόμενη, στην οποία πώληση η ενάγουσα άλλως δεν θα προέβαινε, αν δηλ.

γνώριζε ότι οι προς αυτήν υποσχέσεις ήταν ψευδείς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής και ακύρωσε την δικαιοπραξία λόγω απάτης, ορθά κατ' αποτέλεσα έκρινε, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, γι' αυτό και πρέπει, αφού αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος έφεσης.... ".

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απάτης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 147 Α.Κ. Ειδικότερα, από τις αιτιολογίες της απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η απατηλή συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων, γονέων της αναιρεσείουσας, συνίστατο αφενός στην ψευδή υπόσχεση ότι θα στηρίξουν ηθικά και οικονομικά την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και αφετέρου στην ψευδή παράσταση ότι κινδύνευε η ακίνητη περιουσία της από τυχόν αξιώσεις που θα μπορούσε να προβάλει ο σύζυγός της, αλλά και η σωματική της ακεραιότητα αν μετέβαινε στη ...

και επιχειρούσε έξωση από το επίδικο διαμέρισμα της κόρης του συζύγου της. Το γεγονός, ότι το Εφετείο σε άλλο σημείο της απόφασής του επαναλαμβάνει, εκ περισσού, την πρώτη περίπτωση απάτης και τη συνδέει αιτιωδώς με την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, δεν είναι αντιφατικό, δεν τελεί δηλαδή σε λογική ανακολουθία με την αμέσως προηγούμενη παραδοχή του, ούτε δημιουργεί αμφιβολία για τα πραγματικά περιστατικά απάτης, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, η παραδοχή του, ότι ήταν ψευδής η εκ μέρους των γονέων της αναιρεσείουσας παράσταση στην αναιρεσίβλητη του γεγονότος ότι κινδύνευε η περιουσία της από διεκδικήσεις του συζύγου της, καθώς και η σωματική της ακεραιότητα, αν επιχειρούσε έξωση από το διαμέρισμα της θυγατέρας του συζύγου της, αποτελεί συνοπτική μεν αλλά επαρκή αιτιολογία, ανταποκρινόμενη στην περαιτέρω παραδοχή του, ότι η πώληση καταρτίστηκε συνεπεία απάτης.

Ενόψει δε αυτής της παραδοχής του, περί της αναλήθειας του γεγονότος της υπάρξεως του άνω κινδύνου, δεν θα είχε κανένα νόημα-και πάντως δεν ήταν κατά νόμο αναγκαία- η αναφορά (στην απόφασή τους περιστατικών που να δικαιολογούν τον φόβο της αναιρεσίβλητης εξαιτίας του ειρημένου κινδύνου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αφενός αντιφατικές και αφετέρου ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 147 εδ. α` AΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βουλήσεως έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, απάτη στοιχειοθετείται όταν o ένας των συμβαλλομένων από πρόθεση προκαλεί, με κάθε δόλιο μέσο ή τέχνασμα, τη δήλωση της βουλήσεως του ετέρου προς κατάρτιση της δικαιοπραξίας, έτσι ώστε το μέσο αυτό να υπήρξε αποφασιστικό για την κατάρτισή της.

H δόλια αυτή συμπεριφορά, ως προϋπόθεση ακυρώσεως της δικαιοπραξίας κατά την άνω διάταξη, μπορεί να αφορά και σε ψευδή γεγονότα ή παραστάσεις που ανάγονται στο μέλλον. Είναι αδιάφορο αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, όπως και αν η παραπλανητική συμπεριφορά είναι αντικειμενικά δυνατή να παρασύρει έμφρονα άνθρωπο.

Αρκεί το γεγονός ότι η απατηλή συμπεριφορά αποσκοπούσε στην πρόκληση της δήλωσης βούλησης αυτού που εξαπατήθηκε, η οποία (δήλωση) προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής συμπεριφοράς. Έτσι, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για ακύρωση δικαιοπραξίας, λόγω απάτης αναφερόμενης σε οικονομική παροχή στο μέλλον, η επίκληση παραπλανητικής συμπεριφοράς, αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του παραστήσαντος, η οποία να καθιστά δυνατή την τήρηση στο μέλλον της δοθείσας υπόσχεσης ή διαβεβαίωσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή η αναιρεσίβλητη ζήτησε την ακύρωση της αναφερόμενης σ' αυτή δικαιοπραξίας (μεταβίβασης διαμερίσματος στην αναιρεσείουσα), λόγω απάτης, συνιστάμενης (και) στην εν γνώσει της αναιρεσείουσας δόλια εκ μέρους των γονέων της διαβεβαίωση ότι θα βοηθήσουν οικονομικά την ίδια (αναιρεσίβλητη) και θα καταβάλλουν σ' αυτή μηνιαίως το ποσό των 200.000-300.000 δραχμών ως διατροφή, συνεπεία της οποίας (διαβεβαίωσης) αυτή παραπλανήθηκε και προέβη στη μεταβίβαση του ακινήτου της, στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε ότι οι γονείς της αναιρεσείουσας δεν είχαν πρόθεση να τη βοηθήσουν οικονομικά, αλλά μόνο να προκαλέσουν την απόφασή της να μεταβιβάσει το ακίνητο.

Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, διαλαμβάνουσα τα αναγκαία κατά νόμο (άρθρα 147 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ) για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Δεν ήταν δε απαραίτητη και η επίκληση παραπλανητικής συμπεριφοράς, σε σχέση με την ενεστώσα οικονομική κατάσταση των γονέων της αναιρεσείουσας, η οποία (κατάσταση) να καθιστούσε δυνατή την εκπλήρωση στο μέλλον της δοθείσας από αυτούς διαβεβαίωσης, περί παροχής στην ενάγουσα οικονομικής βοήθειας.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη, γι'αυτό και ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, υπαγόμενος κατ'εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 14 (όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2008 αίτηση και το από 16-2-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων της Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 241/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ