Supreme Court dismisses conflicting appeals against same judgment, ruling they must be tried together under procedural law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two conflicting appeals filed by opposing parties against the same second-instance judgment. The appellant argued for a specific custody fee calculation based on three separate collection periods, while the respondent contested the legal basis and evidence evaluation. The court ruled that since both appeals targeted the identical decision, they must be tried concurrently to expedite proceedings and reduce costs, thereby rejecting both requests in their entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 of the Code of Civil Procedure and 573(1) thereof; Appeals against the same judgment must be tried together to expedite proceedings and reduce costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1225/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Χρυσικό -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Δημήτριος Τσουτσίκος .
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος : Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ Ν. ΙΩΝΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στη Ν. Ιωνία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα , τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Ελένη Χαχώλου - Θανοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.12.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2959/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9098/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι παραπάνω διάδικοι με τις από 25.10.2006 και 17.11.2006 αιτήσεις τους,αντίστοιχα. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 23.11.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 25.10.2006 αιτήσεως του, την απόρριψη της από 17.11.2006 αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 25.10.2006 και 17.11.2006 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9098/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, (το οποίο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου Δήμου και απέρριψε την αντίθετη έφεση του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης και δέχθηκε κατά ένα μέρος ως προς την επικουρική της βάση την αγωγή του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου Χ1, από αδικαιολόγητο πλουτισμό από άκυρη σύμβαση παρακαταθήκης, την οποία απέρριψε μετά την) εξαφάνιση της πρωτόδικης κατά ένα μέρος ως μη νόμιμη), πρέπει να συνεκδικαστούν σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., γιατί στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α). Επί της από 17.11.2006 αίτησης αναίρεσης του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής. Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο, ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν με εσφαλμένη ερμηνεία έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περαιτέρω, το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήριο υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν.1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί από το νόμο δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολομ.ΑΠ 138/1966).
Αντιθέτως, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υφίσταται σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993 1, Ολομ.ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο δε 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε, παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή, αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολομ. ΑΠ 7/2001, 8/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολομ.ΑΠ 218/1977). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 15.12.2001 ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
επισκοπείται από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα' ακόλουθα από τον ενάγοντα Χ1: "Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Α. Ο αντίδικος Δήμος Νέας Ιωνίας Αττικής έχοντας σκοπό την άμεση από την ευρύτερη περιοχή του Δήμου του απομάκρυνση όλων των παλιών, εγκαταλελειμμένων και σε αχρηστία ευρισκομένων αυτοκινήτων, απεφάσισε την υλοποίηση αυτού (σκοπού) με ανάθεση της όλης διαδικασίας σε ιδιώτη, Β.
Στα πλαίσια λοιπόν της πραγματώσεως του σκοπού αυτού, ο εναγόμενος Δήμος την 15.12.1999 προήλθε μαζί μου σε έγγραφη συμφωνία (αρ. πρωτ. ..... έγγραφο - συμφωνητικό) με την οποία μου ανέθετε την εργασία της εν λόγω απομακρύνσεως των παλαιών αχρήστων και εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων. Επίσης συμφωνήθηκαν τα εξής:
α) Ότι η διαδικασία απομακρύνσεως θα ξεκινούσε άμεσα, β) ότι η αμοιβή μου θα ανήρχετο σε 15.000 δρχ. ή 44,02 ευρώ, πλέον του εκ ποσοστού 18% Φ.Π.Α. για κάθε ένα αυτοκίνητο που θα απομάκρυνα και γ) ότι η πληρωμή μου θα εγίνετο άμεσα, μόλις θα προσεκόμιζα το σχετικό τιμολόγιο. Γ. Επίσης, παραλλήλως και στα πλαίσια της αμέσως προηγούμενης έννομης σχέσεως, συμφωνήθηκαν την ίδια χρονική στιγμή (15.12.1999) μεταξύ μας προφορικά και άτυπα και τα εξής:
α) Ότι, τα αυτοκίνητα που θα απεμακρύνοντο, θα μεταφέροντο και θα εφυλάσσοντο προσωρινά σε μισθωμένο από μένα χώρο, γιατί ο αντίδικος Δήμος δεν διέθετε τέτοιο χώρο προς φύλαξη των, β) Ότι, χρόνος φυλάξεως κάθε απομακρυνομένου αυτοκινήτου θα έφθανε το πολύ μέχρι 7Ο ημέρες, από την ημεροχρονολογία της μεταφοράς του προς φύλαξη, αφού μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας ο αντίδικος Δήμος θα μπορούσε να κινήσει την σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 259 παρ. 1 του Π.Δ. 410/1995 οριζόμενη διαδικασία, γ) Ότι, η αμοιβή μου για την φύλαξη κάθε αυτοκινήτου θα ανήρχετο στο ποσό των οκτακοσίων (800) δραχμών ή 2,3 ευρώ ημερησίως, πλέον του εκ ποσοστού 18% Φ Π Α, δ) Ότι, η εν λόγω αμοιβή για την φύλαξη θα κατεβάλλετο την επιούσα της παρόδου της εβδομηνταημέρου ως άνω προθεσμίας φυλάξεως τούτων.
Δ. Μάλιστα, για τον σκοπό αυτόν και σε υλοποίηση της ανωτέρω δεύτερης συμφωνίας εμίσθωσα δύο υπαίθριους χώρους - γήπεδα και συγκεκριμένα:α) Με την από ..... έγγραφη σύμβαση μισθώσεως (μισθωτήριο) εμίσθωσα ως μισθώτής ένα υπαίθριο γήπεδο 2,5 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στον ...... Αττικής, από τον Γ1 ως εκμισθωτή και β) Με την από ....
σύμβαση μισθώσεως (μισθωτήριο) εμίσθωσα ως μισθωτής και άλλον υπαίθριο χώρο, εκτάσεως 6.000 τ.μ. που βρίσκεται στις ..... Αττικής από την Γ2 ως εκμισθώτρια και με τους σ' αυτές ειδικωτέρους όρους.
ΙΙ. ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΜΟΥ - ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΜΟΙΒΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΞΗ. Α. Ακολούθως, σ' εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, απομάκρυνα από την περιοχή του αντιδίκου Δήμου κατόπιν υποδείξεως του, και κατά το από 10.12.1999 έως και 7.4.2000 χρονικό διάστημα, 335 εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα και τα οποία μετέφερα προς προσωρινή φύλαξη στους ανωτέρω μισθωμένους χώρους και τα οποία παραμένουν μέχρι σήμερα εκεί φυλασσόμενα, Β.
ΕΠΕΙΔΗ, ενώ εγώ εξεπλήρωσα τις εκ της συμβάσεωςπαρακαταθήκης υποχρεώσεις μου επιμελώς, προσηκόντως και εμπροθέσμως, εν τούτοις ο αντίδικος Δήμος, παρότι μου κατέβαλε την αμοιβή για την απομάκρυνση των αυτοκινήτων, αρνείται να μου καταβάλει την, με βάση τα πιο πάνω συμφωνηθέντα, αμοιβή μου για την φύλαξη και μου οφείλει τα ακόλουθα ποσά:
α) Την από 10.12.1999 μέχρι και 31.12.1999 χρονική περίοδο, απεμάκρυνα και μετέφερα για προσωρινή φύλαξη εκατόν ογδόντα (180) αυτοκίνητα και συνεπώς η ημερησία αμοιβή μου φυλάξεως αυτών ανήρχετο σε 144.000 δραχμές ή 422,6 ευρώ [180 Χ 800 δρχ.=144.000 δρχ.] και η αντίστοιχη συνολική αμοιβή μου για την από 1.1.2000 έως και 31.1.2001 χρονική περίοδο φυλάξεως, ανήρχετο στο ποσό των 57.024.000 δραχμών ή 167.348,5 ευρώ. (Από 1.1.2000 έως 31.1.2001 = 396 ημέρες φυλάξεως, 396 ημέρες Χ 144.000 δρχ.= 57.024.000 δρχ.) (1ον ΚΟΝΔΥΛΙ).
β) Την από 1.1.2000 μέχρι και 29.2.2000 χρονική περίοδο, απεμάκρυνα και μετέφερα για προσωρινή φύλαξη ογδόντα πέντε (85) αυτοκίνητα και συνεπώς η ημερησία αμοιβή μου φυλάξεως αυτών ανήρχετο σε 68.000 δρχ. ή 199,6 ευρώ (85 Χ 800=68.000 δρχ.) και η αντίστοιχη συνολική αμοιβή μου για την από 1.3.2000 και 31.1.2001 χρονική περίοδο φυλάξεως, ανήρχετο στο ποσό των 22.848.000 δρχ.
ή 67.052,1 ευρώ. (Από 1.3.2000 έως 31.1.2001 = 336 ημέρες φυλάξεως, 336 ημέρες Χ 68.000 δρχ. = 22.848.000 δρχ.). (2ον ΚΟΝΔΥΛΙ), γ) Την από 1.3.2000 μέχρι και 7.4.2000 χρονική περίοδο, απεμάκρυνα και μετέφερα για προσωρινή φύλαξη εβδομήντα (70) αυτοκίνητα και συνεπώς η ημερησία αμοιβή μου φυλάξεως αυτών ανήρχετο σε 56.000 δρχ. ή 164,3 ευρώ και η αντίστοιχη συνολική αμοιβή μου για την από 8.4.2000 έως και 31.1.2001 χρονική περίοδο φυλάξεως, ανήρχετο στο ποσό των 16.688.000 δραχμών ή 48.974,3 ευρώ. (Από 8.4.2000 έως και 31.1.2001 =298 ήμερες φυλάξεως, 298 ημέρες Χ 56.000 δρχ. = 16.688.000δρχ. (3ον ΚΟΝΔΥΛΙ).
Γ. ΕΠΕΙΔΗ επίσης το σύνολο των ανωτέρω 335 αυτοκινήτων φυλάσσονται και μέχρι σήμερα, συνεπώς η αντίστοιχη συνολική αμοιβή μου για την από 1.2.2001 έως και 31.12.200 χρονική περίοδο φυλάξεως, ανέρχεται στο ποσό των 89.512.000 δρχ. ή 262.691,1 ευρώ, αφού η ημερησία αμοιβή μου ισούται με 268.000 δρχ. (335 αυτοκίνητα Χ 800 δρχ. = 268.000 δρχ.). (Από 1.2.200Ι ως 31.12.2001 = 334 ημέρες φυλάξεως, 334 ημέρες Χ 268.000 δρχ. = 89.512.000 δρχ. (4ον ΚΟΝΔΥΛΙ).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο αντίδικος Δήμος μου οφείλει συνολικά το ποσό των 186.196.000 δραχμών ή 546.430 ευρώ (57.024.000 + 22.916.000 + 16.744.000 + 89.512.000).
ΙΙΙ. ΕΞΩΔΙΚΗ ΟΧΛΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΔΗΜΟΥ Α. ΕΠΕΙΔΗ ο εναγόμενος Δήμος αδιαφορούσε αφ' ενός μεν να παραλάβει το. φυλασσόμενα αυτοκίνητα, αφ' ετέρου δε να μου πληρώσει την αμοιβή μου για την φύλαξη τούτων (φύλακτρα) όπως ώστε συμφωνήθηκε, εκοινοποίησα προς αυτόν την από 1.2.2001 εξώδικη πρόσκληση μου (αρ. εκθ. επιδόσεως .... δικ. επιμελητού .....) με την οποία τον εκαλούσα α) να παραλάβει μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από της επιδόσεως τα 335 αυτοκίνητα, που εφυλάσσοντο στους υπαιθρίους χώρους που βρίσκονται στα .... και τον ..... και β) να μου καταβάλει το συνολικό ποσό των 96.560.000 δρχ., που αντιπροσωπεύει τα Ιόν, 2ον και 3ον ως άνω κονδύλια, πλέον του εκ ποσοστού 18% Φ.Π.Α.
ΕΠΕΙΔΗ ρητά επιφυλάσσομαι του νομίμου δικαιώματος μου περί διεκδικήσεως α) της απαιτήσεως μου από αμοιβή για φύλαξη για τον μετέπειτα από 1.1.2002 χρόνο και β) της απαιτήσεως μου από καταβολή του εκ ποσοστού 18% Φ.Π.Α.
V. ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΒΑΣΗ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΥ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΥ. Επικουρικά σε περίπτωση, κατά την οποία η ανωτέρω (δεύτερη) σύμβαση φυλάξεως των μεταφερθέντων εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων (σύμβαση παρακαταθήκης), είναι παράτυπη, άρα άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκε ο για την σύναψη υπό του νόμου απαιτούμενος τύπος και δεν καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα (π.δ. 410/1995) όπως τροποποιηθείς ισχύει, ο αντίδικος Δήμος υποχρεούται με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και δη με βάση τον γενικό κανόνα του άρθρου 904 Α.Κ., να μου αποδώσει το παραπάνω ποσό των 186.196.000 δραχμών ή 546.430 ευρώ, το οποίο ωφελήθηκε, αφού έγινε πλουσιώτερος, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος της περιουσίας μου, περισώσας ισόποσης εκτάσεως δαπάνη, στην οποία θα υποβάλλετο για να πληρώσει ως αμοιβή σε άλλον, ο οποίος θα προσλαμβάνετο με έγκυρη σύμβαση παρακαταθήκης, για την εκτέλεση της συγκεκριμένης αυτής συμβάσεως και κάτω από τις ίδιες περιστάσεις.
Β. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος Δήμος κατέστη πλουσιώτερος, χωρίς νόμιμη αιτία και συνεπώς ενέχεται της ωφελείας, η οποία σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των Ί86.196.000 δρχ. ή 546.430 ευρώ, και την οποία μου οφείλει, αφού αρνείται να μου την καταβάλει, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις μου"..
Με το ανωτέρω ιστορικό και το επικουρικό αίτημά της η αγωγή (αφού το κύριο αίτημα απορρίφθηκε με αμετάκλητη διάταξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως μη νόμιμο συνδεόμενο με άκυρη σύμβαση για την οποία δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος), σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας παραγράφου, εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η ένδικη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση, που προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρη σύμβαση παρακαταθήκης για την οποία δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος κατά το νόμο έγγραφος τύπος, ρυθμιζόμενη σε περίπτωση εγκυρότητάς της από το ιδιωτικό δίκαιο, η οποία δεν περιλάμβανε όρους που επέτρεπαν στον εναγόμενο Δήμο μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο ούτε διεπόταν από εξαιρετικό υπέρ του τελευταίου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας επί της αγωγής αυτής έκρινε ότι η ως άνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την περί έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού ένσταση του εναγομένου Δήμου και ήδη αναιρεσείοντος), δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.
πρώτος λόγος αναίρεσης του Δήμου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 του Α.Κ., και ορθά την έκρινε εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για όσο διάστημα επεδίκασε αντίστοιχη ωφέλεια, αφού πρόκειται για "ωφέλεια" στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος - εναγομένου Δήμου, από παροχή χωρίς αντάλλαγμα υπηρεσιών φύλαξης προς αυτόν στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης παρακαταθήκης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο εναγόμενος Δήμος αποτελεί κατά νόμο Ν.Π.Δ.Δ., και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος λόγος αναίρεσης του Δήμου είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).
Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως αφορών παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (Α.Π. 1676/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου του Δήμου και με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια "της παραβίασης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., διότι δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου που ήταν αόριστη και αναφερόταν στη σύναψη προφορικής σύμβασης με Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, χωρίς να αναφέρει ποιος συμβλήθηκε προφορικά με το Δήμο και με ποιόν συνομίλησε".
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ανωτέρω διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση, αναφερόμενη σε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής και εντεύθεν σε παραβίαση του ρητά επικαλούμενου στο αναιρετήριο ως παραβιασθέντος δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναίρεσης, πέρα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε από την προσβαλλόμενη. Ανεξάρτητα όμως αυτά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και από το γεγονός ότι δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός για ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής προβλήθηκε στο Εφετείο ως δικαστήριο της ουσίας.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία [Ολ.
ΑΠ 1/1999]). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180, 822 και 904 του Α.Κ., 84 του ν.δ. 321/1969 σε συνδ. προς την υπ' αριθ. 2054839/452/2026/1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, 3 ν.δ. 31/1988 και 266 - 267 του Π.Δ. 410/1995 (ΔΕΚ) προκύπτει ότι επί παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα προς παρακαταθέτη Δήμο μη νόμιμης, άρα και όταν έγινε σε εκτέλεση σύμβασης άκυρης, γιατί ως προς την πρόταση και την αποδοχή της λόγω του αντικειμένου της δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος έγγραφος τύπος, ο θεματοφύλακας που έκανε την παροχή της φύλαξης για την αιτία αυτή, δικαιούται να ζητήσει από τον παρακαταθέτη Δήμο όχι τη συμφωνηθείσα ακύρως αμοιβή, που λόγο της ακυρότητας είναι ανύπαρκτη, αλλά τη δαπάνη που ο τελευταίος εξοικονόμησε, και στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση της ίδιας σύμβασης ανάθετε με έγκυρη σύμβαση σε άλλο τρίτο πρόσωπο, που θα διέθετε τα ίδια προσόντα, τις ίδιες ικανότητες με το συγκεκριμένο θεματοφύλακα και κάτω από τις ίδιες εν γένει περιστάσεις, οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση θα δικαιολογούσαν επί πλέον και την καταβολή της αμοιβής στο θεματοφύλακα, που δεν είναι πάντοτε υποχρεωτική κατ' άρθρο 822 εδ.
β' του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 218/1977). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 9098/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τ'ακόλουθα: "Ο εναγόμενος Δήμος Νέας Ιωνίας προκήρυξε πρόχειρο μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάθεση του έργου απομάκρυνσης παλαιών εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων από την περιοχή του Δήμου.
Στον εν λόγω διαγωνισμό υπέβαλαν προσφορές ο ....... και ο ενάγων Χ1, από τους οποίους ο πρώτος προσφέρθηκε να αναλάβει την εκτέλεση του πιο πάνω έργου αντί αμοιβής ποσού 17.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 18% ημερησίως ανά αυτοκίνητο και ο δεύτερος αντί αμοιβής ποσού 15.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 18% ημερησίως ανά αυτοκίνητο. Η επιτροπή προμηθειών, που συστήθηκε με την υπ' αριθμ. .....
πράξη του δ.σ. του εναγομένου Δήμου μετά τη διενέργεια του διαγωνισμού και την αποσφράγιση των προσφορών πρότεινε με το υπ' αριθμ. ..... πρακτικό της ως ανάδοχο τον ενάγοντα Χ1 και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθμ. ..... απόφαση του Αντιδημάρχου Νέας Ιωνίας. Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ....... ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ανατέθηκε στον ενάγοντα ως τελευταίο μειοδότη το προαναφερόμενο έργο με αμοιβή τη διαλαμβανόμενη στην προσφορά του.
Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ των διαδίκων ότι τα αυτοκίνητα που θα απομάκρυνε ο ενάγων, θα τα μετέφερε σε μισθωμένο απ'_αυτόν χώρο, όπου θα τα φύλασσε για εξήντα ημερες, και ότι ως αμοιβή θα ελάμβανε την ειθισμένη στην αγορά σε τέτοιες περιπτώσεις. Ειδικότερα η κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων προκύπτει:
α) από το κείμενο της προσφοράς του ενάγοντος όπου αναφέρει ότι αναλαμβάνει την απομάκρυνση των εγκαταλελειμμένων αυτοκίνητων "με το δικό του ιδιόκτητο γερανό από οποιοδήποτε σημείο του Δήμου σε ειδικά διαμορφωμένο φυλασσόμενο (24 ώρες) χώρο μέχρι τη λήξη της σύμβασης που θα προσυμφωνήσουμε", β) από την κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος ......, που αναφέρει ότι η σχετική συμφωνία έγινε προφορικά με τον αντιδήμαρχο του εναγομένου δήμου, γ) από το με χρονολογία ......
ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης από τον ενάγοντα ακινήτου του .... στο ..... Ωρωπού για τη φύλαξη των αυτοκινήτων. Αντίθετη κρίση δεν συνάγεται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ο ισχυρισμός του εναγομένου Δήμου, ότι δεν καταρτίστηκε πρόσθετη συμφωνία φύλαξης των απομακρυνόμενων από τον ενάγοντα αυτοκινήτων δεν αποδεικνύεται.
Εξάλλου, ο εναγόμενος Δήμος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή για τη φύλαξη, επειδή αυτή περιλαμβάνεται στη συμφωνημένη αμοιβή του για την απομάκρυνση των αυτοκινήτων, δηλαδή των 15.000 δραχμών πλέον ποσοστού 18% ΦΠΑ ανά αυτοκίνητο και επειδή είχε συμφωνηθεί να περιέλθουν στην κυριότητα του ενάγοντος τα απομακρυνόμενα αυτοκίνητα μετά παρέλευση δύο μηνών από τη φύλαξη τους.
Όμως, από την κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος προκύπτει ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων πρόσθετη αμοιβή του ενάγοντος για τη φύλαξη, που δεν συμπεριελήφθη στην έγγραφη συμφωνία απομάκρυνσης των αυτοκινήτων, καθώς και ότι μετά την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου φύλαξης θα τα έπαιρνε ο εναγόμενος Δήμος.
Αντίθετη κρίση δεν συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου ..... και τα υπ'αριθμ. .... και ..... έγγραφα αυτού, με την ιδιότητα του Διευθυντή Περιβάλλοντος της οικείας Διεύθυνσης του εναγομένου Δήμου, προς τον ενάγοντα περί επιστροφής μεταφερθέντων και φυλασσομένων απ' αυτόν αυτοκινήτων στους ιδιοκτήτες τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται στο εύλογο ποσό των 1,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 18% ημερησίως ανά αυτοκίνητο για χρονικό διάστημα δύο μηνών, πέραν) του οποίου τα μέρη δεν είχαν συμφέρον να διαρκέσει η φύλαξή τους, δεδομένου ότι επρόκειτο για άχρηστα αυτοκίνητα. Περαιτέρω από τα υπ' αριθμ: ....., ......, ....
τιμολόγια προκύπτει ότι ο ενάγων απομάκρυνε συνολικά 335 αυτοκίνητα, τα οποία μετέφερε στο ...... Ωρωπού και στον ...... Αττικής, όπου βρίσκονταν οι χώροι φύλαξης, τους οποίους είχε εκμισθώσει από τον Γ1 και τη Γ2 με βάση τα από 10.12.1999 και 1.4.2000 ιδιωτικά συμφωνητικά (μισθωτήρια έγγραφα) αντίστοιχα. Η αμοιβή του ενάγοντος για τη φύλαξη των ανωτέρω αυτοκινήτων ανέρχεται στο ποσό των 28.461,60 ευρώ [335 αυτοκίνητα επί 60 ημέρες = 20.100 Χ 1,20 ευρώ ως φύλακτρα ημερησίως για κάθε αυτοκίνητο = 24.120 ευρώ + 4.341,60 (24.120 Χ 18% ΦΠΑ) = 28.461,60].
Ενόψει όμως του ότι η επίμαχη με τον εναγόμενο Δήμο σύμβαση υπήρξε άκυρη λόγω μη τήρησης του προβλεπόμενου από το νόμο έγγραφου συστατικού τύπου (άρθρο 84 του ν.δ. 321/1969 περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού, άρθρο 41 ν.δ. 496/1974 σε συνδ. με υπ' αριθμ. 2054839/452/0026/1992 απόφαση Υπουργού Οικονομικών, άρθρο 41 Π.Δ/τος 496/1974, 159 ΑΚ, 3 Π.
Δ/τος 31/68 και άρθρα 266-267 ΔΚΚ), δικαιούται ο ενάγων να εισπράξει ως αδικαιολόγητο πλουτισμό την ανωτέρω αμοιβή των 28.461,60 ευρώ), την οποία υπό τέτοιες__συνθήκες θα κατέβαλε ο εναγόμενος Δήμος σε άλλον, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Κατά το χρηματικό αυτό ποσό ο εναγόμενος έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος του ενάγοντος, αφού ωφελήθηκε τούτο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας του, περισώνοντας ισόποσης έκτασης δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, για να πληρώσει ως αμοιβή φύλαξης σε άλλον, ο οποίος θα αναλάμβανε με έγκυρη σύμβαση παρακατηθήκης ή φύλαξης την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου της απομάκρυνσης άχρηστων και εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων και υπό τις ίδιες περιστάσεις (άρθρα 822 εδ.
β, 904 ΑΚ). Πρέπει να σημειωθεί ότι για τον καθορισμό της εύλογης αμοιβής του ενάγοντος λαμβάνεται υπόψη ότι επρόκειτο για παλαιά αυτοκίνητα σχεδόν άχρηστα και για χώρους φύλαξης μισθωμένους σε περιοχές απομακρυσμένες και μη εμπορικές". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 904 και 822 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, κατά τον προσδιορισμό της "ωφέλειας" στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Δήμου από την παροχή προς αυτόν των υπηρεσιών φύλαξης από τον αναιρεσίβλητο, στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης παρακαταθήκης, την οποία (ωφέλεια) στη συνέχεια επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος ως αδικαιολογήτως πλουτίσαντος, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν ως περιλαμβανόμενα στο αποδεικτικό πόρισμα: 1) η "συμφωνία" για πρόσθετη ειθισμένη αμοιβή υπέρ του αναιρεσίβλητου, 2) το έργο της φύλαξης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, 3) το γεγονός ότι επρόκειτο για παλαιά άχρηστα αυτοκίνητα και για χώρους φύλαξης μισθωμένους σε περιοχές απομακρυσμένες και μη εμπορικές, 4) ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του Ν.Π.Δ.Δ.
και 5) ότι ως "ωφέλεια", λόγω της ακυρότητας, προσδιορίσθηκε τελικά η "συμφωνηθείσα εύλογη αμοιβή", η οποία με τις συγκριμένες συνθήκες θα καταβαλλόταν σε οποιοδήποτε τρίτο θεματοφύλακα στο πλαίσιο έγκυρης σύμβασης εκ μέρους του αναιρεσείοντος Δήμου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων Δήμος με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο έκτος λόγος της αναίρεσης του Δήμου κατά την σ' αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα "της σύναψης" της άκυρης σύμβασης παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων, τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο κατά τα προαναφερθέντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και το γεγονός "της σύναψης" της άκυρης σύμβασης παρακαταθήκης, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 11 του ν.1478/1984 και 3 παρ. 10 του ν.2207/1994, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Με τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (Κ.Πολ.Δ. 524), καθιερώθηκε η ελεύθερη απόδειξη των ισχυρισμών στις δίκες ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να κάμπτεται η εφαρμογή του άρθρου 393 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με το οποίο συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται σε αυτό.
Ακολούθως, η παράγραφος 2 του άρθρου 270 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.2915/2001. Υπό τη νέα διατύπωσή της, η διάταξη αυτή ορίζει ότι "το δικαστήριο (δηλαδή και το Πολυμελές πλέον πρωτοδικείο ..........) λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.
Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Με το άρθρο 38 του ν.2915/2001 ορίσθηκε ότι το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ., υπό τη νέα διατύπωσή του, τίθεται σε ισχύ από 16.9.2001, ενώ με το άρθρο 15 του επακολουθήσαντος νόμου 2943/2001, ο χρόνος αυτός μετατέθηκε στις 1.1.2002.Η διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν.2915/2001 όρισε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου Α', ενώ με τη δεύτερη παράγραφό του ορίσθηκε ότι στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση έχει προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α' κεφαλαίου αυτού, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που συζητήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του πολυμελούς πρωτοδικείου μετά την 1.1.2002, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δ. όπως τροποποιήθηκε με το Ν.2915/2001, με αποτέλεσμα να μη συγχωρείται η χρήση μαρτύρων προς απόδειξη συμβάσεων, το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το όριο του άρθρου 393 του Κ.Πολ.Δ.
ή αποτελούν πρόσθετα σύμφωνα έγγραφης κυρίας σύμβασης (Α.Π. 173/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180 και 904 του Α.Κ. προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό από παροχή σε εκτέλεση σύμβασης άκυρης, γιατί δεν υποβλήθηκε στον αναγκαίο έγγραφο τύπο, πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξεις κατά τα άρθρα 216 παρ. 1, 335 και 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ:
α) την περιουσιακή μετακίνηση ή την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών, β) τη συγκεκριμένη αιτία της παροχής, γ) το λόγο για τον οποίο είναι μη νόμιμη και εντεύθεν ανύπαρκτη η αιτία (Ολ.Α.Π. 2/1987). Στην περίπτωση αυτή, αντικείμενο της αγωγής και της απόδειξης της δεν είναι η άκυρη σύμβαση που είναι ανύπαρκτη, αλλά η έλλειψη αιτίας ως βασική προϋπόθεση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την έννοια της ενοχής από το νόμο και επομένως συγχωρείται το εμμάρτυρο μέσο για την απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής, και δεν ισχύουν οι περιορισμοί του άρθρου 393 του Κ.Πολ.Δ., έστω και εάν ή άκυρη σύμβαση, ως προϋπόθεση της έλλειψης αιτίας του πλουτισμού, υπερβαίνει το ποσοτικό όριο της ίδιας διάταξης, ή αποτελεί πρόσθετο "σύμφωνο" έγγραφης και νόμιμης κύριας σύμβασης.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης του Δήμου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, για την απόδειξη της άκυρης αγωγικής σύμβασης παρακαταθήκης, που υπερέβαινε ως προς το αντικείμενό της το ποσό των 5.900 ευρώ, αλλά και αποτελούσε πρόσθετο σύμφωνο της έγγραφης κύριας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καίτοι πρόκειται για υπόθεση που συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά την 1.1.2002 (18.3.2004).
V. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996).
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετήριου του Δήμου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι: "στην πρότασή του για την κύρια σύμβαση περισυλλογής των εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει και τη δέσμευσή του για τη φύλαξη των αυτοκινήτων επί 60 ημέρες, η πρόταση δε αυτή αποτέλεσε σώμα της κύριας σύμβασης ανάθεσης του έργου περισυλλογής".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο τον ισχυρισμό αυτόν τόν απέρριψε ρητά και εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τον συγκροτούν, δηλαδή ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων πρόσθετη αμοιβή του αναιρεσείοντος για τη φύλαξη, που δεν συμπεριλήφθηκε στην έγγραφη συμφωνία περισυλλογής και απομάκρυνσης των αυτοκινήτων.
Επομένως, η από 17.11.2005 αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της.
Β). Επί της από 25.10.2006 αίτησης αναίρεσης του Χ1. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Το αντικείμενο και περιεχόμενο των λόγω αυτών αναίρεσης αναπτύσσεται στις προηγηθείσες σκέψεις της παρούσας με τα στοιχεία "Ι" και "V" κατά την έρευνα της συνεκδιαζόμενης από 17.11.2006 αίτησης αναίρεσης. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 822 έως 828 του Α.Κ. προκύπτει ότι: α) η παρακαταθήκη είναι σύμβαση διαρκής και η διάρκειά της ορίζεται από τους συμβαλλόμενους ρητά ή σιωπηρά, μπορεί δε να είναι ορισμένη ή αόριστη, β) ο θεματοφύλακας έχει υποχρέωση να φυλάει το πράγμα και να το αποδώσει κατά τη λήξη της σύμβασης, μετά την οποία το συμβατικό καθεστώς μετατρέπεται σε σχέση εκκαθάρισης και δε συνεχίζεται ούτε κατά το χρόνο της υπερημερίας του παρακαταθέτη για την παραλαβή του αντικειμένου της παρακαταθήκης.
Εάν δε μεσολαβήσει τέτοια υπερημερία, οι αξιώσεις του θεματοφύλακα για τη συνέχιση της φύλαξης του αντικειμένου της παρακαταθήκης ρυθμίζονται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 730 επ. του Κ.Πολ.Δ. για τη διοίκηση αλλοτρίων, που εφαρμόζονται και στη διαχείριση υποθέσεων του Δημοσίου και άλλων Ν.Π.Δ.Δ., και όχι από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ούτε και με την έννοια του αχρεώστητου των διατάξεων των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.
β' και 905 παρ. 1 του Α.Κ., αφού στην περίπτωση αυτή πλέον με τη λήξη του χρόνου που θα διαρκούσε η σύμβαση, εάν ήταν έγκυρη, θεμελιώνεται ο προβλεπόμενος από τη δεύτερη διάταξη αποκλεισμός της απαίτησης αχρεώστητου, που εφαρμόζεται και αυτεπαγγέλτως,εφ' όσον για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης απαιτείται:
α) ανυπαρξία της υποχρέωσης για την οποία έγινε η παροχή του ζημιούμενου δότη θεματοφύλακα προς το λήπτη παρακαταθέτη, β) άγνοια της ανυπαρξίας αυτής σε μέρος του ζημιούμενου δότη και γ) ανυπαρξία βούλησης ελευθεριότητας στο πρόσωπο του δότη, που δε συντρέχει στην περίπτωση παροχής μετά τη λήξη του χρόνου που λειτούργησε μεταξύ των μερών, έστω και ακύρως, η βιοτική σχέση και δ) κατά τη λήξη του χρόνου της παρακαταθήκης και εφ' όσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τη σύμβαση, ο παρακαταθέτης έχει υποχρέωση να καταβάλλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή στο θεματοφύλακα.
Όπως δε επίσης προαναφέρθηκε και κατά την έρευνα της συνεκδικαζόμενης αναίρεσης, και στις μείζονες σκέψεις των παρ. Ι και
ΙΙΙ της παρούσας, κατά το μέρος τους που αφορούν την έρευνα εκείνης της αναίρεσης, στην περίπτωση που παρέχονται υπηρεσίες φύλαξης παρακαταθήκης με άκυρη σύμβαση, ο "αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος θεματοφύλακα παρακαταθέτης, υποχρεούται στο χρονικό πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, που συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας της διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 του Α.Κ., να αποδώσει, όχι τη συμφωνηθείσα ακύρως αμοιβή, που λόγω της ακυρότητας είναι ανύπαρκτη, αλλά "την ωφέλεια" που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία λόγω της ακυρότητας της σύμβασης και που συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση της ίδιας άκυρης σύμβασης ανέθετε με έγκυρη σύμβαση σε άλλο τρίτο θεματοφύλακα, και κάτω από τις ίδιες εν γένει περιστάσεις, οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση θα δικαιολογούσαν επί πλέον και την καταβολή της αμοιβής στο θεματοφύλακα.
Από το συνδυασμό των προαναφερθέντων συνάγεται ότι στην περίπτωση, που η αγωγική αξίωση αμοιβής θεματοφύλακα από αδικαιολόγητο πλουτισμό συνδέεται κατά την αγωγή αιτιωδώς με άκυρη σύμβαση παρακαταθήκης λόγω της μη τήρησης του αναγκαίου κατά το νόμο τύπου, που συνιστά κατά την αγωγή και τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, και η οποία (άκυρη σύμβαση) κατά την αγωγή, εκτείνεται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα "συμβατικό", για το επί πλέον αγωγικό χρονικό διάστημα "της υπερημερίας" του παρακαταθέτη, κατά το οποίο συνεχίστηκε η παροχή των υπηρεσιών φύλαξης, η προβαλλόμενη με την αγωγή αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι νόμιμη, γιατί ελλείπει πλέον και το πραγματικό πλαίσιο της λειτουργίας της άκυρης σύμβασης, στο οποίο στηρίζεται η έλλειψη της νόμιμης αιτίας, αλλά και οι προϋποθέσεις του "αχρεωστήτου" που προαναφέρθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την επικουρική της βάση, όπως το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε κατά την έρευνα της συνεκδικαζόμενης αναίρεσης στο αντίστοιχο μέρος της παρούσας, με την επίκληση: α) της ακυρότητας της σύμβασης φύλαξης εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων, που περισυνέλεγε ο αναιρεσείων για λογαριασμό του εναγομένου Δήμου, λόγω της μη τήρησης του απαιτούμενου τύπου, η οποία είχε συμβατική χρονική διάρκεια το πολύ μέχρι 70 ημέρες, β) την περισυλλογή από τον ενάγοντα 335 εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων σε τρία επί μέρους χρονικά διαστήματα κατά το από 10.12.1999 έως και 7.4.2000 χρονικό διάστημα, που μετέφερε για φύλαξη σε μισθωμένους χώρους και γ) της υπερημερίας του εναγομένου Δήμου για το χρονικό διάστημα από της λήξης του συγκεκριμένου χρόνου φύλαξης μέχρι και την 31.12.2001, ζητήθηκε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό η καταβολή της "ωφέλειας" που αποκόμισε ο εναγόμενος Δήμος με κριτήριο προσδιορισμού τη συμφωνημένη για την άκυρη σύμβαση ημερήσια αμοιβή φύλαξης των 800 δρχ.
ή 2,3 ευρώ ημερησίως πλέον Φ.Π.Α. 18%. Με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, όπως οι παραδοχές της προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα της συνεκδικαζόμενης αναίρεσης, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος θεματοφύλακα ενάγοντος, και ειδικότερα οι λόγοι της έφεσής του, με την οποία παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης για την μερική παραδοχή της αγωγής του με την επιδίκαση σ' αυτού για όλο το ένδικο αγωγικό χρονικό διάστημα της αποδοτέας ωφέλειας, όχι των πιο πάνω ζητούμενων με την αγωγή ως συμφωνημένων, αλλά εκείνης των 79.000 Ευρώ συνολικά.
Κρίθηκε δε ανέλεγκτα από τις αποδείξεις από το Εφετείο για τον προσδιορισμό της αποδοτέας ωφέλειας, σε συνδυασμό και με την παραδοχή των λόγων της έφεσης του εναγομένου Δήμου: Α) ότι δεν είχε συμφωνηθεί προφορικά η αμοιβή των 2,3 ευρώ, αλλά η ειθισμένη στην αγορά σε παρόμοιες περιπτώσεις και ότι η ωφέλεια αυτή έπρεπε να προσδιοριζόταν στο ποσό των 1,20 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
με το συνυπολογισμό και των λοιπών στοιχείων αξιολόγησης που περιλαμβάνονται στο αποδεικτικό της πόρισμα, δηλαδή: 1) του είδους του έργου της φύλαξης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, 2) του γεγονότος ότι επρόκειτο για παλαιά, άχρηστα αυτοκίνητα και για χώρους φύλαξης μισθωμένους σε περιοχές απομακρυσμένες και μη εμπορικές, 3) ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος έχει την ιδιότητα του Ν.Π.Δ.Δ.
και 4) ότι ως ωφέλεια λόγω της ακυρότητας έπρεπε να προσδιοριστεί η εύλογη αμοιβή, που με τις συγκεκριμένες συνθήκες θα καταβαλλόταν σε οποιοδήποτε τρίτο θεματοφύλακα, στο πλαίσιο έγκυρης σύμβασης και κάτω από τις ίδιες εν γένει περιστάσεις, που θα δικαιολογούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την καταβολή της εύλογης αυτής αμοιβής και Β) ότι η διάρκεια της άκυρης σύμβασης είχε συμφωνηθεί σε 60 ημέρες για κάθε αυτοκίνητο και όχι σε εβδομήντα, που είχε δεχθεί η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση.
Για το χρονικό δε αυτό διάστημα επιδικάσθηκε η αποδοτέα ωφέλεια στου αναιρεσείοντα θεματοφύλακα για τα 335 αυτοκίνητα της αγωγής από της περισυλλογής τους στο αγωγικό χρονικό διάστημα από 10.12.1999 έως 7.4.2000, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασηςστο σύνολό της, ύστερα από την κατ' ουσία παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου Δήμου.
Εξ άλλου, το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου Δήμου, και την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 535 παρ.1 και 536 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος για την αποδοτέα ωφέλεια του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος μετά τις 60 ημέρες φύλαξης, αφού έκρινε ότι η αξίωση αυτή δεν ήταν δυνατό να στηριχθεί στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά ενδεχομένως σε εκείνης της διοίκησης αλλοτρίων, για την οποία όμως δεν περιεχόταν στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής αντίστοιχη ιστορική βάση.
Επομένως, σε συνδυασμό και με τα προαναφερόμενα στις νομικές σκέψεις, το Εφετείο: 1) με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος θεματοφύλακα, 2) με το να δεχθεί την έφεση του αναιρεσίβλητου Δήμου, 3) με το να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για το χρονικό διάστημα φύλαξης μετά τις εξήντα ημέρες από τη λήξη καθενός των τριων αγωγικών χρονικών διαστημάτων περισυλλογής, όπως είχε ζητηθεί και με την αγωγή, και 4) με το να επιδικάσει την πιο πάνω αμοιβή για τις 60 ημέρες φύλαξης, που έκρινε ανελέγκτως ως συμφωνημένη στο ύψος της ειθισμένης ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 822 εδ.
β, 904 παρ.1 και 908 εδ. α' του Α.Κ. καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με την ιστορική βάση της κριθείσας αγωγής πληρούν το πραγματικό τους και δικαιολογούν την απόρριψη των λόγων της έφεσης του αναιρεσίβλητου Δήμου και τη μη εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα φύλαξης μετά την πάροδο εξήντα ημερών από τη λήξη καθενός των τριων αγωγικών χρονικών διαστημάτων.
Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να προσδιορίσει στο αποδεικτικό πόρισμα της προβαλλόμενης τη συμφωνημένη αμοιβή του αναιρεσείοντος, όχι στο επικαλούμενο από αυτόν με την αγωγή ύψος, αλλά σε εκείνο της ειθισμένης του δέχθηκε ως συμφωνηθείσα ανελέγκτως, για τον προσδιορισμό της αποδοτέας αφέλειας, δεν έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που δεν προτάθηκαν.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
ΙΙ. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικά δε καθ'όσον αφορά το χρονικό διάστημα στο οποίο εκτείνονται οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος ενάγοντος, που επιδικάσθηκαν κατά τα προαναφερθέντα, συνολικά από 10.12.1999 έως 7.4.2000 δεν ήταν αναγκαίος ο ειδικότερος προσδιορισμός επί πλέον και των τριών χρονικών διαστημάτων επί μέρους από 1ο.12.1999 έως 31.12.1999, από 1.1.2000 έως 29.2.2000 και από 1.3.2000 έως 7.4.2000, στα οποία εντοπίζεται κατά την αγωγή η περισυλλογή τμηματικά των 335 αυτοκινήτων, για τα οποία επιδικάσθηκε η ζητούμενη ωφέλεια (180 + 85 + 70), αφού ο εντοπισμός αυτός για την επιδικασθείσα ωφέλεια δεν είχε έννομες συνέπειες, ούτε αποκλείει τις οποιεσδήποτε άλλες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, και τα εκτιθέμενα στην αγωγή και το αντίστοιχο αίτημά της, όπως επισκοπούνται από το Δικαστήριο του αρείου Πάγου η περισυλλογή των 335 αυτοκινήτων εντοπίστηκε από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα, ενοποιημένα στα τρία επί μέρους πιο πάνω χρονικά διαστήματα, η δε αιτούμενη αμοιβή-ωφέλεια υπολογίστηκε στην αγωγή από το τέλος κάθε επί μέρους χρονικού διαστήματος, δηλαδή:
α) από 1-1-2000 για το πρώτο ενοποιημένο χρονικό διάστημα περισυλλογής από 10-12-1999 μέχρι 31-12-1999 (180 αυτοκίνητα), β) από 1-3-2000 για το δεύτερο ενοποιημένο χρονικό διάστημα περισυλλογή από 1-1-2000 έως 29-2-2000 (85 αυτοκίνητα) και γ) από 8-4-2000 για το τρίτο ενοποιημένο χρονικό διάστημα περισυλλογής από 1-3-2000 έως 7-4-2000 (70 αυτοκίνητα).
Δεδομένου δε ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδικάσθηκε ως ωφέλεια στον αναιρεσείοντα η δικαιούμενη αμοιβή για εξήντα μόνο ημέρες φύλαξης από τη λήξη καθενός των τριων επί μέρους ενοποιημένων αγωγικών χρονικών διαστημάτων περισυλλογής, δηλαδή αντίστοιχα: α) από 1-1-2000 έως 28-2-2000 για τη φύλαξη όλων των περισυλλεγέντων αυτοκινήτων του πρώτου αγωγικού διαστήματος περισυλλογής, β) από 1-3-2000 έως 30-4-2000 για τη φύλαξη όλων των περισυλλεγέντων αυτοκινήτων του δευτέρου αγωγικού χρονικού διαστήματος περισυλλογής, και γ) από 8-4-2000 έως 8-5-2000 για τη φύλαξη όλων των περισυλλεγέντων αυτοκινήτων του τρίτου αγωγικού χρονικού διαστήματος περισυλλογής, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της κριθείσας αγωγής, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών ώστε να προσδιοριστούν ειδικότερα η επιδικασθείσα ωφέλεια, αλλά και οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος που δεν κρίθηκαν επιδικαστέες ως μη νόμιμες.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα.
ΙΙΙ. Εξ άλλου, οι ίδιοι, δεύτερος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα του ύψους της συμφωνημένης αμοιβής φύλαξης και του χρόνου της φύλαξης στο πλαίσιο της εφαρμογής των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο κατά τα προαναφερθέντα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, και η από 25.10.2006 αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της. Η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και για τις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, λόγων της ισοδύναμης νίκης και ήττας καθενός. (αρθ. 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνακδικάζει και
Απορρίπτει τις από 25-10-2006 και 17-11-2006 αντίθετες αιτήσεις αντίστοιχα του Χ1 και του Δήμου Νέας Ιωνίας Αττικής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9098/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και για τις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ