Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment for misinterpreting evidence as mere evaluation error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final eviction judgment rendered by the Single Court of Appeal. The appellant argued the lower court distorted an out-of-court declaration, but the court found this claim inadmissible because it addressed the court's evaluation of evidence rather than a factual error. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment based on the evaluation of evidence is inadmissible as it does not constitute a diagnostic error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1224 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1224/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σίμο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καρανικήτα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1889/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5059/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 16-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4602/610/16-6-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), με αριθ. 5059/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), απορριπτομένων των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, η οποία παραδεκτά προβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 570 του ΚΠολΔ, αλλά ερευνάται και αυτεπάγγελτα, καθόσον το έννομο συμφέρον αυτής (άρθρ. 68, 556 του ΚΠολΔ) θεμελιώνεται στη βλάβη της, ως ηττώμενης διαδίκου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με την άσκηση δε της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς γι' αυτήν (αναιρεσείουσα) συνέπειας, η δε ρύθμιση του άρθρου 578 εδ.
β' του ΚΠολΔ, το οποίο επικαλείται η αναιρεσίβλητη, ανάγεται μόνο στο ζήτημα της αντικατάστασης ή μη της εσφαλμένης και δεσμευτικής αιτιολογικής κρίσης και όχι στη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για άσκηση της αναίρεσης. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 16-12-2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. 174578/3705/2013), αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίστηκε ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", στη θέση της οποίας αυτή υπεισήλθε, με την από 10-4-2006 σύμβαση μίσθωσης, εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, για χρονικό διάστημα είκοσι ετών, με σκοπό να μετασκευασθεί και να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία ως πολυχώρος πολιτισμού και θέατρο πολλαπλών χρήσεων, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση.
Ότι, η εναγομένη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση μίσθωσης αν και από την έναρξή της έως την άσκηση της αγωγής χρησιμοποιούσε ανενόχλητα το μίσθιο και ειδικότερα ότι: α) περιήλθε σε υπερημερία ως προς τη καταβολή του μισθώματος και των δαπανών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και β) δεν κατέθεσε την εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της σύμβασης, όπως ορίζει το άρθρο 6 αυτής.
Ότι, για τους παραπάνω λόγους, με την από 17-10-2013 εξώδικη δήλωσή της, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ζητώντας συγχρόνως και την απόδοση του μισθίου. Ότι η καταγγελία είχε, μεταξύ άλλων, ως συνέπεια τη κήρυξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών των μισθωμάτων των επομένων δύο ετών, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 4 της ένδικης σύμβασης.
Με βάση το ιστορικό, ζητούσε: α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει, για καθυστερούμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 30-8-2009 έως την άσκηση της αγωγής και για δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2006 έως 1-1-2013, το συνολικό ποσό των 4.254.019,70 ευρώ, όπως ειδικότερα κατά κεφάλαιο επιμερίζεται στην αγωγή, β) να κηρυχθούν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά τα μισθώματα των δύο επόμενων της καταγγελίας μισθωτικών ετών και γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της αποδώσει το μίσθιο ακίνητο, επικουρικά δε, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει τα υπό στοιχείο α' ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το ως άνω δικαστήριο, με την με αριθ. 1189/2015 οριστική απόφαση, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τα υπό στοιχεία α' και β' αιτήματά της, λόγω της υπαγωγής της εναγόμενης στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 επ. του ν. 3588/2007 με τη με αριθ. 261/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (στην οποία διαδικασία τέθηκε τέλος με τη με αριθ. 467/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου λόγω μη επίτευξης της απαιτούμενης συμφωνίας με τους πιστωτές της εναγόμενης), δέχθηκε αυτή ως προς το υπό στοιχείο γ' αίτημα ως κατ' ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μίσθιου ακινήτου.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 30-11-2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. 7163/2015) έφεση και τους από 14-1-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 409/45/2019) πρόσθετους λόγους έφεσης, στα οποία (δικόγραφα), με τους λόγους τους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου της κατά το ως άνω αίτημά της κατά το οποίο έγινε δεκτή.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 178/2022, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).
Δεν αρκεί δε η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η εκ πλαγίου (και η ευθεία) παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Τούτο διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 1217/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 και 585 του ΑΚ, συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσης στο μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει κατ' επιλογή (διαζευκτικά ή εκλεκτικά) το δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης.
Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 659/2021, ΑΠ 1638/2018). Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ` ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου οπό το ελάττωμα και αν το προκατέβαλε, δικαιούται να αναζητήσει αυτό ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 του ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 269/2019, ΑΠ 1469/2013).
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα, αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτουμένης αδείας δημοσίας αρχής (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 835/2021, ΑΠ 171/2015), η έκδοση της οποίας πρέπει να γίνει με ενέργειες του εκμισθωτή (ΑΠ 509/2020, ΑΠ 415/2014).
Αν ωστόσο η χρήση του μισθίου δεν εμποδίζεται παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων χορήγησης άδειας τότε δεν υπάρχει ελάττωμα και ο μισθωτής που παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος, έκανε χρήση του μισθίου, δεν μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα των άρθρων 575 επ. του ΑΚ (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 835/2021, ΑΠ 896/2020, ΑΠ 399/2004) και έχει υποχρέωση (ο μισθωτής) να καταβάλει το μίσθωμα, που οφείλεται σε αντάλλαγμα της χρήσης που έγινε (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 1291/2014, ΑΠ 1/2007, ΑΠ 322/2004).
Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 επ. του ΑΚ, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του εκμισθωτή για κάθε είδους ελαττώματα του μισθίου, πραγματικά ή νομικά, όπως από αυτές τις ίδιες προκύπτει, είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια ότι επιτρέπεται, με τους όρους πάντοτε των γενικών διατάξεων των άρθρων 332 επ.
του ΑΚ, να συμφωνηθεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της ειδικής αυτής ευθύνης του εκμισθωτή. Έτσι ο ενάγων εκμισθωτής μπορεί, ενόψει του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων των άρθρων 576 επ. ΑΚ, να επικαλεσθεί με αντένσταση ότι η ευθύνη του για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου έχει αποκλειστεί με συμφωνία των μερών (άρθρο 361 του ΑΚ, ΑΠ 622/2019), ο δε μισθωτής εναγόμενος, αντιτάσσοντας επαντένσταση, να ισχυριστεί ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι ο εκμισθωτής αποσιώπησε με δόλο ή από βαριά του αμέλεια το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας (άρθρο 332 παρ. 1 του ΑΚ, ΑΠ 325/2013), αν όμως δεν συντρέχει η άνω προϋπόθεση, η συμφωνία μη ευθύνης είναι έγκυρη (άρθρο 361 σε συνδ.
με 332 παρ.1 του ΑΚ) και επιφέρει τα αποτελέσματά της, δηλ. απαλλάσσεται ο εκμισθωτής για την ευθύνη του από την ύπαρξη των πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων, μέσα στα πλαίσια και το εύρος της συγκεκριμένης κάθε φορά συμφωνίας (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 835/2021, ΑΠ 1015/2015). Επίσης ο εκμισθωτής μπορεί κατ` ένσταση να προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι ο μισθωτής κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης μισθώσεως γνώριζε το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας ή ότι παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη, γεγονός που αποκλείει την ευθύνη του για την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της ιδιότητας (άρθρα 579 και 581 ΑΚ) και, επομένως, ο μισθωτής δεν έχει τα δικαιώματα που απονέμονται σ` αυτόν από τα άρθρα 576 έως 578 ΑΚ (ΑΠ 325/2013).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: ''... Με τα άρθρα 16 επ. του Ν. 3016/2002 συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), (ήδη αναιρεσίβλητη) καταστατικός σκοπός της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 του νόμου αυτού, ήταν, μεταξύ άλλων, η μετά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 διοίκηση, διαχείριση, χρηματοδότηση της παραγωγής ή κατασκευής, καθώς και η αξιοποίηση της χρήσης των περιουσιακών στοιχείων που προέκυψαν από την εκτέλεση και λειτουργία των Ολυμπιακών Έργων που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ δυνάμει των άρθρων 20 και 35 του Ν. 3342/2005 (ΦΕΚ Α' 131/6-6-2005) ανατέθηκε στην ανωτέρω εταιρεία η αποκλειστική αξιοποίηση, χρήση, διαχείριση και εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων, του Ολυμπιακού Κέντρου Γουδί, που βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων.
Ακολούθως, στις 8-7-2005 δημοσιεύθηκε στο διεθνή τύπο και στις 12-7-2005 στον ελληνικό περιληπτική πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος διαγωνισμού σχετικά με τη παραχώρηση της μακροχρόνιας χρήσης - εκμίσθωση της κλειστής αρένας Badminton στο Ολυμπιακό Κέντρο Γουδί. Από τη διαδικασία του διαγωνισμού, που ολοκληρώθηκε το Μάρτιο του 2006, ανακηρύχθηκε ανάδοχος η ένωση φυσικών προσώπων που αποτελούνταν από τους Μ.
Α. του Α., Γ. Γ. του Σ., Π. Γ. του Σ. και Δ. Κ. του Α.. Κατόπιν αυτού, δυνάμει της από 10-4-2006 σύμβασης μίσθωσης η εταιρεία "... Α.Ε." εκμίσθωσε στην ανάδοχο ένωση φυσικών προσώπων την περιλαμβανόμενη στο Ολυμπιακό Κέντρο Γουδί εγκατάσταση του Badminton και ειδικότερα: α) τη κλειστή αρένα του Badminton με τα συστατικά και παραρτήματά της και β) το γήπεδο επί του οποίου αυτή βρίσκεται, συνολικής έκτασης 25.500 τ.μ.
περίπου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια για τις χρήσεις που δηλώθηκαν με τη συνημμένη στη σύμβαση, ως Προσάρτημα Γ', δεσμευτική τεχνική προσφορά αυτής. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι η μίσθια εγκατάσταση θα επιμεριστεί ως ακολούθως: α) Εσωτερική αρένα για τη διεξαγωγή πολιτιστικών και λοιπών εκδηλώσεων, περιοχή η οποία περιλαμβάνει τη κεντρική σκηνή και την εξέδρα καθισμάτων των θεατών και καταλαμβάνει το εσωτερικό του υφιστάμενου γηπέδου, β) υπαίθριος χώρος έμπροσθεν της κυρίας εισόδου της αρένας, ο οποίος θα χρησιμοποιείται για την υποδοχή των θεατών, τη τοποθέτηση των box office (ταμεία) και τυχόν περιοδικές θεματοποιήσεις αναλόγως παράστασης, γ) υπαίθριος χώρος για παραστάσεις και λοιπές εκδηλώσεις ανοικτού θεάτρου, δ) εσωτερικός χώρος υποστήριξης των εκδηλώσεων, καθώς και χώροι γραφείων, ε) εσωτερικός χώρος πολλαπλών χρήσεων για τη διεξαγωγή εκδηλώσεων, στ) εσωτερικός χώρος οργανωμένης εστίασης και ζ) υπαίθριος χώρος εκδηλώσεων.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε σε είκοσι (20) έτη, με ημερομηνία έναρξης την 16-5-2006, ενώ το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 610.000 ευρώ ετησίως πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου και καταβλητέο σε δύο (2) εξαμηνιαίες δόσεις, εκάστη εντός του πρώτου πενθημέρου του αντίστοιχου εξαμήνου, αναπροσαρμοζόμενο δε ετησίως και για τα πρώτα δεκαπέντε (15) έτη της μίσθωσης κατά το ποσοστό του ΔΤΚ του προηγούμενου ημερολογιακού έτους πλέον δύο εκατοστιαίων μονάδων (2%), ενώ για τα υπολειπόμενα και τα κατά παράταση έτη κατά ποσοστό ίσο με τον ΔΤΚ, επιπλέον δε, συμφωνήθηκε ότι μέχρι την 19-5-2006 η μισθώτρια θα καταβάλει εφάπαξ, ως οικονομικό αντάλλαγμα, το ποσό των 301.000 ευρώ.
Με το άρθρο 4 της σύμβασης ορίστηκε ότι η μισθώτρια βαρύνεται με τα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης του μισθίου, μεταξύ των οποίων και οι λογαριασμοί των οργανισμών κοινής ωφέλειας. Με το άρθρο 5 ορίστηκε ότι η μισθώτρια οφείλει να προβαίνει η ίδια, με αποκλειστικά δική της επιμέλεια, ευθύνη και έξοδα, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση, αναθεώρηση και διατήρηση σε ισχύ όλων των αδειών που απαιτούνται για τις συμφωνηθείσες χρήσεις του μισθίου και ότι η εκμισθώτρια ουδεμία υποχρέωση ή ευθύνη αναλαμβάνει σχετικά με το θέμα αυτό, καθώς και ότι η αδυναμία έκδοσης, αναθεώρησης, επέκτασης ή διατήρησης σε ισχύ από τη μισθώτρια των απαιτούμενων αδειών και εγκρίσεων για τις συμφωνηθείσες χρήσεις δεν συνιστά πραγματικό ή νομικό ελάττωμα του μισθίου ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή αδυναμία ή πλημμελή εκτέλεση παροχής εκ μέρους της εκμισθώτριας, ούτε συνιστά λόγο μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τη μισθώτρια, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 7 παρ. 3 αυτής.
Με την παρ. 3 του άρθρου 7 ορίζεται δε, ότι σε περίπτωση μελλοντικής μεταβολής των εκ του νόμου επιτρεπομένων χρήσεων ή ανυπαίτιας εκ μέρους της μισθώτριας αδυναμίας έκδοσης, αναθεώρησης, επέκτασης ή διατήρησης σε ισχύ των απαιτούμενων αδειών για τη συμφωνημένη μετασκευή ή λειτουργία του μισθίου, κατά τρόπο που να αποκλείονται ή ουσιωδώς να περιορίζονται οι δραστηριότητες της μισθώτριας, η τελευταία έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, αζημίως για την εκμισθώτρια και χωρίς η μισθώτρια να δικαιούται σε επιστροφή των δεδουλευμένων μισθωμάτων ή οποιωνδήποτε τυχόν καταβληθέντων έως τότε ποσών, πλην των κατατεθειμένων εγγυητικών επιστολών κατά το ποσό που δεν έχουν εκπέσει και τυχόν προκαταβληθέντων και μη εισέτι δεδουλευμένων μισθωμάτων, καθώς και ότι δεν θεωρείται ουσιώδης περιορισμός των δραστηριοτήτων της μισθώτριας, κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, η αδυναμία αυτής να εκδώσει, αναθεωρήσει, επεκτείνει ή διατηρήσει σε ισχύ άδειες για τυχόν δραστηριότητές της στο ανοικτό θέατρο ή σε άλλες προσωρινές ή μόνιμες κατασκευές στον εξωτερικό χώρο του μισθίου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της σύμβασης ορίστηκε ότι η μισθώτρια θα παραδώσει στην εκμισθώτρια, μέχρι τη παράδοση του μισθίου από την τελευταία σ' αυτήν, εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της σύμβασης, ποσού ίσου με δύο ετήσια μισθώματα του πρώτου μισθωτικού έτους, ήτοι ποσού 1.220.000 ευρώ, η οποία θα έχει διετή διάρκεια και θα αναπροσαρμόζεται ετησίως σύμφωνα με την ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, ότι σε περίπτωση μη καταβολής από τη μισθώτρια εμπροθέσμως και προσηκόντως των μισθωμάτων, τόκων, εξόδων, δαπανών, φόρων ή οποιασδήποτε άλλης οφειλής της που απορρέει από τη σύμβαση μίσθωσης, η εκμισθώτρια έχει δικαίωμα, με απλή έγγραφη δήλωσή της προς την εγγυήτρια Τράπεζα και αφού προηγουμένως τάξει εύλογη και πάντως όχι μεγαλύτερη των δεκαπέντε (15) ημερών προθεσμία στη μισθώτρια προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, να ζητήσει την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής κατά το ποσό που οφείλεται, οπότε η μισθώτρια υποχρεούται σε αντικατάσταση αυτής εντός δέκα (10) ημερών από την κατάπτωσή της, η δε παράβαση της υποχρέωσης αντικατάστασης της εγγυητικής επιστολής αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης.
Με το άρθρο 19 της σύμβασης ορίστηκε ότι πριν από την πάροδο του συμβατικού χρόνου η εκμισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει μονομερώς και αζημίως τη σύμβαση, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης ή μη προσήκουσας καταβολής έστω και μέρους του μισθώματος, καθώς και σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε από τους όρους της σύμβασης, οι οποίοι συμφωνούνται όλοι ως ουσιώδεις, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έγγραφης όχλησης της μισθώτριας προς επίλυση του ανακύψαντος λόγου καταγγελίας εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την όχληση, οπότε, αν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, η εκμισθώτρια έχει δικαίωμα να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης, τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται ένα (1) μήνα μετά την επίδοση της καταγγελίας, η οποία έχει ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ως ποινικής ρήτρας και τη κήρυξη ληξιπρόθεσμων και απαιτητών των μισθωμάτων των επομένων δύο ετών.
Τέλος, με το άρθρο 22 της σύμβασης ορίστηκε ότι τα φυσικά πρόσωπα που απαρτίζουν τη μισθώτρια ένωση προσώπων, υποχρεούνται, εντός δύο (2) μηνών από τη σχετική έγγραφη πρόσκληση της εκμισθώτριας, να συστήσουν κεφαλαιουχική εταιρεία, η οποία θα υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώτριας από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης ως οιονεί καθολική διάδοχος αυτής, υποχρεούμενη να προσκομίσει εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της σύμβασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 αυτής, οπότε θα επιστραφεί η αρχική εγγυητική επιστολή που είχαν προσκομίσει τα μέλη της μισθώτριας, τα οποία θα εξακολουθήσουν για πέντε (5) έτη από την υπογραφή της σύμβασης να ευθύνονται προσωπικά και εις ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση και την εν γένει καλή εκτέλεση αυτής.
Ακολούθως, στις 9-6-2006 η εκμισθώτρια εταιρεία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" παρέδωσε στη μισθώτρια ένωση προσώπων το μίσθιο ακίνητο, συντάχθηκε δε προς τούτο το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής. Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 3814/20-7-2006 πράξης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π., όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. ...
πράξη της ιδίας Συμβολαιογράφου, συστάθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 22 της σύμβασης ανώνυμη εταιρεία, ήδη εναγομένη - εκκαλούσα, (ήδη αναιρεσείουσα) το καταστατικό της οποίας εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 26566/2-8- 2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Η ως άνω συσταθείσα εταιρεία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώτριας ένωσης προσώπων από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης.
Περαιτέρω, με το άρθρο 47 του Ν. 3943/2011 (ΦΕΚ Α' 66/31-3-2011) η αρχική εκμισθώτρια εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε συσταθεί με το Ν. 3016/2002 (άρθρα 16 επ. αυτού) όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν. 3878/2010, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία μετονομάσθηκε σε "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως ορίζεται δε με το ως άνω άρθρο 47, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού η απορροφώσα εταιρεία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (... Α.Ε.) υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις της απορροφώμενης εταιρείας, η οποία παύει να υφίσταται, η μεταβίβαση δε της απορροφώμενης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφώσα εταιρεία. Τέλος, με την υπ' αριθ. ... Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β' 2779/2-12-2011) η εταιρεία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" απορρόφησε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (Κ.Ε.Δ. Α.Ε.) και μετονομάσθηκε σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήδη ενάγουσα - εφεσίβλητη.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 28-7-2006 εκδόθηκε από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριακών Κανονισμών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., στο όνομα της εκμισθώτριας εταιρείας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η υπ' αριθ. 1/2006 άδεια εκσκαφών-αντιστηρίξεων εντός του κτιρίου αντιπτέρισης (Badminton) στο Ολυμπιακό Κέντρο Γουδί, δυνάμει της οποίας η εναγομένη προέβη σε επένδυση ύψους 14.000.000 ευρώ περίπου για την ανακατασκευή, διαμόρφωση και εξοπλισμό της κλειστής αρένας της μίσθιας Ολυμπιακής εγκατάστασης, συνάπτοντας προς τούτο την από 12-9-2006 σύμβαση έργου με την εταιρεία "...
Α.Ε.". Το έργο ολοκληρώθηκε στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2007 και στις 12-11-2007 έλαβε χώρα προσωρινή παραλαβή αυτού από την εναγομένη δυνάμει του από 12-11-2006 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου "Κατασκευή Πολυχώρου Πολιτισμού - "Θέατρο Badminton" εντός του Αθλητικού Κέντρου του Badminton στο Γουδί". Μετά την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής αδείας, η εναγομένη υπέβαλε, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 3342/2005, στη Γενική Γραμματεία Ολυμπιακής Αξιοποίησης του Υπουργείου Πολιτισμού την από 25-1-2006 αίτηση χορήγησης αδείας λειτουργίας της μίσθιας Ολυμπιακής εγκατάστασης για τις λειτουργίες και χρήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 του ίδιου νόμου και στο Προσάρτημα Γ' της ένδικης σύμβασης μίσθωσης.
Ειδικότερα, το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3342/2005 ορίζει ότι η άδεια λειτουργίας Ολυμπιακής εγκατάστασης εκδίδεται υπέρ του χρήστη κάθε Ολυμπιακού συγκροτήματος ή τμήματος αυτού, μετά από αίτησή του προς τη Γνωμοδοτική Επιτροπή, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 3, με κοινή απόφαση των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Πολιτισμού.
Επακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Γενικού Γραμματέα Ολυμπιακής Αξιοποίησης και της εναγομένης, για τη συμπλήρωση του φακέλου που είχε υποβληθεί από την τελευταία και τελικώς εκδόθηκε η υπ' αριθ. 838/14-7-2010 (ΦΕΚ Β' 1122/23-7-2010) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής-Πολιτισμού και Τουρισμού, με την οποία, βάσει των υποβληθέντων από την εναγομένη δικαιολογητικών, χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας του κτιρίου της εγκατάστασης του Badminton στο Ολυμπιακό Κέντρο Γουδί, μόνο για τις χρήσεις των περιπτώσεων α' (θέατρο 1981 θέσεων) και β' (χώροι εστίασης κοινού) της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν. 3342/2005, όχι όμως και για τις χρήσεις της περίπτωσης γ' της ανωτέρω παραγράφου, ήτοι για υπαίθριους χώρους συνάθροισης κοινού.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 6 στοιχ. δ' του από 14-6-2011 Π.Δ. (ΦΕΚ Δ' 187/16-06-2011) "Καθορισμός μέτρων προστασίας της περιοχής του όρους Υμηττού και των Μητροπολιτικών Πάρκων Γουδί - Ιλισίων" ορίστηκαν τα εξής: "Το κτίριο του Ολυμπιακού Κέντρου Μπάντμιντον, στο πυρήνα του Μητροπολιτικού Πάρκου Γουδί, κατεδαφίζεται μετά τη λήξη της τρέχουσας σύμβασης με τον ανάδοχο.
Στο μέχρι την κατεδάφισή του χρονικό διάστημα επιτρέπεται πλέον των χρήσεων που προβλέπονται στη προηγούμενη παρ. (γ), η χρήση του ως "χώρος συνάθροισης κοινού", υπό τον όρο ότι το καθεστώς λειτουργίας του και οδικής εξυπηρέτησης ακολουθούν τις αρχές και κατευθύνσεις σχεδιασμού του παρόντος και ότι τόσο το κτίριο όσο και ο περιβάλλων χώρος του εντάσσονται στο Πάρκο και συνάδουν με το πλαίσιο διαχείρισης και τον κανονισμό λειτουργίας του Πάρκου." Σύμφωνα δε με την παρ.
γ', στην οποία παραπέμπει η ως άνω διάταξη, επιτρέπονται οι χρήσεις αθλητισμού, πολιτισμού και μικρών αναψυκτηρίων-κυλικείων σε περιορισμένο αριθμό και εμβαδόν που θα προσδιοριστεί με το Σχέδιο Γενικής Διάταξης (ΣΓΔ). Κατά του ως άνω Π.Δ/τος η εναγομένη άσκησε την από 25-10-2011 αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την υπ' αριθ. 2244/2018 απόφασή του ακύρωσε το εν λόγω Π.Δ.
κατά το μέρος που αφορούσε την αιτούσα. Εξάλλου, κατόπιν της από 24-1-2007 κοινής αίτησης του σωματείου με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΝΩ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΩΝ", της ένωσης προσώπων με τίτλο "Επιτροπή Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδί" και άλλων ενδιαφερομένων φυσικών προσώπων, εκδόθηκε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας η υπ' αριθ. 1970/2012 απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 3342/2007 αντίκεινται στο άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρες και για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν τόσο η εκδοθείσα από τη Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριακών Κανονισμών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
υπ' αριθ. ... άδεια οικοδομής, όσο και η εκδοθείσα από την ίδια Προϊσταμένη υπ' αριθ. 2/18-1-2007 πράξη περί αναθεώρησης της εν λόγω αδείας. Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης, η επίμαχη έκταση (επί της οποίας έχει ανεγερθεί το κτίριο για το οποίο εκδόθηκε η ακυρωθείσα άδεια οικοδομής) βρίσκεται εντός μιας ευρύτερης έκτασης προοριζόμενης για τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου, κατά τη θέσπιση δε των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν. 3342/2005 δεν εκτιμήθηκε αν η διατήρηση του κτιρίου, ενόψει του όγκου και του εμβαδού του και των εκδηλώσεων που, ενόψει των διαστάσεών του, θα μπορεί να στεγάζει, συνάδει με τη δημιουργία στην περιοχή πάρκου με υπερτοπική σημασία - στο σχεδιασμό του οποίου προβλεπόταν μάλιστα ότι η έκταση, επί της οποίας έχει κατασκευαστεί το κτίριο, ανήκε στο πυρήνα του, στον οποίο δεν επιτρεπόταν κατ' αρχήν η δόμηση - ούτε προκύπτει ότι έχουν εκτιμηθεί οι επιπτώσεις που η διατήρησή του θα έχει στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, αλλά ενδεχομένως και γενικότερα του Λεκανοπεδίου της Αττικής.
Όπως αναφέρεται δε περαιτέρω στο σκεπτικό αυτής, το γεγονός ότι η μίσθωση του επίμαχου κτιρίου με τον περιβάλλοντα αυτό χώρο από την εταιρεία "..." (ήδη εναγομένη - εκκαλούσα) ήδη αναιρεσείουσα προβλέπεται, σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση, να διαρκέσει για μια εικοσαετία, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ως προς το ζήτημα της συμφωνίας των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν. 3342/2005 προς το Σύνταγμα, διότι οι θεσπιζόμενες με τις συγκεκριμένες διατάξεις ρυθμίσεις δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα ούτε, άλλωστε, ασκεί επιρροή το γεγονός ότι εν τοις πράγμασι το επίμαχο κτίριο χρησιμοποιείται ως θέατρο μόνο λίγες ημέρες κάθε μήνα σε συγκεκριμένες ώρες, ως επί το πλείστον βραδινές.
Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι το μίσθιο ακίνητο είχε, κατά τον χρόνο παράδοσης αυτού στη μισθώτρια, πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στην αδυναμία έκδοσης αδείας λειτουργίας των υπαίθριων χώρων του για τις χρήσεις που αναφέρονται στη συνημμένη στη σύμβαση μίσθωσης, ως Προσάρτημα Γ', δεσμευτική τεχνική προσφορά της τελευταίας, ήτοι α) υπαίθριος χώρος για παραστάσεις και λοιπές εκδηλώσεις ανοικτού θεάτρου και β) υπαίθριος χώρος εκδηλώσεων.
Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκαν και άλλα πραγματικά ελαττώματα, συνιστάμενα αφενός στην έκδοση του από 14-6-2011 Π.Δ/τος που εμπόδιζε μερικά τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, όσον αφορά τη λειτουργία εσωτερικού χώρου οργανωμένης εστίασης και αφετέρου στην έκδοση της υπ' αριθ. 1970/2012 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκαν τόσο η εκδοθείσα από την Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Οικοδομικών και Κτιριακών Κανονισμών του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
υπ' αριθ. ... άδεια οικοδομής, καθώς και η εκδοθείσα από την ίδια Προϊσταμένη υπ' αριθ. 2/18-1-2007 πράξη περί αναθεώρησης της εν λόγω αδείας, βάσει των οποίων είχε ανεγερθεί από την εναγομένη το επίμαχο κτίριο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι με το άρθρο 5 της σύμβασης μίσθωσης ορίστηκε ότι η μισθώτρια (ήδη αναιρεσείουσα) οφείλει να προβαίνει η ίδια, με αποκλειστικά δική της επιμέλεια, ευθύνη και έξοδα, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση, αναθεώρηση και διατήρηση σε ισχύ όλων των αδειών που απαιτούνται για τις συμφωνηθείσες χρήσεις του μισθίου και ότι η εκμισθώτρια ουδεμία υποχρέωση ή ευθύνη αναλαμβάνει σχετικά με το θέμα αυτό, καθώς και ότι η αδυναμία έκδοσης, αναθεώρησης, επέκτασης ή διατήρησης σε ισχύ από τη μισθώτρια των απαιτούμενων αδειών και εγκρίσεων για τις συμφωνηθείσες χρήσεις δεν συνιστά πραγματικό ή νομικό ελάττωμα του μισθίου ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή αδυναμία ή πλημμελή εκτέλεση παροχής εκ μέρους της εκμισθώτριας ούτε συνιστά λόγο μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τη μισθώτρια.
Και τούτο, διότι οι διατάξεις των άρθρων 576 επ. ΑΚ περί ελλείψεων ή πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου είναι ενδοτικού δικαίου, όπως προελέχθη, και ως εκ τούτου είναι δυνατή η κατά παρέκκλιση από τις εν λόγω διατάξεις σύναψη συμφωνίας, όσον αφορά όμως τις έννομες συνέπειες που συνεπάγεται η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων ή η έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του μισθίου και όχι το νομικό χαρακτηρισμό συγκεκριμένων γεγονότων, που εμποδίζουν ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου, ως ελλείψεων ή πραγματικών ελαττωμάτων αυτού.
Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι, παρά την ύπαρξη των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων, η εναγομένη από τις αρχές του έτους 2007 έως και τον Ιούνιο του έτους 2016 χρησιμοποιούσε, με την ανοχή των αρμοδίων Αρχών, το κτίριο της μίσθιας Ολυμπιακής εγκατάστασης για τους λοιπούς, πλην του εσωτερικού χώρου οργανωμένης εστίασης, σκοπούς που αναφέρονται στη συνημμένη στη σύμβαση μίσθωσης, ως Προσάρτημα Γ', δεσμευτική τεχνική προσφορά αυτής, ήτοι α) εσωτερική αρένα για τη διεξαγωγή πολιτιστικών και λοιπών εκδηλώσεων, β) υπαίθριος χώρος έμπροσθεν της κυρίας εισόδου της αρένας για την υποδοχή των θεατών, την τοποθέτηση των box office (ταμεία) και τυχόν περιοδικές θεματοποιήσεις αναλόγως παράστασης, γ) εσωτερικός χώρος υποστήριξης των εκδηλώσεων, καθώς και χώροι γραφείων και δ) εσωτερικός χώρος πολλαπλών χρήσεων για τη διεξαγωγή εκδηλώσεων.
Αντιθέτως, ελλείψει σχετικής αδείας, δεν κατέστη δυνατή η εκ μέρους της μισθώτριας χρήση των υπαίθριων χώρων του μισθίου ακινήτου, η προσπάθεια δε αυτής για εγκατάσταση και λειτουργία πρότυπου χριστουγεννιάτικου θεματικού πάρκου στον εξωτερικό χώρο της μίσθιας Ολυμπιακής εγκατάστασης από την Κοινοπραξία "...
Ε.Π.Ε." με έδρα τα Τρίκαλα, είχε ως συνέπεια την επιβολή στη τελευταία προστίμου ύψους 21.000 ευρώ με την υπ' αριθ. πρωτ. 64616/23-9-2011 απόφαση του Περιφερειάρχη Αττικής, στην οποία αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα λειτουργούσε σε προστατευόμενη περιοχή (Β' Ζώνη Προστασίας Υμηττού Π.Δ. 31-8-1978 ΦΕΚ Δ' 544/20-10-1978), σε μη επιτρεπόμενη περιοχή και σε περιοχή ισχύος αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών και εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών (υπ' αριθ. 34854/6-8-2010 - ΦΕΚ ΑΑΠ 368/6-9-2010 απόφαση Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής).
Συνεπώς, εξαιτίας των ανωτέρω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου ακινήτου εμποδίστηκε μερικά η συμφωνημένη χρήση αυτού από τη μισθώτρια, ωστόσο το γεγονός αυτό δεν της παρέχει δικαίωμα μείωσης του μισθώματος, εφόσον, όπως προελέχθη, με το άρθρο 5 παρ. 2 της ένδικης σύμβασης ορίστηκε ότι η αδυναμία έκδοσης, αναθεώρησης, επέκταση ή διατήρησης σε ισχύ από τη μισθώτρια των απαιτούμενων αδειών και εγκρίσεων για τις συμφωνηθείσες χρήσεις δεν συνιστά πραγματικό ή νομικό ελάττωμα του μισθίου ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή αδυναμία ή πλημμελή εκτέλεση παροχής εκ μέρους της εκμισθώτριας (ήδη αναιρεσίβλητης) ούτε συνιστά λόγο μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τη μισθώτρια, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 7 παρ. 3 αυτής, η οποία παρ. 3 του άρθρου 7 αναφέρεται, όπως προελέχθη, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μισθώτρια έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης.
Παρά την ύπαρξη της ανωτέρω συμφωνίας (άρθρο 5 παρ. 2), η εναγομένη έπαυσε από τον Ιούνιο του έτους 2009 να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα, ενώ με την από 10-3-2011 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην αρχική εκμισθώτρια εταιρεία "... Α.Ε." στις 16-3- 2011 (βλ. υπ' αριθ. 6998Δ' /16-3-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ.
Λ.), καλούσε αυτήν να αποδεχθεί μείωση του συμφωνηθέντος μισθώματος από την έναρξη της μίσθωσης στο ποσό των 270.000 ευρώ ετησίως, το οποίο να παραμείνει σταθερό τουλάχιστον για την επόμενη διετία, επικαλούμενη προς τούτο την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, ενώ συγχρόνως της γνωστοποιούσε ότι συμψηφίζει με τα μελλοντικά μισθώματα αυτού το ποσό των 1.102.004,84 ευρώ, το οποίο, όπως ισχυριζόταν, είχε καταβάλει αχρεωστήτως ως μίσθωμα.
Η αρχική εκμισθώτρια και οι διαδεχθείσες αυτήν ανώνυμες εταιρείες δεν αποδέχθηκαν την προταθείσα από την εναγομένη μείωση του συμφωνημένου μισθώματος, ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, η τελευταία εξακολούθησε να αρνείται την καταβολή του, με συνέπεια να περιέλθει σε υπερημερία. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι κατά την υπογραφή της σύμβασης μίσθωσης η εναγομένη παρέδωσε στην εκμισθώτρια εταιρεία την από 10-7-2007 και με αριθμό ...
εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 1.279.780 ευρώ, η οποία ακολούθως αντικαταστάθηκε με την από 11-9-2009 και με αριθμό ... εγγυητική επιστολή της ίδιας Τράπεζας, ποσού 1.409.498,50 ευρώ και ισχύος μέχρι 10-3-2010, η οποία κατά τη λήξη της αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. ... επιταγή της ανωτέρω Τράπεζας, ποσού 1.474.335,43 ευρώ, μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 15-6-2010, ακολούθως δε, στις 15-6-2010 η επιταγή αυτή αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. ...
ισόποση επιταγή της ίδιας Τράπεζας, μεταχρονολογημένη με ημερομηνία έκδοσης 15-12-2010, η οποία εμφανίσθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, αλλά δεν πληρώθηκε, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκδότριας - εναγομένης. Έκτοτε η τελευταία δεν παρέδωσε στην ενάγουσα εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της σύμβασης, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής, η παράβαση δε της εν λόγω συμβατικής υποχρέωσής της αποτελεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εκμισθώτριας, σύμφωνα με τα άρθρα 6 παρ. 2 και 19 παρ. 2 περ.
γ' αυτής. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εκμισθώτριας εταιρείας "... Α.Ε." και της εναγομένης καταρτίστηκε σιωπηρώς συμφωνία τροποποίησης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ώστε η μη αντικατάσταση της εγγυητικής επιστολής να μην αποτελεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η ως άνω εκμισθώτρια με την από 26-7-2010 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 28-7-2010 (βλ.
υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ.), καλούσε την τελευταία να προσκομίσει την κατ' άρθρο 6 της σύμβασης εγγυητική επιστολή σε αντικατάσταση της υπ' αριθ. ... επιταγής της Εμπορικής Τράπεζας. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-10-2006 έως 29-12-2010, η εναγομένη αρνούνταν να καταβάλει την αναλογία της επί των δαπανών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, επειδή αμφισβητούσε τα ποσά που της αναλογούν, δεδομένου ότι υπήρχε ένας μετρητής της ΔΕΗ για ολόκληρο το Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδί, εντός του οποίου βρίσκεται το μίσθιο ακίνητο, εξακολούθησε δε να αρνείται τη καταβολή οποιουδήποτε ποσού ακόμη και μετά την 27-9-2010, οπότε, κατόπιν ενεργειών της εκμισθώτριας εταιρείας "...
Α.Ε.", τοποθετήθηκε ενδιάμεσος μετρητής της ΔΕΗ, από τον οποίο προέκυπτε η αναλογία της εναγομένης επί της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι κατόπιν ενεργειών της εναγομένης τοποθετήθηκε από τη ΔΕΗ, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2013, ανεξάρτητος μετρητής κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος για το μίσθιο ακίνητο.
Η μέριμνα για την τοποθέτηση ανεξάρτητου μετρητή αποτελούσε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της σύμβασης, είχε την υποχρέωση να μεταφέρει ή και να λάβει στο όνομά της ανεξάρτητες συνδέσεις και παροχές από οργανισμούς κοινής ωφελείας, αναφορικά με τη μίσθια εγκατάσταση, και να παρέχει όλες τις αναγκαίες προς αυτούς εγγυήσεις έως τη λήξη ή τη λύση της σύμβασης.
Ωστόσο, αυτή καθυστέρησε αδικαιολόγητα να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την τοποθέτηση ανεξάρτητου μετρητή, ώστε να γνωρίζει επακριβώς τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος με την οποία βαρύνεται το μίσθιο και συνακόλουθα να είναι συνεπής προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της, ενώ ο ισχυρισμός της ότι είχε εγκαίρως μεριμνήσει γι' αυτό και η καθυστέρηση οφείλεται σε γραφειοκρατικές και άλλες καθυστερήσεις των αρμοδίων Υπηρεσιών, τον οποίο (ισχυρισμό) είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρει με τον τρίτο λόγο έφεσης, δεν αποδείχθηκε.
Κατά συνέπεια, η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία ως προς την καταβολή των δαπανών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος με τις οποίες βαρύνεται το μίσθιο, το γεγονός δε αυτό συνιστά παράβαση της απορρέουσας από το άρθρο 4 παρ. 1 της σύμβασης υποχρέωσής της και παρέχει στην εκμισθώτρια δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 περ.
γ' αυτής. Κατόπιν αυτών η ενάγουσα, με την από 24-9-2013 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 1-10-2013 (βλ. υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Μ.), καλούσε την τελευταία εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση α) να καταβάλει για καθυστερούμενα μισθώματα το ποσό των 3.457.039,51 ευρώ και για δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος το ποσό των 796.980,12 ευρώ και β) να προσκομίσει εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της σύμβασης διετούς διάρκειας, γνωστοποιώντας της συγχρόνως ότι, σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας, θα προβεί άμεσα σε καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης.
Επειδή η ως άνω ταχθείσα προθεσμία παρήλθε άπρακτη, η ενάγουσα με την από 17-10-2013 εξώδικη δήλωσή της} που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 21-10-2013 (βλ. υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή), κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 περ.γ' και 4 αυτής και στη συνέχεια άσκησε την ένδικη αγωγή της, ζητώντας την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων και της οφειλόμενης δαπάνης κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς και την απόδοση του μισθίου.
Με αυτές τις παραδοχές, μολονότι το μίσθιο ακίνητο είχε πραγματικά ελαττώματα που εμπόδιζαν μερικά τη συμφωνημένη χρήση του, η εναγομένη δεν είχε δικαίωμα μείωσης του μισθώματος, εξαιτίας της περιεχόμενης στο άρθρο 5 παρ. 2 της ένδικης σύμβασης συμφωνίας (361 ΑΚ) περί μη εφαρμογής της ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 576 ΑΚ.....
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εναγομένη προέβαλε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά (άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), τις ενστάσεις μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης, κατόπιν εξώδικου συμψηφισμού, των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων, ενώ η ενάγουσα προέβαλε, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της, την αντένσταση ύπαρξης συμφωνίας περί αποκλεισμού της ευθύνης της για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, χωρίς η εναγομένη μισθώτρια να προβάλει επαντένσταση, ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι η εκμισθώτρια αποσιώπησε με δόλο ή από βαριά της αμέλεια τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία, συνακόλουθα δε, η ένδικη καταγγελία είναι νόμιμη και είχε ως συνέπεια τη λύση της σύμβασης μίσθωσης στις 21-11-2013 (άρθρο 597 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ) και συνακόλουθα την υποχρέωση της εναγομένης να αποδώσει στην ενάγουσα το μίσθιο ακίνητο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως, δεχόμενο την αγωγή ως προς το αίτημα απόδοσης του μισθίου και υποχρεώνοντας την εναγομένη να αποδώσει τούτο στην ενάγουσα, δεν έσφαλε........και ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένες εν μέρει αιτιολογίες αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίες όμως αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο έφεσης και με το πρώτο σκέλος του δευτέρου πρόσθετου λόγου, με τους οποίους αυτή παραπονείται, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμες τις ενστάσεις της περί μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης, κατόπιν εξώδικου συμψηφισμού, των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων, τις οποίες (ενστάσεις) παραδεκτά επαναφέρει με τους ανωτέρω (κύριο και πρόσθετο) λόγους έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμα.
Ομοίως απορριπτέοι τυγχάνουν ο τρίτος λόγος έφεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις, ότι συνέτρεχαν και οι λοιποί λόγοι που επικαλέστηκε η ενάγουσα με την ένδικη καταγγελία της, ήτοι υποχρέωση της εναγομένης προς αντικατάσταση εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης της σύμβασης, η οποία (εγγυητική επιστολή) είχε λήξει, καθώς και ληξιπρόθεσμη οφειλή της, η οποία αφορούσε δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος του μισθίου ακινήτου.
Με το δεύτερο λόγο έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό της, ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά της, καθόσον ευλόγως πίστευε ότι έχει δικαίωμα μείωσης του μισθώματος στο ποσό των 270.000 ευρώ ετησίως εξαιτίας των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου.
Τον ως άνω ισχυρισμό είχε προβάλει η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά (άρθρο 591 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), επαναφέρει δε παραδεκτά με τον ανωτέρω λόγο έφεσης.
Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, εφόσον, όπως προελέχθη, με την ένδικη σύμβαση μίσθωσης είχε συμφωνηθεί ότι η μεν εκμισθώτρια δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, η δε μισθώτρια δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει μείωση του μισθώματος επικαλούμενη την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως αβάσιμο κατ' ουσία, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες όμως αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με το δεύτερο λόγο έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Εφετείο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, που είχαν ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, κατά της πρωτόδικης με αριθ. 1889/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ` ουσία βάσιμη η από 16-12-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με τους πρώτο, δεύτερο και όγδοο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, τη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι: α) υπάρχει αντιφατικότητα αιτιολογιών, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν προβλήθηκε από αυτήν (αναιρεσείουσα) ισχυρισμός περί δόλιας αποσιώπησης των πραγματικών ελαττωμάτων, στα πλαίσια ένστασης κατά το άρθρο 576 του ΑΚ, αν και ταυτόχρονα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε τη γνώση της αναιρεσίβλητης σχετικά με τα πραγματικά ελαττώματα στα πλαίσια ένστασης κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, β) η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα η επανένσταση της δόλιας ή από βαριά αμέλεια αποσιώπησης των πραγματικών ελαττωμάτων, ενώ προέβη στον συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, γ) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το λόγο απόρριψης των ενστάσεων περί πραγματικών ελαττωμάτων που προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα και δ) η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για μη καταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας των χρεώσεων για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος του μίσθιου ακινήτου δεν έχει έρεισμα στην ελάσσονα πρόταση αυτής, ενώ βρίσκεται σε δυσαρμονία με το ιστορικό της.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, είναι προεχόντως απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο, διότι, αν και το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης και δέχθηκε ότι αν και το μίσθιο ακίνητο το οποίο είχε εκμισθωθεί στην αναιρεσείουσα είχε πραγματικά ελαττώματα που εμπόδιζαν μερικά τη συμφωνημένη χρήση του, η τελευταία δεν είχε δικαίωμα μείωσης του μισθώματος, εξαιτίας της περιεχόμενης στο άρθρο 5 παρ. 2 της ένδικης σύμβασης συμφωνίας (361 του ΑΚ), περί μη εφαρμογής της ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 576 του ΑΚ, δεν εκθέτει τις κρίσιμες, σχετικά με το ζήτημα αυτό, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του και υπό τα οποία προκύπτει η παραβίαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της απόφασης για την επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια, παρά διαλαμβάνει στο αναιρετήριο μόνο το καταληκτικό συμπέρασμα του Εφετείου περί απόρριψης ως αβάσιμων κατ' ουσία των ισχυρισμών της εναγόμενης-αναιρεσείουσας περί μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων, που φέρεται ως προϊόν του αποδιδόμενου υπαγωγικού σφάλματος και όχι τις παραδοχές του Εφετείου για τη στήριξη αυτής της κρίσης του, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, ουδόλως είναι αντιφατικές οι παρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου και οι ως άνω επικαλούμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον διέλαβε στη πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, σχετικά με τις επικαλούμενες αιτιάσεις όσον αφορά τον ερευνώμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, ότι εξαιτίας των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου ακινήτου εμποδίστηκε μερικά η συμφωνημένη χρήση αυτού από τη μισθώτρια-εναγόμενη-αναιρεσείουσα, ωστόσο το γεγονός αυτό δεν της παρέχει δικαίωμα μείωσης του μισθώματος, διότι, με όρο της σύμβασης μίσθωσης ορίστηκε ότι η αδυναμία έκδοσης, αναθεώρησης, επέκταση ή διατήρησης σε ισχύ από τη μισθώτρια των απαιτούμενων αδειών και εγκρίσεων για τις συμφωνηθείσες χρήσεις δεν συνιστά πραγματικό ή νομικό ελάττωμα του μισθίου ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας ή αδυναμία ή πλημμελή εκτέλεση παροχής εκ μέρους της εκμισθώτριας-ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, ούτε συνιστά λόγο μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή λόγο καταγγελίας της σύμβασης από τη μισθώτρια, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 7 παρ. 3 αυτής, (σύμβασης μίσθωσης) η οποία παρ. 3 του άρθρου 7 αναφέρεται, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μισθώτρια έχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, καθώς και ότι η εναγόμενη-αναιρεσείουσα, νομότυπα με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πρόβαλε τις ενστάσεις μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης, κατόπιν εξώδικου συμψηφισμού, των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων, ενώ η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, πρόβαλε με τη προσθήκη στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αντένσταση ύπαρξης συμφωνίας περί αποκλεισμού της ευθύνης της για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, χωρίς η εναγόμενη μισθώτρια να προβάλει επαντένσταση, ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι η εκμισθώτρια αποσιώπησε με δόλο ή από βαριά της αμέλεια τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, εξειδικεύοντας ειδικότερα την αόριστη νομική έννοια του δόλου, στην οποία στηρίζονταν η επαντένσταση της μισθώτριας, ότι ο όρος της επίδικης σύμβασης, με τον οποίο έχει αποκλειστεί η ευθύνη της εκμισθώτριας για τυχόν ελλείψεις ή πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, είναι άκυρος, καθόσον η εκμισθώτρια επέδειξε δόλο κατά τη σύναψη της σύμβασης αποσιωπώντας το πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 325/2013), σχετικά δε με τις δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος του μισθίου ακινήτου, ότι η αναιρεσείουσα αρνούνταν την καταβολή της αναλογίας της επί των δαπανών αυτών, καθόσον τις αμφισβητούσε.
Επομένως, το Εφετείο διέλαβε επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες με βάση τις οποίες διατύπωσε το ανωτέρω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα. Σε κάθε δε περίπτωση, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, με αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, εκφέροντας τη δική της εκδοχή, ως προς αξιολόγηση του πορίσματός του, με βάση τη διαφορετική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τη διαφορετική αξιολόγηση αυτού και τα επιχειρήματα που αντλεί από αυτό, αιτιάσεις, όμως, που δεν ιδρύουν τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 576/2018), καθώς και αν λήφθηκαν υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής ή αίτησης (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1530/2008).
Δεν ιδρύεται, δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1106/2019), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, περί ακυρότητας της απαλλακτικής ρήτρας κατ' εφαρμογή του άρθρου 332 παρ. 1 του ΑΚ (ευθύνη από δόλο και βαριά αμέλεια) και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 332 παρ. 2 εδ.
β' του ΑΚ (ευθύνη από ελαφρά αμέλεια), επειδή, όπως ισχυρίζεται, "η ευθύνη της αναιρεσίβλητης προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία παραχωρήθηκε άδεια της αρχής", που είχε προταθεί με την έφεσή της. Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως, προκύπτει ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί ακυρότητας της απαλλακτικής ρήτρας κατ' εφαρμογή του άρθρου 332 παρ. 1 του ΑΚ (ευθύνη από δόλο και βαριά αμέλεια) και τον απέρριψε ρητώς αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντίθετων εκείνων που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό όπως αναφέρθηκε στον αμέσως παραπάνω αναιρετικό λόγο.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι ''.. η εναγόμενη, νομότυπα με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πρόβαλε τις ενστάσεις μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης, κατόπιν εξώδικου συμψηφισμού, των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων, ενώ η ενάγουσα πρόβαλε με τη προσθήκη στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την αντένσταση ύπαρξης συμφωνίας περί αποκλεισμού της ευθύνης της για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, χωρίς η εναγόμενη μισθώτρια να προβάλει επαντένσταση, ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι η εκμισθώτρια αποσιώπησε με δόλο ή από βαριά της αμέλεια τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου.
Κατά συνέπεια σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης των αιτούμενων με την αγωγή μισθωμάτων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία...''. Η δε αιτίαση, περί μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού της, περί ακυρότητας της απαλλακτικής ρήτρας επειδή "η ευθύνη της αναιρεσίβλητης προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία παραχωρήθηκε άδεια της αρχής", αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-11-2015 έφεσης προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε "ότι η εφεσίβλητη καθώς και η δικαιοπάροχός της ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ" είναι δημόσιες ανώνυμες εταιρίες και τόσο κατά τεκμήριο όσο και σύμφωνα με τους ιδρυτικούς αυτών νόμους, ασκούν επιχείρηση κατά παραχώρηση της Αρχής, της παραχώρησης συνιστάμενης στο δικαίωμα εκμετάλλευσης ακινήτων του Δημοσίου", χωρίς όμως να εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να επηρεάζουν την ένδικη σύμβαση μίσθωσης.
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 659/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος τους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 8), περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 576, 577, 578, 342, 332 του ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωσή του δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αφού παραθέτει στους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους τις διατάξεις των άρθρων 576, 577, 578, 342, 332 του ΑΚ, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν (η διάταξη του άρθρου 342 του ΑΚ ουδόλως εφαρμόστηκε), περιορίζεται στο να παραθέσει τους λόγους για τους οποίους, κατ`αυτήν, εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της, περί μη προβολής της επαντένστασης ακυρότητας απαλλακτικής ρήτρας.
Η παράθεση δε πραγματικών ισχυρισμών περιορίζεται στο να διαλάβει στους ως άνω αναιρετικούς λόγους μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκαν ως κατ` ουσία αβάσιμοι οι ως άνω ισχυρισμοί αυτής, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 22/2020). Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους στο σύνολό τους πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1442/2021).
Κατά τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ, βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί απόδειξης απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο που φέρει το κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κτλ.
και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος. Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)απόδειξης του αντίθετου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 34/2023, ΑΠ 935/2021, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 319/2009).
Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου και πέμπτου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου για το (αντικειμενικό) βάρος απόδειξης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η ενάγουσα εκμισθώτρια επικαλέστηκε, προς αντίκρουση των ενστάσεων της εναγόμενης μισθώτριας, περί μείωσης του μισθώματος και εξόφλησης, λόγω ύπαρξης πραγματικών ελαττωμάτων στο ένδικο μίσθιο, κατ' αντένσταση, την ύπαρξη συμφωνίας, περί αποκλεισμού της ευθύνης της για πραγματικά ελαττώματα ή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, χωρίς η εναγόμενη μισθώτρια να προβάλλει επαντένσταση ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία αυτή είναι άκυρη, διότι η εκμισθώτρια αποσιώπησε, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης με δόλο ή από βαριά αμέλεια τα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου.
Επομένως, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση απαίτησε την προβολή και απόδειξη από η μισθώτρια-εναγόμενη (η οποία έφερε το βάρος απόδειξης) του ισχυρισμού, περί ακυρότητας της απαλλακτικής ρήτρας [άρθρ. 332 παρ. 1 του ΑΚ (ευθύνη από δόλο και βαριά αμέλεια)]. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων (συνθηκών και περιστάσεων) και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται από τα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Στη περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ.ΑΠ 16/2006, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1248/2018).
Έτσι, όμως, η ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής άσκησης ανύπαρκτου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, είναι μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα αρνείται το δικαίωμα της αντιδίκου της, η δε διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται (απλά ή αιτιολογημένα) να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί, ώστε να νοείται καταχρηστική άσκησή του (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 1593/2022, ΑΠ 721/2022, ΑΠ 999/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα-εναγόμενη, με τις κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πρότεινε τον ισχυρισμό, περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής από την ενάγουσα, τον οποίο επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγους (τέταρτο και πρώτο πρόσθετο) έφεσης.
Για τη θεμελίωση δε του ισχυρισμού της αυτού εκθέτει ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε καταχρηστικά την υπό κρίση αγωγή αιτούμενη την απόδοση του μισθίου ακινήτου και την καταβολή του ποσού των 4.254,019,70 ευρώ, για δήθεν, οφειλόμενα μισθώματα και δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, διότι: α) γνωρίζει την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, που εμποδίζουν μερικά τη συμφωνημένη χρήση του και έχουν προξενήσει σε αυτή (εναγόμενη) τεράστια οικονομική ζημία και ηθική βλάβη, β) η ίδια έχει δαπανήσει το ποσό των 14.000.000 ευρώ περίπου για τη διαμόρφωση και τον εξοπλισμό του μισθίου και γ) η απόδοση του μισθίου στην ενάγουσα θα έχει ως συνέπεια την απόλυση τόσο του μόνιμου όσο και του εποχικού προσωπικού της ασκούμενης σε αυτό επιχείρησης, αποτελούμενου από 50 και 100 άτομα.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό δεχόμενο τα εξής: ''... Με το ως άνω περιεχόμενο, η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, κατά το πρώτο σκέλος της επειδή τα γεγονότα που επικαλείται η εναγομένη, ακόμη και αν υποτεθούν αληθή, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος της, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, επειδή η εναγομένη αρνείται την ύπαρξη των δικαιωμάτων που ασκεί η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως μη νόμιμη, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, που όμως αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους ανωτέρω (κύριο και πρόσθετο) λόγους έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα....''.
Με τη κρίση του αυτή το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 του ΑΚ είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση, κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.
Τούτο δε διότι, η αναιρεσείουσα, επικαλείται περιστατικά που συνιστούν άρνηση του ασκούμενου δικαιώματος. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι`αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438-440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως, κατ` αρχήν, έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποία αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ αν λείπει έστω και ένα από τα ως άνω στοιχεία, όπως όταν δεν αναφέρεται ποιά αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στο έγγραφο, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 1542/2018, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 700/2009).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα με την αιτίαση ότι "δεχόμενη με τη κρίση της η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν μεσολάβησε συμφωνία τροποποίησης της μισθωτικής σύμβασης με την αντίδικο ως προς τις εγγυητικές επιστολές παρέλειψε να λάβει υπόψη δικαστική ομολογία της αντιδίκου".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στην εν λόγω διάταξη, καθόσον ο λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος να έχει, εν προκειμένω όμως δεν αποδόθηκε καμία αποδεικτική δύναμη σε ομολογία (δικαστική ή εξώδικη) διαδίκου σχετικά με τη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ''....η εναγόμενη δεν παρέδωσε στην ενάγουσα εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της σύμβασης, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 αυτής, η παράβαση δε της εν λόγω συμβατικής υποχρέωσής της αποτελεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της εκμισθώτριας, σύμφωνα με τα άρθρα 6 παρ. 2 και 19 παρ. 2 περ.
γ' αυτής. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εκμισθώτριας εταιρείας "... Α.Ε." και της εναγομένης καταρτίστηκε σιωπηρώς συμφωνία τροποποίησης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ώστε η μη αντικατάσταση της εγγυητικής επιστολής να μην αποτελεί λόγο καταγγελίας της σύμβασης'', ο δε σχετικός ισχυρισμός της εναγόμενης απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμος.
Περαιτέρω, δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο ο λόγος για τον οποίο, το βάσιμο ή μη του ως άνω ισχυρισμού της, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 168/2022, ΑΠ 460/2020), πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ` όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 8/2021, ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 1182/2021).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται μεταξύ άλλων: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενου, β) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο, περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από εκείνα που προβλέπονται στα άρθρα 339 ή 432 του ΚΠολΔ (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 816/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδει, με τον έβδομο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 26-7-2010 εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται, σε τι ακριβώς συνίσταται η παραμόρφωση και ποιο το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της επικαλούμενης πλημμέλειας είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν, δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του εν λόγω αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του, που δεν ιδρύει τον άνω αναιρετικό λόγο, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανέγνωσε και συνεκτίμησε το εν λόγω έγγραφο μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ` αυτό ή κυρίως σ` αυτό.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου για τη συναγωγή, από το Εφετείο, αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα, στη περίπτωση δε αυτή πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στη κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 1170/2022).
Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ` άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 206 του ν. 4389/2016, εφαρμόζεται υπέρ και κατά της αναιρεσίβλητης (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 1178/2021).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 16-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4602/610/ 2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 5059/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ως άνω αίτησης, παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ