Appeal partially allowed against one bank but dismissed against the other due to lack of direct interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the first bank, Alpha Bank, while dismissing it against the second bank, Piraeus Bank. The court found that the lower court erred in law regarding the first bank's liability for indirect damages, whereas the second bank's position was upheld. Consequently, the case against Alpha Bank was remitted for retrial, but the appeal against Piraeus Bank was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be filed against the winning party or their universal successors, not against the co-litigant of the appellant, unless mandatory co-litigation exists, in which case the appeal must be filed against all co-litigants, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1224 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1224/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φωτάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK», ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς ενάγουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,
2) Μ. Ν. του Ι., κατοίκου Αχαρνών Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πρατικάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποίηση: Η. Κ. του Α., κατοίκου Αχαρνών Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.08.2010 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1491/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3176/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/9/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 133/2017, ΑΠ 1552/2010 ).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 06.09.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 3176/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή η από 06.10.2014 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 1491/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση από αδικοπραξία, την από 25.08.2010 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος», στη θέση της οποίας υπεισήλθε αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη), μετά από συγχώνευση, λόγω απορρόφησης, και απευθυνόταν, κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το παραπάνω μέρος, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή κατά το ίδιο μέρος, την απέρριψε ως αβάσιμη κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και την έκανε δεκτή ως βάσιμη, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατά της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και την υποχρέωσε να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 143.048,83 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αντιθέτως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ομοδίκου της αναιρεσείουσας, δεύτερης αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτη, διότι ελλείπει το έννομο συμφέρον, εφόσον δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ της άνω ομοδίκου της, η οποία τη βλάπτει.
[II] Aπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία προϋποθέτει παράνομη συμπεριφορά, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα, δόλο ή αμέλεια, του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), και πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια (causa adaequata) μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας, που υπάρχει όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε.
Τέτοια αξίωση κατά του υπαιτίου έχει κατά κανόνα μόνο εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από την αδικοπραξία, ενώ ο τρίτος που ζημιώθηκε εμμέσως, έχει αξίωση μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο. Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ειδικότερα κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1787/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 1765/2011).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 εδ. α’ – δ’ Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία «τραπεζίτης» ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δυο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 38 του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή μόνον από κάποιον από τους πελάτες του ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών. Σε κάθε περίπτωση, όμως, που ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις, ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνον γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, που δεν μπορεί να υπερβεί το ύψος της επιταγής, εφόσον προκλήθηκε ζημία (ΑΠ 1344/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία: «|Δυνάμει του υπ’ αριθμ. 5679/7-7-2005 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αχαρνών Αικατερίνης Μήλιου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών (τ.
…, αρ. …) η πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη αγόρασε κατά κυριότητα δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες της κείμενης στις Αχαρνές Αττικής, στη διασταύρωση των οδών ... οικοδομής και συγκεκριμένα το ΑΙ διαμέρισμα και την Υ-5 αποθήκη, αντί τιμήματος 55.000 ευρώ. Προς εξόφληση του τιμήματος της πώλησης, αλλά και για την επισκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών η πρώτη εναγομένη έλαβε στεγαστικό δάνειο από την τρίτη εναγομένη «Τράπεζα Πειραιώς», ποσού 145.000 ευρώ, με συνοφειλέτη τον σύζυγο της Η.
Κ. (δεύτερο εναγόμενο) και καταρτίστηκε η σχετική από 29.06.2005 και με αριθμό ..., σύμβαση στεγαστικού δανείου, με τους εκεί αναγραφόμενους όρους. Προς εξασφάλιση της εκ του χορηγηθέντος δανείου απαιτήσεως της τρίτης εναγομένης και κατόπιν της 39062Σ/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γράφτηκε υπέρ αυτής, επί των ως άνω ακινήτων, Α' τάξεως προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 174.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, η οποία ενεγράφη νόμιμα στα βιβλία Υποθηκών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου (τ.
… αρ. …). Για την εξυπηρέτηση του δανείου οι ανωτέρω συνοφειλέτες τηρούσαν στην τρίτη εναγομένη κοινό λογαριασμό καταθέσεων, με αριθμό ... . Στη συνέχεια, οι ανωτέρω δανειολήπτες (1η και 2ος εναγόμενοι), εκτιμώντας ότι η «Εμπορική Τράπεζα» παρείχε ευνοϊκότερους όρους δανεισμού, ενήργησαν για τη «μεταφορά» του δανείου από την τρίτη εναγομένη στην «Εμπορική Τράπεζα» και ενημερώθηκε για τούτο και η τρίτη εναγομένη.
Πράγματι, στις 08.02.2007, συνήφθη μεταξύ της «Εμπορικής Τράπεζας» και της πρώτης εναγομένης, ως οφειλέτριας και με εγγυητή τον δεύτερο εναγόμενο σύζυγο της, η υπ’ αριθμ. ... σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας η ανωτέρω τράπεζα τους χορήγησε δάνειο ποσού 150.000 ευρώ, με σκοπό «την κάλυψη στεγαστικών αναγκών του οφειλέτη και συγκεκριμένα εξόφληση υποχρεώσεων από υφιστάμενο στεγαστικό δάνειο άλλης Τράπεζας», όπως τούτο ρητά αναγράφεται στην ως άνω δανειακή σύμβαση.
Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου και κατόπιν της υπ’ αριθμ. 27322Σ/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών γράφτηκε υπέρ της δανείστριας «Εμπορικής Τράπεζας» προσημείωση υποθήκης Β' Τάξεως, επί των ιδίων ως άνω ακινήτων, η οποία ενεγράφη νόμιμα στα οικεία βιβλία Υποθηκών (τ. …, αρ. …). Η ανωτέρω τράπεζα, προκειμένου να εκταμιεύσει το ακριβές ποσό που απαιτείτο για την εξόφληση της οφειλής των δύο πρώτων εναγομένων προς την τρίτη εναγομένη, ζήτησε από την πρώτη εναγομένη να της προσκομίσει βεβαίωση για το ύψος της προς την τρίτη εναγομένη οφειλής τους από την προεκτεθείσα δανειακή σύμβαση, οπότε η τρίτη εναγομένη («Τράπεζα Πειραιώς») με το από 03.04.2007 σχετικό έγγραφό της βεβαίωσε ότι «για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου με αριθμό δανειακού λογαριασμού ..., απαιτείται το ποσό των 143.048,83 ευρώ, που πρέπει να είναι διαθέσιμο στο λογαριασμό με αριθμό ...» (ο ως άνω κοινός λογαριασμός των εναγομένων).
Την ίδια ημέρα (03.04.2007) η «Εμπορική Τράπεζα» δυνάμει του από 03.04.2007 εντάλματος πληρωμής και σε εκπλήρωση της δικής της δανειακής σύμβασης, εκταμίευσε το συνολικό ποσό των 150.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 6.769,03 έλαβε η πιστούχος (πρώτη εναγομένη), ενώ για το υπόλοιπο ποσό και μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού των 150.000 ευρώ, εξέδωσε αυθημερόν την υπ’ αριθμ. ...
δίγραμμη επιταγή πληρωτέα επί της ιδίας (από την ίδια) στο συγκεκριμένο κατάστημά της στη ..., σε διαταγή «Τράπεζας Πειραιώς», ποσού 143.048,83 ευρώ, αναγράφοντας στο σώμα της επιταγής ... . Η επιταγή παραδόθηκε στα χέρια της πρώτης εναγομένης (βλ. σχετική επισημείωση επί του αντιγράφου της επιταγής με την υπογραφή της α' εναγομένης) και αυτή την παρέδωσε στα χέρια του συζύγου της Η.
Κ. (2ος εναγόμενος). Ο τελευταίος, προσκόμισε την επιταγή στο κατάστημα της τρίτης εναγομένης-εφεσίβλητης «Τράπεζας Πειραιώς» στη ..., και υπογράφοντας στο πίσω μέρος της επιταγής στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης (έτερη υπογραφή δεν υπάρχει στο πίσω μέρος της επιταγής) την παρέδωσε στους αρμόδιους υπαλλήλους της ανωτέρω τράπεζας και ζήτησε να πιστωθεί το ποσό της επιταγής στον προαναφερόμενο κοινό με την πρώτη εναγομένη υπ’ αριθμ. ...
λογαριασμό, που τηρούσαν στο εν λόγω κατάστημα. Πράγματι, στις 04.04.2007 το ποσό της επιταγής καταχωρίστηκε στο λογαριασμό αυτό (σχετ. προσκομιζόμενο αντίγραφο κατάθεσης επιταγών της τρίτης εφεσίβλητης «Τράπεζας Πειραιώς», με την υπογραφή του δεύτερου εναγόμενου). Από την ημέρα αυτή, ο ανωτέρω, προέβη σε μεταφορές ποσών από το λογαριασμό αυτό προς έτερο λογαριασμό καταθέσεων που ο ίδιος, ως μόνος καταθέτης, τηρούσε στην εν λόγω τράπεζα (τρίτη εναγομένη), με αριθμό ...
και συγκεκριμένα τα ποσά των 2.500, 10.500, 5.000 και 25.000 ευρώ, την 04.04.2007, 04.04.2007, 05.04.2007 και 10.04.2007 αντίστοιχα. Την 10.04.2007 πληρώθηκε η δόση του δανείου από τον άνω κοινό λογαριασμό των συνοφειλετών, ενώ συνεχίστηκαν οι αναλήψεις, και μέσω διαδικτύου, με αντίστοιχη κατάθεση διάφορων ποσών στο προαναφερόμενο λογαριασμό, που τηρούσε ο δεύτερος εναγόμενος, σύζυγος της πρώτης εναγομένης.
Τελικά στις 09.07.2007 ο κοινός λογαριασμός εμφάνισε υπόλοιπο 0,19 ευρώ και μηδενίστηκε στις 03.01.2008 (βλ. αντίγραφο κίνησης του άνω κοινού λογαριασμού). Οι δόσεις του δανείου συνέχισαν να καταβάλλονται στην τρίτη εναγομένη από τον προαναφερόμενο λογαριασμό του δεύτερου εναγόμενου, συζύγου της πρώτης, μέχρι και το Φεβρουάριο 2008, οπότε διακόπηκε κάθε καταβολή.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι η εκδοθείσα από την ενάγουσα επιταγή ήταν, όπως προαναφέρθηκε, δίγραμμη και εις διαταγήν της τρίτης εναγομένης «Τράπεζας Πειραιώς». Επομένως, μόνον η τρίτη εναγομένη ήταν δικαιούχος του ποσού της επιταγής, ως σημειουμένη στη διγράμμιση τράπεζα και εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί η επιταγή και μόνο σε αυτήν έπρεπε να πληρωθεί η εν λόγω επιταγή, απαγορευομένης, κατά το νόμο, της εισπράξεώς της από οποιονδήποτε άλλον.
Ο δε δεύτερος εναγόμενος ουδέν δικαίωμα αρύετο από την εν λόγω επιταγή και δεν μπορούσε να ζητήσει - υποδείξει στους τραπεζικούς υπαλλήλους της τρίτης εναγομένης, να κατατεθεί το ποσό της επιταγής στον κοινό με την πρώτη εναγομένη λογαριασμό τους. Λαβών όμως αυτός την επιταγή από την πρώτη εναγομένη και μεταβάς στο κατάστημα της τρίτης εναγομένης τράπεζας, ζήτησε να κατατεθεί η επιταγή στον κοινό με την πρώτη εναγομένη λογαριασμό, που αυτοί τηρούσαν στην τρίτη εναγομένη τράπεζα και όχι προς εξόφληση του δανείου που είχαν λάβει από αυτήν (τρίτη εναγομένη), που ήταν άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο συνήψαν με την ενάγουσα την ειρημένη σύμβαση στεγαστικού δανείου και η τελευταία σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής είχε εκδώσει την ένδικη επιταγή, προκειμένου να εισπραχθεί αυτή από την τρίτη εναγομένη, ώστε να αποσβεστεί η αξίωση της τελευταίας κατά των δανειοληπτών της (1ης και 2ου εναγομένων) και ακολούθως να αποσβεστεί και η ασφαλίζουσα την εν λόγω απαίτηση της τρίτης εναγομένης εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης.
Οι δε υπάλληλοι της τρίτης εναγομένης, κατά την προσκόμιση της επιταγής στο παραπάνω κατάστημα, μολονότι όφειλαν και μπορούσαν να επιδείξουν, ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και επαγγελματίες, τη δέουσα επιμέλεια που απαιτείται στις τραπεζικές συναλλαγές από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου τους, δεν επέδειξαν την επιμέλεια αυτή, δηλαδή δεν τήρησαν τη συμπεριφορά που θα τηρούσε υπό τις ίδιες συνθήκες, όχι ο ιδιαζόντως επιμελής και έχων ειδικές γνώσεις υπάλληλος, αλλά ο μέσος συνετός τραπεζικός υπάλληλος και παρόλο που ήταν σαφές και γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση όφειλαν να γνωρίζουν, ως εκ της θέσεώς τους, ότι η φέρουσα την ανωτέρω ειδική διγράμμιση και εις διαταγήν «Τράπεζας Πειραιώς» επιταγή, μπορούσε, σύμφωνα με το νόμο, να πληρωθεί μόνο στην σημειούμενη στην επιταγή τράπεζα, αυτοί ενεργώντας παράνομα και επιδεικνύοντας βαρύτατη αμέλεια, δεν πίστωσαν την επιταγή αυτή σε λογαριασμό της τρίτης εναγομένης τράπεζας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήταν, εν προκειμένω, η αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης της επιταγής, αλλά πίστωσαν το ποσό της επιταγής, στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα είσπραξης της επιταγής.
Σημειωτέον ότι η ανωτέρω τακτική (προσκόμιση δίγραμμης τραπεζικής επιταγής με δικαιούχο την σημειούμενη στην επιταγή τράπεζα) είναι η πάγια γνωστή τακτική που ακολουθείται σε αντίστοιχες, όπως η προκειμένη, περιπτώσεις εξόφλησης δανείων («μεταφορές» δανείων). Η τρίτη εναγομένη, αρνείται την αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της, υποστηρίζοντας ότι ενήργησαν σύμφωνα με το νόμο και τις εγκυκλίους της τράπεζας και ότι δεν έγινε καταλογισμός της επιταγής στο δάνειο όχι από αβλεψία των υπαλλήλων της, αλλά (α) επειδή δεν υφίσταται λειτουργικό σύστημα, ώστε να μπορεί η επιταγή να εισπραχθεί απευθείας από το πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς να εισαχθεί σε λογαριασμό των οφειλετών και (β) διότι έπρεπε ο προσκομίσας την επιταγή οφειλέτης του δανείου (πρώτος εναγόμενος) να ζητήσει εγγράφως τον καταλογισμό της προσκομιζομένης επιταγής στο συγκεκριμένο δάνειο.
Σύστοιχη με τα ανωτέρω και προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού τυγχάνει η κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, Α. Μ., σύμφωνα με την οποία εμποδίζονταν από το λειτουργικό σύστημα και δεν μπορούσαν να καταθέσουν την επιταγή απευθείας στον χορηγητικό λογαριασμό του δανείου του τηρείτο στην τρίτη εναγομένη, ώστε να εξοφληθεί το δάνειο, αλλά έπρεπε το ποσό της επιταγής, να περάσει από λογαριασμό των δανειοληπτών («βάσει του λογιστικού σχεδίου έπρεπε να διοχετευθεί μέσω λογαριασμού, δεν μπορούσε να πάει απευθείας στο δάνειο, δεν προβλέπεται λογιστικά αυτό»).
Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούν την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων της τρίτης εναγομένης υπαλλήλων της, διότι και υπό την ως άνω εκδοχή, στην περίπτωση αυτή οι υπάλληλοι της τρίτης εναγομένης έπρεπε να δεσμεύσουν τον κοινό λογαριασμό των οφειλετών, ώστε να μην μπορούν να γίνουν αναλήψεις από τους δικαιούχους του λογαριασμού και να διασφαλίσουν ότι το ποσό της επιταγής θα διατεθεί για την εξόφληση του χορηγηθέντος από την τρίτη εναγομένη δανείου, η οποία ήταν και η μόνη δικαιούχος της επιταγής, στη συνέχεια δε να αποδεσμευτεί ο λογαριασμός και να αναλάβει το ποσό της επιταγής η δικαιούχος τρίτη εναγομένη και να πιστωθεί ο χορηγητικός του δανείου λογαριασμός, αφού αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος εκδόσεως της ένδικης επιταγής.
Οι ανωτέρω δε ενέργειες αποτελούν την πάγια τραπεζική τακτική σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τον έτερο ισχυρισμό της τρίτης εναγομένης, ότι οι ανωτέρω υπάλληλοι είχαν αμφιβολίες για το ποιο ήταν το δάνειο που επρόκειτο να εξοφληθεί. Πέραν του ότι τούτο προέκυπτε από το σώμα της επίδικης επιταγής, στο οποίο αναγραφόταν ..., ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, εάν οι ανωτέρω υπάλληλοι είχαν οποιαδήποτε τέτοια αμφιβολία, μέχρι να διευκρινίσουν τούτο, όφειλαν και μπορούσαν ευχερώς να δεσμεύσουν το ποσό της επιταγής, στο λογαριασμό ταμιευτηρίου των εναγομένων, μέχρι να εξακριβώσουν το είδος του δανείου, που θα εξοφλείτο με την επιταγή, όπως τούτο γίνεται σύμφωνα με την πάγια καθημερινή τραπεζική πρακτική του μέσου (και όχι του ιδιαζόντως επιμελούς) συνετού τραπεζικού υπαλλήλου, πράγμα που οι υπάλληλοι της τρίτης δεν έπραξαν.
Έτσι από την εκτεθείσα αμελή συμπεριφορά των τελούντων υπό τις οδηγίες της τρίτης εναγομένης υπαλλήλων, που κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου χαρακτηρίζεται ως βαριά, ο δεύτερος εναγόμενος μη δικαιούχος της επιταγής, πέτυχε να αναλάβει το ποσό της επιταγής, στο οποίο δεν είχε δικαίωμα. Η συγκλίνουσα δε προπεριγραφείσα συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου και των υπαλλήλων της τρίτης εναγομένης, για την οποία η τελευταία ενέχεται, κατ’ άρθρο 922 ΑΚ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ήταν ικανή να προξενήσει και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα, ήτοι προκλήθηκε στην ενάγουσα αιτιωδώς συνδεόμενη ζημία, ισόποση με το ποσό της επιταγής, αφού η ενάγουσα εξέδωσε την ένδικη επιταγή για να εισπραχθεί από την τρίτη εναγομένη, οπότε ακολούθως να αποσβεστεί η απαίτηση της τελευταίας σε βάρος των οφειλετών της, όπως και η υπέρ αυτής προσημείωση και έτσι η ενάγουσα να αποκτήσει προσημείωση πρώτης τάξης, διασφαλίζουσα επαρκώς την εκ του χορηγηθέντος δανείου αξίωσή της.
Συνεπεία όμως, της προπεριγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, η ενάγουσα παρόλο που εκταμίευσε, κατά τα συμφωνηθέντα, το ποσό του δανείου προς τους δύο πρώτους εναγόμενους, ούτε εξοφλήθηκε ούτε εξοφλείται από αυτούς, η δε σχετική αξίωσή της δεν έχει καμία εξασφάλιση, δοθέντος ότι η προσημείωσή της παρέμεινε Β τάξης, με προσημείωση Α τάξης την προσημείωση της τρίτης εναγομένης, η δε αξία του βεβαρημένου ακινήτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση και των δύο προσημειούχων δανειστών.
Απεναντίας, η απαίτηση της τρίτης εναγομένης εξασφαλίζεται επαρκώς από την Α τάξεως προσημείωση υποθήκης που έχει εγγράψει […]|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, αφού έκανε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση από αδικοπραξία, την αγωγή της αρχικώς ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος», στη θέση της οποίας υπεισήλθε αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία απευθυνόταν και κατά της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το παραπάνω μέρος, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή κατά το ίδιο μέρος και την έκανε δεκτή ως βάσιμη και την υποχρέωσε να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 143.048,83 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 922 του ΑΚ και 37 και 38 του Ν. 5960/1933, τις οποίες εφάρμοσε εσφαλμένα, δεχόμενο ότι η αναφερόμενη ζημιογόνος συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τράπεζας συνδέεται αμέσως, κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, και υπήρξε αναγκαίος όρος της ένδικης ζημίας της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, το εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναφερόμενη αμελής συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, κατά την προσκόμιση της επίδικης επιταγής στο κατάστημά της, να μην πιστώσουν την επιταγή αυτή σε λογαριασμό αυτής, η οποία ήταν η αποκλειστική δικαιούχος είσπραξης της επιταγής, αλλά να πιστώσουν αυτή στον κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα είσπραξής της και σε κάθε περίπτωση, μετά την πίστωση του ποσού της επιταγής στον κοινό λογαριασμό των οφειλετών να μην δεσμεύσουν τον λογαριασμό αυτό, ώστε να μην μπορούν να γίνουν αναλήψεις από το δεύτερο εναγόμενο και να διασφαλιστεί έτσι ότι το ποσό της επιταγής θα διατεθεί για την εξόφληση του χορηγηθέντος από την αναιρεσείουσα δανείου, ήταν ικανή να προξενήσει και πράγματι προξένησε ζημία, ισόποση με το ποσό της επιταγής, στην πρώτη αναιρεσίβλητη, διότι αυτή εξέδωσε την ένδικη επιταγή για να εισπραχθεί από την αναιρεσείουσα και ακολούθως να αποσβεστεί η απαίτηση της τελευταίας σε βάρος των οφειλετών της, όπως και η υπέρ αυτής προσημείωση και έτσι αυτή να αποκτήσει προσημείωση πρώτης τάξης, διασφαλίζουσα επαρκώς την εκ του χορηγηθέντος δανείου αξίωσή της, η οποία ούτε εξοφλήθηκε, ούτε εξοφλείται και δεν έχει καμιά εξασφάλιση, δεδομένου ότι η προσημείωσή της παρέμεινε δεύτερης τάξης και η αξία του βεβαρημένου ακινήτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση και των δύο προσημειούχων δανειστών.
Τούτο δε διότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και η επελθούσα, ως συνέπεια αυτής (συμπεριφοράς), ως άνω ένδικη ζημία της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν συνδέονται μεταξύ τους αμέσως κατά πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια, αφού δεν ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή ούτε μπορούσε, αντικειμενικά και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού αυτό δεν επήλθε άμεσα από την, συνεπεία της άνω συμπεριφοράς των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, μη είσπραξη της επίδικης επιταγής από αυτήν (αναιρεσείουσα), η οποία ήταν και η μόνη δικαιούχος του ποσού της, ως σημειουμένη στη διγράμμιση τράπεζα και εις διαταγήν της οποίας είχε εκδοθεί, αλλά έμμεσα και ειδικότερα, διότι αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη), αφού δεν εισπράχθηκε η επιταγή και δεν αποσβέστηκε η απαίτηση της αναιρεσείουσας σε βάρος των οφειλετών της ούτε και η υπέρ αυτής προσημείωση, δεν μπόρεσε να αποκτήσει προσημείωση πρώτης τάξης, ώστε να διασφαλιστεί η απαίτησή της από το χορηγηθέν υπ’ αυτής δάνειο στους δύο πρώτους εναγομένους, το οποίο ούτε εξοφλήθηκε, ούτε εξοφλείται από αυτούς, αλλ’ ούτε και η αξία του βεβαρημένου ακινήτου επαρκεί για την ικανοποίηση και των δύο προσημειούχων δανειστών.
Αυτές, όμως, οι αντανακλαστικές συνέπειες στην περιουσία της αναιρεσείουσας από την άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν καθιστούν αυτή δικαιούχο αποζημίωσης, αφού αυτή έτσι ζημιώνεται εμμέσως.
Επομένως, το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του παραβίασε ευθέως τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
[V] Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, ενώ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06.09.2017 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» κατά της υπ’ αριθ. 3176/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Μ. Ν..
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παραπάνω αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00 ) ευρώ.
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3176/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ».
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει
η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης έπαψαν να είναι
τοποθετημένα στο Δικαστήριο
τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ