Legislator Case Law & Legislation
1224/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land registry decision regarding public ownership of exchangeable property.

Case Number 1224/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Greek State's appeal against a lower court ruling that confirmed public ownership of a specific plot of land. The State argued the land was not forested but exchangeable, yet the court found the lower court correctly applied the law requiring proof of tenancy for ten years. The decision stands because the State failed to demonstrate the necessary conditions for private ownership under the relevant statute.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 of Law 3127/2003; The State holds ownership of exchangeable land unless the private possessor proves tenancy for ten years with good faith, and the lower court's factual findings on land character are not subject to retrial.

Keywords

AI generated
public ownership exchangeable land tenancy requirement good faith possession land registry dispute appeal dismissal forest land status

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 of Law 3127/2003
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 §2 KPolD
Law 3693/57

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1224 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1224/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη-Εισηγήτρια, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Μαρινάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, που διορθώθηκε με την 383/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου μόνον ως προς την παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003), αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη...Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν εκκαλούν παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αποδεικνύεται ο επικαλούμενος από αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) δασικός χαρακτήρας του επιδίκου κατά τα κρίσιμα έτη 1954, 1966, 1987 και 1989 και ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα στοιχεία του προσωρινού δασικού χάρτη διότι, κατά τον ισχυρισμό του (εκκαλούντος), α) ο δασικός χαρακτήρας του επιδίκου προκύπτει από αεροφωτογραφίες 1945 και 1995, χωρίς η μεταγενέστερη αλλαγή της μορφής του επιδίκου να επιδρά στον χαρακτηρισμό της ως δασικής και χωρίς να καταλύεται το προϋφιστάμενο, εκ του λόγου τούτου, ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δημοσίου, το δε τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών και δασικών εκτάσεων αποτελεί τον απαιτούμενο τίτλο του εγγραπτέου δικαιώματος επί των δασών και δασικών εκτάσεων αποτελεί τον αποτελούμενο τίτλο του εγγραπτέου δικαιώματος επί των εκτάσεων αυτών στις υπό κτηματογράφηση περιοχές, ανεξάρτητα από το αν έχει καταρτισθεί και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. 2.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 Α.Κ., ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ιδιώτης μπορεί να αποκτήσει την κυριότητα ακινήτου ανήκοντος στο Δημόσιο, που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ.

α' του ν. 3127/2003, εφόσον νέμεται αδιαταράκτως για δέκα έτη το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, και καλή πίστη, δηλαδή την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου, η οποία (πεποίθηση) πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Εξάλλου, με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003 θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημόσιων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16 5-1926 και του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του ΕισΝ.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι της 11-9-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημόσιου κτήματος, όταν συντρέχουν οι ως άνω διαλαμβανόμενες στις παρ. 1α και 2 του ίδιου νόμου προϋποθέσεις (Ολ.Α.Π. 11/2015).

ΙΙ. Ο από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Προσέτι, οι ανωτέρω λόγοι ενδέχεται να είναι απαράδεκτοι και να φέρονται ότι πλήττουν, κατά τα ως άνω, την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά, στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση των πιο πάνω πλημμελειών να βάλλεται η περί τα πράγματα (εκτίμηση αποδείξεων) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

ΙΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, 375/17, όπως διορθώθηκε με την 383/18 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, επιτρεπτώς επισκοπούμενες, έχουν ως εξής: "δυνάμει του υπ' αρ. .../26.08.1976 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Μ. Κ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Αλεξανδρούπολης (τ. ...), ο ενάγων Α.

Π., του Κ. αγόρασε κατά πλήρη κυριότητα από τον Θ. Κ., του Σ., έναντι τιμήματος 400.000 δραχμών, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στη συνοικία ... στις ... Ο.Τ. …, επί της οδού ..., έκτασης σύμφωνα με τον τίτλο 90 τ.μ., και με νεότερη εμβαδομέτρηση 125 τ.μ. με αρ. οικοπέδου … το οποίο συνορεύει γύρωθεν ανατολικώς επί πλευράς 3,74 μ.

με ιδιοκτησία Α. Ζ. και επί πλευράς 9,13 μ. με την οδό ..., βορείως επί πλευράς 6,18 μ. με ιδιοκτησία Α. Χ. και επί πλευράς 5,08 με ιδιοκτησία ..., δυτικώς εν μέρει επί πλευράς 9,87 με τείχη ... και νοτίως επί πλευράς 6,98 μ. με την οδό ... και 6,38 μ. με ιδιοκτησία Α. Ζ., όπως αποτυπώνεται στο από Σεπτ. 2002 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η Δ/ση Αποτυπώσεων του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού.

Το εν λόγω ακίνητο ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Θ. Κ. απέκτησε από τη Μ. χήρα Π. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης ..., νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Αλεξανδρούπολης (τ. ...). Η τελευταία έγινε κυρία αυτού από κληρονομιά από τον αποβιώσαντα σύζυγο της (Π.

Γ.), ο οποίος το είχε αποκτήσει προ της γερμανοβουλγαρικής κατοχής των ετών 1940- 1945, κατά την οποία είχε καταστραφεί το αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης. Πριν τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923), στο εν λόγω ακίνητο, ως και σε όλα τα πέριξ αυτού, κατοικούσαν μουσουλμάνοι, οι οποίοι ανταλλάχθηκαν με ελληνικό πληθυσμό προερχόμενο από την Ανατολική Θράκη που εγκαταστάθηκε στην περιοχή.

Για το λόγο αυτό, όλα αυτά τα ακίνητα χαρακτηρίσθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο ως "διαθέσιμα - κατεχόμενα", τα οποία σταδιακά μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου παραχωρήθηκαν άνευ ανταλλάγματος στους κατέχοντες αυτά Έλληνες πολίτες, οι οποίοι με απλές αιτήσεις προς την τότε Νομαρχία Έβρου ζητούσαν και ελάμβαναν τους τίτλους κυριότητας.

Επειδή για το εν λόγω ακίνητο δεν υποβλήθηκε καμία τέτοια αίτηση, ήδη δε πριν από το 1970 έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής τέτοιων αιτήσεων, ακόμα και σήμερα εμφαίνεται στην Κτηματική Υπηρεσία του Ν. Έβρου ως "διαθέσιμο - κατεχόμενο", ήτοι ιδιοκτησίας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου. Ωστόσο, ο ενάγων και ο δικαιοπάροχος του, νέμονταν ήδη από το έτος 1972 το εν λόγω ακίνητο με καλή πίστη, καθώς θεωρούσαν ότι, εφόσον είχαν νόμιμους τίτλους μεταγεγραμμένους .

στο Υποθηκοφυλακείο Αλεξανδρούπολης και εφόσον το ιδιοκτησιακό του καθεστώς δεν αμφισβητούνταν από κανέναν όλα αυτά τα χρόνια, ήταν οι ίδιοι αποκλειστικοί κύριοι του ακινήτου. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων έχει ήδη καταστεί κύριος του ως άνω ακινήτου με τα προσόντα τόσο της τακτικής, όσο και της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με το Ν. 3127/2003, δεδομένου ότι, προσμετρηθέντος και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του Θ.

Κ., το νέμεται καλή τη πίστη για χρονικό διάστημα πέραν της τριακονταετίας πριν την 19.03.2003, με νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας με "επαχθή αιτία". Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι, το εναγόμενο, δια των νομίμων εκπροσώπων του, δεν αμφισβήτησε επί σειρά ετών τον ιδιωτικό χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως, δεδομένου ότι ο ενάγων απευθύνθηκε αρκετές φορές στο παρελθόν προς τη Διοίκηση για θέματα που αφορούσαν στο επίδικο, λχ το έτος 1988, προκειμένου να λάβει την έγκριση για την επισκευή της στέγης της οικίας του από την 12η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ή, απευθυνόμενος προς το Υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου να κατεδαφίσει την παλαιά κατοικία και να προβεί σε ανέγερση νέας.

Το εναγόμενο επί δεκαετίες, δια των εκπροσωπούντων αυτό οργάνων και υπηρεσιών ουδέποτε πρόβαλε δικαιώματα επί της επιδίκου εκτάσεως, ούτε είχε ισχυρισθεί ότι αυτή έχει δασική μορφή. Ασφαλώς, το τελευταίο ακόμη κι εάν δεν έχει κυρωθεί δασικός χάρτης, μπορεί να επικαλείται ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί δασικής έκτασης, κάνοντας χρήση του ισχύοντος εκ της δασικής νομοθεσίας γενικού τεκμηρίου κυριότητας, οφείλει όμως να αποδεικνύει με οποιοδήποτε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο τη φύση της έκτασης ως δασικής, στην προκειμένη δε περίπτωση (το εναγόμενο) δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο, για να αποδείξει ότι όντως συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για το χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως δασικής.

Βάσει των ανωτέρω, εφόσον προέκυψε ότι ο ενάγων - νομέας έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ενάγοντος για αναγνώριση κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, ως ουσιαστικά βάσιμο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 222/14 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης που δέχθηκε αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου για ακίνητο (οικόπεδο) στις Φέρες Έβρου.

IV. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον επιρρίπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του αρ. 19, του άνω άρθρου 559 Κ.ΠολΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου, το οποίο δέχθηκε, (όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον), ότι δεν αποτελεί δασική έκταση, αλλά ανταλλάξιμο ακίνητο, το οποίο κατέστη κοινόχρηστο ("διαθέσιμο - κατεχόμενο"). Εν τούτοις, όπως ακόμη εκτίθεται, στο περιεχόμενο του λόγου αναίρεσης, με το δεδομένο ότι στα ανταλλάξιμα (από τη Συνθήκη της Λωζάνης το έτος 1923) νομέας θεωρείται το Δημόσιο (έστω και χωρίς άσκηση νομής), ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοι του είχαν απλώς την κατοχή του επιδίκου και όχι τη νομή, όπως απαιτείται κατ' άρθρ. 4 του ν. 3127/03.

Συνεπώς, κατά το αναιρεσείον, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, αφού δεν προκύπτουν πλήρως και σαφώς τα περιστατικά περί του χαρακτήρα του επιδίκου για να κριθεί αν συντρέχουν ή όχι οι όροι εφαρμογής του άνω άρθρου. Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείον εσφαλμένα προϋποθέτει, ότι υπό τα άνω δεδομένα το επίδικο δεν μπορούσε να χρησιδεσποθεί και να ενταχθεί στην πρόβλεψη του άρθρου 4 ν. 3127/03. Ήτοι, κατά τα δεκτά γενόμενα, το επίδικο ήταν, δεκτικό νομής, παρά τα αντίθετα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα, αβασίμως όμως τα άνω εκτιθέμενα.

Οι επισκοπηθείσες παραδοχές καταδεικνύεται, ότι δεν είναι αντιφατικές, αλλά προσήκουσες, αφού, το ότι τα ανταλλάξιμα χαρακτηρίσθηκαν ως διαθέσιμα - κατεχόμενα, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να νεμηθούν και να αντιμετωπισθούν, ως προς τις έννομες συνέπειες βάσει του ν. 3127/03, κατά τα ως άνω (σχ. ΑΠ 1376/2015). Με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια του αρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, διότι, κατ' αυτό το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 4 ν. 3127/03 σε συνδ. με 1041, 1042, 1045 ΑΚ, αφού τα εφήρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους, καθόσον δεν διαλαμβάνει οποιαδήποτε ιδιαίτερη παραδοχή αφενός για την άσκηση υλικών πράξεων που εκδηλώνουν την άσκηση νομής, από του ως άνω, του επιδίκου ακινήτου, αλλά και την καλή πίστη αυτών που θα επέφερε, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων, την από τους αντιδίκους κτήση της κυριότητας του ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, παρεκτός του ότι ενέχει αντιφατικότητα σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (σχ. ΑΠ 579/07) σε κάθε περίπτωση πλήττει την περί τα πράγματα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η (παραδεκτώς ασκηθείσα μετά την τελεσιδικία της ερήμην του αναιρεσιβλήτου εκδοθείσας, προσβαλλόμενης απόφασης), αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του, στο ηττώμενο αναιρεσείον (άρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 375/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως διορθώθηκε με την 383/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ