Legislator Case Law & Legislation
1224/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on maritime labor contract termination, ruling probation period clause invalid and inadmissible.

Case Number 1224/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two foreign companies against a maritime labor contract dispute decision. The appellants argued that a two-month probation period clause allowed them to terminate the contract without compensation, but the court found this clause invalid as it contradicted mandatory labor law provisions. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and rejected the claim for contract termination without indemnity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(4) and 560(5) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a contractual probation period clause in a maritime employment agreement is void and cannot serve as a ground for appeal regarding contract termination.

Keywords

AI generated
maritime labor contract probation period clause contract termination indemnity without cause inadmissible appeal invalid contractual term seafarer employment

Cited Legislation

AI generated
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 614(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1224 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1224/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... LTD" (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Δημοκρατία των ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κορωναίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 2)Αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα (...) και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Κορωναίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. 3) Ν.-Κ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Κοντοσέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 206/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5112/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τμήμα Ναυτικών Διαφορών). Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-12-2017 αίτησή τους και τους από 18-12-2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠΟΛΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν.4055/2012 ισχύοντος από 2-4-2012 κατά το άρθρο ... αυτού, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν.4139/2013 ,και η οποία αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4355/2015 μετά την αναδιατύπωση του εν λόγω άρθρου ισχύοντος από 1.1.2016 (κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.2 του τελευταίου αυτού νόμου), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης ,της αναίρεσης και της αναψηλάφισης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ.3 του ίδιου Κώδικα (εργατικές διαφορές- προηγουμένως άρθ. 663 επ. του ΚΠΟΛΔ).Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 5.12.2017 και με αριθ. κατάθεσης 828/6-12-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ`αριθ.5112/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του υπ`αριθ. 17778147095802050066/2016 ηλεκρονικού παραβόλου, ύψους 300 ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3,4/2014).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 18.12.2017 με αριθ. κατάθεσης 133/20.12.2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 5112/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ`ουσία την από 1-3-2012 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και της 206/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, και μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 1.3.2012 αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου , δέχθηκε την αγωγή κατ` ουσία. Η αίτηση αναίρεσης και οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 564 παρ. 1 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005, 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς, υποθέσεις - άρθρο 98 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 1681/2018, 586/2014, ΑΠ 240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση (βλ. την υπ`αριθ.....29/2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή των εν Πειραιεί Εφετών με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς Ι. Π.),η οποία είχε προσδιορισθεί κατ`άρθρο 568 παρ.2 έως 4 ΚΠΟΛΔ, για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 4 και ειδικότερα οι πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων, παραστάθηκαν με δήλωση κατ` άρθρα 573 και 242 παρ .2 ΚΠΟΛΔ εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Κορωναίο. Αντίθετα ο τρίτος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε, ούτε αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του προς τον δικηγόρο Πειραιώς Ευθύμιο Γωγή ,ο οποίος και για δικό του λογαριασμό έχει επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης ή προς τον δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτη Κορωναίο, ο οποίος εκπροσώπησε τους παρισταμένους αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη ο ανωτέρω τρίτος αναιρεσείων θεωρείται ως δικονομικά απών, πλην όμως δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρ. 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά θα κηρυχθεί η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απαράδεκτη ως προς αυτόν και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας που τον συνδέει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, δηλαδή την πρώτη και δεύτερη, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτόν και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, που παρίστανται και εκπροσωπούνται νόμιμα από την πληρεξούσια δικηγόρο τους, Παναγιώτη Κορωναίο (ΑΠ 195/2014), σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ. Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης και υπέρ του αναιρεσιβλήτου, δεν ορίζεται, διότι η απόφαση ως προς αυτόν δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).

Από την διάταξη του άρθρου 60 ΚΙΝΔ προκύπτει ότι, εάν ο μισθός της συμβάσεως ναυτολογήσεως έχει συνομολογηθεί κατά μήνα, ο ναυτικός δικαιούται του μισθού των μηνών και ημερών, κατά τους οποίους διήρκεσε η ναυτολόγηση, εάν, όμως, η ναυτολόγηση διήρκεσε έλασσον του μηνός, ο ναυτικός δικαιούται πλήρους μηνιαίου μισθού, εκτός εάν η λύση της συμβάσεως προήλθε εξ υπαιτιότητας ή εκ της αποκλειστικής βουλήσεως του Ιδίου, οπότε δεν δικαιούται πλήρους μισθού, ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί ένσταση κατά της σχετικής αξιώσεως του ναυτικού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 72 ΚΙΝΔ, η σύμβαση ναυτολόγησης μπορεί να λυθεί με καταγγελία του πλοιάρχου οποτεδήποτε, χωρίς ο τελευταίος να υποχρεούται να τηρήσει προθεσμία καταγγελίας, είτε η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου είτε ορισμένου χρόνου και χωρίς να απαιτείται να επικαλεστεί λόγο που να δικαιολογεί στην ορισμένου χρόνου σύμβαση την πρόωρη απόλυση μέλους του πληρώματος.

Στην περίπτωση αυτή ο ναυτικός δικαιούται αποζημίωση, εκτός εάν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμά του (άρθρο 75 εδ. β ΚΙΝΔ). Η αποζημίωση αυτή προβλέπεται και προσδιορίζεται από τα άρθρα 75 εδ. δ και 76 ΚΙΝΔ και είναι ίση προς τις αποδοχές δεκαπέντε (15) ημερών, εφόσον η απόλυση έγινε εντός των ορίων της ελληνικής επικρατείας, και προς υπολογισμό της λαμβάνονται υπόψιν ο καταβαλλόμενος μισθός κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Στις αποδοχές αυτές συνυπολογίζεται το επίδομα Κυριακών, το επίδομα βαρείας και ανθυγιεινής εργασίας, το αντίτιμο τροφής, η αποζημίωση αδείας, τα επιδόματα εορτών, η αμοιβή για υπερωριακή εργασία, εφόσον αυτή, όπως στην εξεταζόμενη υπόθεση, παρέχεται τακτικώς, ως και πάσα άλλη παροχή καταβαλλόμενη ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικώς καθ` έκαστο μήνα ή κατ` επανάληψη' περιοδικώς καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα (Δ.

Καμβύση: "Ναυτεργατικό Δίκαιο>), έκδοση 1994, σελ. 355, Ι. Κοροτζή: "Ναυτικό Δίκαιο>), έκδοση 2004, υπ' αρθρ. 72 ΚΙΝΔ, σελ. 372). Εξάλλου, όπως συνάγεται από τη διατύπωση του άρθρου 76 ΚΙΝΔ ο ναυτικός, όταν ενάγει για την καταβολή της κατά το άρθρο 72 του ίδιου Κώδικα αποζημίωσής του, αρκεί να επικαλεστεί και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει ότι η σύμβαση ναυτολόγησης λύθηκε μονομερώς, ύστερα από καταγγελία του πλοιάρχου.

Η κατά τα άνω αξίωση του ναυτικού καταλύεται με την προβολή και την απόδειξη από τον εργοδότη του ισχυρισμού ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης, που έγινε από τον πλοίαρχο, οφείλεται σε παράπτωμα του ναυτικού, στο οποίο υπέπεσε υπαιτίως αυτός και το οποίο δικαιολογεί την καταγγελία. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως ήδη εκτέθηκε, αποτελεί ένσταση.

Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 762/1978 "Περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού ορίζεται ότι: "επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 53 του Κ.Ι.Ν.Δ., εάν ο εργοδότης ναυτικού δεν έχει μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι ή είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο ως αντιπρόσωπος αυτού συνάπτων μετά ναυτικού εν Ελλάδι σύμβασιν παροχής εργασίας εις πλοίον του εργοδότη ευθύνεται εις ολόκληρον μετ' αυτού δι' απάσας τας εκ της σχέσεως ναυτικής εργασίας ή εξ αφορμής αυτής απορρέουσας υποχρεώσεις του εργοδότου έναντι του ναυτικού, θεωρούμενος δια την περίπτωσιν αυτήν και ως αντίκλητος αυτού.

Εάν την ανωτέρω σύμβασιν μετά ναυτικού συνήψεν εν Ελλάδι νομικόν πρόσωπον, ημεδαπόν ή αλλοδαπόν, μετά του εργοδότου, ενέχονται ατομικώς εις ολόκληρον δια τας κατά των προηγουμένων παραγράφων απαιτήσεις του ναυτικού, πάντα τα από του χρόνου της συνάψεως της συμβάσεως μέχρι του χρόνου της υπό του ναυτικού ασκήσεως των εξ αυτής αξιώσεών του εκπροσωπήσαντα ή εκπροσωπούντα το νομικόν τούτο πρόσωπον φυσικά πρόσωπα".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης του ναυτικού είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, ο αντιπρόσωπος αυτής, που συνήψε στην Ελλάδα με το ναυτικό σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 481 Α.Κ., για κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη σχέση ναυτικής εργασίας.

Αν τη σύμβαση αυτή κατάρτισε στην Ελλάδα ημεδαπό ή αλλοδαπό νομικό πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος, με την προεκτεθείσα έννοια, τότε για τις απαιτήσεις του ναυτικού ευθύνονται εις ολόκληρον με τον εργοδότη και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσώπησαν ή που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο, από το χρόνο σύναψης της σύμβασης μεχρι το χρόνο άσκησης από το ναυτικό των αξιώσεών του από την εργασιακή σχέση (Α.Π90/2010 ΔΕΕ 2010.1343,.450,ή εξ αφορμής αυτής (Α.Π.27Ι/2ΟΟ6 Τ.Ν.Π.

ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 762/1978 προκύπτει ότι η, κατά τη διάταξη αυτή, ευθύνη τόσο του αλλοδαπού εργοδότη, όσο και του αντιπροσώπου αυτού ρυθμίζεται σε κάθε περίπτωση από το ελληνικό δίκαιο και ειδικότερα από το νόμο αυτό, οι διατάξεις του οποίου αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης του έτους 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, που κυρώθηκε με το Ν. 1792/1988 και αποτελεί από 1.4.1991 εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας με την ισχύ που δίνει σε αυτό το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ συγχρόνως περιέχουν λανθάνοντες κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που καθορίζουν, ως εφαρμοστέο δίκαιο, για την ευθύνη του αντιπροσώπου, τη lex fori .

Περαιτέρω οι διατάξεις περί αποζημίωσης του ναυτικού λόγω λύσης της σύμβασης ναυτολόγησης με καταγγελία του πλοιάρχου είναι δημόσιας τάξης, αποσκοπούν στην προστασία του ναυτικού και αποτελούν αντιστάθμισμα της εξουσίας του πλοιάρχου να απολύει τον ναυτικό οποτεδήποτε και χωρίς λόγο. Είναι δε άκυρη κάθε συμφωνία για μη λήψη αποζημίωσης και συνεπώς η παραίτηση από την αξίωση αποζημίωσης ή ο συμβιβασμός εις βάρος του ναυτικού θεωρείται άκυρη.

Εξ άλλου επί συμβάσεως ναυτικής εργασίας δεν ισχύουν οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου άρθρο 2 του ν.δ 16/18 Ιουλίου 1920 και του άρθρου 1 του ν.2112/1920 ,που σε συνδυασμό με τα άρθρα 648,361 και 202 ΑΚ ρυθμίζουν την απασχόληση δοκιμαστικής περιόδου και επί της οποίας στηρίζεται το δικαίωμα του εργοδότη στη σύμβαση χερσαίας εργασίας να προσλαμβάνει τον εργαζόμενο υπό διαλυτική αίρεση δοκιμαστικού χαρακτήρα χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης (Ι.Κοροτζή "Ναυτικό Δίκαιο"τ.1ος, άρθρο 75 σελ.385επ, Δ.

Καμβύση "Ναυτεργατικό Δίκαιο" έκδ.β,σελ. 356",Σ. Βλαστός "Ατομικό Εργατικό Δίκαιο" έκδ.3,τόμος 2 παρ.1188").

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς την από 1.3.2012 (αριθ. κατάθεσης 50/2012) αγωγή με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ναυτολογήθηκε στο αναφερόμενο Δεξαμενόπλοιο πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας με σύμβαση ναυτολόγησης που υπογράφηκε στον ....., την 19-1-2012, μεταξύ αυτού και του τρίτου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας αλλοδαπής εταιρείας, νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα, η οποία ενεργούσε ως διαχειρίστρια, αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας πλοιοκτήτριας, με την ειδικότητα του Β Μηχανικού με μηνιαίο κλειστό μισθό από 6.200,00 ευρώ.

Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης , ναυτολογήθηκε στο λιμάνι ... της ... την 20-1-2012 και υπηρέτησε σ`αυτό μέχρι και την 29.1.2012,οπότε και απολύθηκε ,λόγω καταγγελίας της συμβάσεως του από τον πλοίαρχο χωρίς οιοδήποτε παράπτωμά του. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 14.102,83 ευρώ,με το νόμιμο τόκο,το οποίο αντιστοιχεί στην μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης και στην μη καταβολή της μισθοτροφοδοσίας του των 19 ημερών για τη συμπλήρωση ενός πλήρους μηνός .Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 206/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ`ουσία αβάσιμη .

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά ο ενάγων άσκησε την 3.6.2015 έφεση του, με την οποία προέβαλε κατά της εκκαλουμένης , την αιτίαση της κακής εκτίμησης των αποδείξεων ως προς την κρίση της ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης του ενάγοντος δικαιολογείτο από υπαίτιο παράπτωμα αυτού(ενάγοντος-εκκαλούντος).Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά ,δικάζοντας ως Εφετείο ,με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης 206/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά και εκδίκασης της υπόθεσης κατ` ουσία δέχθηκε την αγωγή του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Με τον πρώτο λόγω αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά παρά τον νόμο κατά παράβαση του άρθρου 527 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ ,απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό των εφεσιβλήτων- εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων ότι η εκ μέρους του πλοιάρχου καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος-εκκαλούντος ήδη αναιρεσιβλήτου, οφείλεται σε υπαίτιο παράπτωμα αυτού, το οποίο δικαιολογεί την καταγγελία, άλλως, ότι ο ίδιος με την αντισυμβατική συμπεριφορά του, επεδίωξε και προκάλεσε την εκ μέρους του πλοιάρχου απόλυσή του, διότι μετέγνωσε της προσλήψεώς του.

Τούτο γιατί τον παραπάνω ισχυρισμό τους είχαν προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει στο Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση πρότειναν παραδεκτά και νόμιμα με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη ως εφεσίβλητοι-εναγόμενοι προς υπεράσπιση κατά της έφεσης χωρίς να μεταβάλλεται με τον ισχυρισμό τους αυτό η βάση της αγωγής .Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου (αρ.14) δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που αναγνωρίζονται ως λόγοι αναιρέσεως των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατ` έφεση επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων στο άρθρο 560 ΚΠΟΛΔ.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του το συνημμένο στη σύμβαση ναυτολόγησης έγγραφο με τον τίτλο ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ Α-ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ, στο οποίο υπάρχει ο ειδικός όρος (υπ`αριθ.6) για δίμηνη δοκιμαστική περίοδο, που είχαν οι αναιρεσείοντες προσκομίσει και επικαλεσθεί, για να αποδείξουν τον ουσιώδη, κατά τους ισχυρισμούς τους, συμβατικό όρο δίμηνης δοκιμαστικής περιόδου, που παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα μη καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση εκ μέρους του καταγγελίας της σύμβασης ναυτολόγησης εντός της δοκιμαστικής περιόδου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (αρ.11γ) δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που αναγνωρίζονται ως λόγοι αναιρέσεως των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατ` έφεση επί των αποφάσεων των ειρηνοδικείων στο άρθρο 560 ΚΠΟΛΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110§2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αν δε προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε αιτιολογημένη άρνηση ή σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων, που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα.

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ή σιωπηρά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), πράγμα που στην τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει από τα πράγματα κατ' ουσία (ΑΠ 611/2018 980/2017 και ΑΠ 543/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα παρακάτω :Η πρώτη εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "... LTD", και καταστατική έδρα στον ... ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλοιοκτήτρια του υπό σημαία ... Δ/Ξ πλοίου με το όνομα "... 1", νηολογίου ...

με αριθμό ...7031, κ.ο.χ. ...48. Δυνάμει έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας πέντε (5) μηνών με περιθώριο παραμονής +/-2 μηνών, που καταρτίσθηκε στον ..... στις 19-1-2012, μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... ...ς και είναι νόμιμα εγκατεστημένη στον ....., η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης, ο ενάγων προσλήφθηκε για να εργασθεί στο ως άνω πλοίο με την ειδικότητα του B' Μηχανικού, αντί μηνιαίου κλειστού μισθού ανερχόμενου στο ποσό των 6.200 ευρώ, ενώ κατά τα λοιπά συμφωνήθηκε να εφαρμοσθούν οι όροι της οικείας ΣΣΕ Πληρωμάτων Φορτηγών Πλοίων από 4500 τόνους DWT και άνω.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, ο ενάγων επιβιβάσθηκε και ναυτολογήθηκε στις 20-1-2012 στο ως άνω πλοίο στο λιμάνι ... της ..., προσέφερε δε τις υπηρεσίες του επί του πλοίου, υπό την παραπάνω ειδικότητα, μέχρι την 29-1-2012, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, κατόπιν καταγγελίας από την πλοιοκτήτρια εταιρεία. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων ζήτησε την απόλυση του δεν κρίνεται αληθής, αλλά αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, διότι ουδείς εργαζόμενος θα επεδίωκε την πρόσληψη σε απομακρυσμένο λιμάνι με σκοπό την επί δεκαήμερο παραμονή του στο πλοίο και την μετέπειτα απόλυση και παλινόστηση του.

Εξάλλου, από το πίνακα θαλάσσιας υπηρεσίας που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων αποδεικνύεται ότι επρόκειτο για πεπειραμένο ναυτικό, ο οποίος είχε παράσχει τις υπηρεσίες του ως μηχανικός (Α, B, Γ) σε μεγάλο αριθμό δεξαμενόπλοιων. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το γεγονός της καταβολής των εξόδων παλινόστησης του ενάγοντος, τα οποία η εναγομένη και νυν εφεσίβλητη δεν όφειλε σε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 72 ΚΙΝΔ, η σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος μπορούσε να λυθεί με καταγγελία του πλοιάρχου οποτεδήποτε, χωρίς ο τελευταίος να υποχρεούται να τηρήσει προθεσμία καταγγελίας. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή ο ενάγων δικαιούταν της αποζημίωσης, που προβλέπεται και προσδιορίζεται από τα άρθρα 75 εδ.

δ' και 76 ΚΙΝΔ. Η κατά τα άνω αξίωση του ενάγοντος καταλύεται με την προβολή και την απόδειξη από την εναγομένη του ισχυρισμού ότι η καταγγελία της σύμβασης ναυτολόγησης, που έγινε από τον πλοίαρχο, οφείλεται σε παράπτωμα του πρώτου, στο οποίο υπέπεσε υπαιτίως αυτός και το οποίο δικαιολογεί την καταγγελία.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός αποτελεί ένσταση (ΕφΠειρ 237/2016, ΕφΠειρ 37/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εναγομένη ισχυρίζεται με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι η λύση της συμβάσεως εργασίας προήλθε εξ υπαιτιότητας και από αποκλειστική βούληση του ενάγοντος, ο οποίος επέδειξε ανυπακοή, οπότε δεν δικαιούται πλήρους μισθού, ισχυρισμός, ο οποίος αποτελεί ένσταση κατά της σχετικης αξιώσεως του ναυτικού.

Όμως η εναγομένη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν πρότεινε προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμό ότι η λύση της σύμβασης εργασίας προήλθε από βούληση του ενάγοντος ή από υπαιτιότητά του ή έστω ότι τυχόν η εκ μέρους του πλοιάρχου καταγγελία οφείλεται σε υπαίτιο παράπτωμα του ενάγοντος, το οποίο δικαιολογεί την καταγγελία και δεν έγινε κατά συνέπεια η καταχώριση στα πρακτικά.

Έτσι με βάση τα προαναφερόμενα, ο εν λόγω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση είναι απαράδεκτος, αφού προτάθηκε μόνο με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο ακροατήριο, γεγονός που δεν αρκεί για τη νομότυπη πρότασή του, ενώ η καταχωρηθείσα στα πρακτικά απλή παραπομπή σε όσα στις προτάσεις αναφέρονται δεν μπορεί να καταστήσει παραδεκτή την προβολή του εν λόγω αυτοτελώς ισχυρισμού (Εφ πειρ 353/2015, ΕφΠειρ 37/2014, ΕφΠειρ 288/2011 δημ.

στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), επιπλέον, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προβολής κατά τρόπο παραδεκτό το πρώτον κατ' έφεση της εν λόγω ένστασης, η οποία ούτε φέρεται ότι γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία, ούτε υφίσταται βάσιμος λόγος εξ αιτίας του οποίου δεν έχει προβληθεί εγκαίρως, ούτε ισχυρίζεται η εφεσίβλητη ότι δεν μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των αποδεικνυόντων αυτήν εγγράφων, συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο ζητούν να γίνει δεκτή η άνω ένσταση είναι απορρίπτεος ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι πριν τη λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου διαρκείας της συμβάσεως ναυτολογήσεως του ενάγοντος, ο πλοίαρχος του επίδικου πλοίου μονομερώς και χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος προέβη στη λύση αυτής. Η ανωτέρω κρίση περί μονομερούς λύσεως της συμβάσεως του ενάγοντος εκ μέρους της εργοδότριας δεν αναιρείται από το ότι στο ημερολόγιο γέφυρας του πλοίου ανεγράφη ως λόγος λύσεως η ανυπακοή του ενάγοντος στη εκτέλεση των καθηκόντων του, καθόσον το ημερολόγιο γέφυρας είναι ιδιωτικό έγγραφο κατά του οποίου επιτρέπεται ανταπόδειξη και δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε στη θεώρηση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής (αρθρ. 49 ΚΙΝΔ) για να έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη (ΕφΠειρ 402/2007 δημ.

στη ΤΝΠ "Νόμος"). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση απολύσεως ίση με το μισθό σαράντα πέντε (45) ημερών (αρθ 75 παρ 2 και 76 εδ. β ΚΙΝΔ), υπολογιζόμενη με βάση τις τακτικές αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα πριν την απόλυση με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, καθώς επίσης και έναν πλήρη μισθό, δεδομένου ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 60 ΚΙΝΔ, η ναυτολόγηση του ενάγοντος διήρκεσε έλασσον του μηνός, η δε λύση της συμβάσεως δεν προήλθε εξ υπαιτιότητας ή εκ της αποκλειστικής βουλήσεως του ιδίου.

Επομένως, ο ενάγων λόγω της απόλυσής του από το πλοίο αυτό αποζημίωση ύψους 9.916,05 ευρώ καθώς και τη διαφορά που του οφείλεται για τις αποδοχές ενός πλήρους μηνός που ανέρχεται σε 4.186,78 ευρώ.

Με τους δεύτερο και πρόσθετο λόγους αναίρεσης οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του τους αναφερόμενους κατωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον η επίκληση και απόδειξη αυτών καταλύει το δικαίωμα του ενάγοντος για τις ένδικες αξιώσεις του, τους είχαν δε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ,επαναφέρει με τις προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, τους οποίους (ουσιώδεις ισχυρισμούς) σε κάθε περίπτωση πρότειναν παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις προτάσεις τους προς αντίκρουση της αγωγής ως εφεσίβλητοι - εναγόμενοι και ως υπεράσπιση κατά της έφεσης χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (άρθρο 527 παρ1 ΚΠΟΛΔ),δηλαδή ότι :Α)στην υπογραφείσα σύμβαση ναυτολόγησης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου υπάρχει ειδικός όρος (υπ`αρ.6)για δίμηνη δοκιμαστική περίοδο και Β)στο συνημμένο στην ως άνω σύμβαση ναυτολόγησης έγγραφο με τον τίτλο ΣΥΝΗΜΜΕΝΟ Α-ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ στον εν λόγω όρο για δίμηνη δοκιμαστική περίοδο αναφέρεται ότι η σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί από τον εργαζόμενο......, από τον εργοδότη:

α) αν ο εργαζόμενος δεν τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις ,β)αν εγκαταλείψει εθελοντικά και μόνιμα το πλοίο γ)σε περίπτωση ανυπακοής για πολύ σοβαρό ζήτημα ,δ) σε περίπτωση σκόπιμης και σημαντικής φθοράς των περιουσιακών στοιχείων του πλοίου ή του φορτίου του...."Ακόμη ,στον εν λόγω όρο αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες έχουν δικαίωμα να καταγγείλουν τη σύμβαση και πριν λήξει ο χρόνος της δοκιμασίας χωρίς αποζημίωση σε περίπτωση παραπτώματος του ναυτικού ή παράβασης των καθηκόντων του ή σε περίπτωση άρνησης εκτέλεσης των καθηκόντων του.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι: α) η επίκληση δίμηνης δοκιμαστικής περιόδου δεν συνιστά "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 560 αρ.5ΚΠΟΛΔ, δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με την έννοια της κατάλυσης των αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσιβλήτου, αλλά επιχείρημα τόσο εκ του νόμου που εσφαλμένα θεωρούν οι αναιρεσείοντες ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση , εφόσον όπως προαναφέρθηκε στη σύμβαση ναυτικής εργασίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου για δοκιμαστική περίοδο, όσο και από τις αποδείξεις (σύμβαση ναυτολόγησης), εφόσον είναι άκυρη κάθε αντίθετη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων περί δοκιμαστικής περιόδου.

β)όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός περί υπαιτίου παραπτώματος του ενάγοντος, η επίκληση και απόδειξη του οποίου από τους εναγόμενους στερεί από τον πρώτο του δικαιώματος λήψης αποζημίωσης απόλυσης, κατά τον επικαλούμενο συμβατικό όρο, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον πλοίαρχο και κατά τη διάρκεια της δίμηνης δοκιμαστικής περιόδου, λήφθηκε υπόψη από το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και απορρίφθηκε (ο ισχυρισμός περί υπαιτίου παραπτώματος του ενάγοντος) , όπως προαναφέρθηκε, ως απαράδεκτος, η δε απόρριψη του ως απαραδέκτου, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν περιλαμβάνεται στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠΟΛΔ.

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και πρόσθετος λόγος, (κατά το μέρος που ασκήθηκαν από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες) και να καταδικαστούν αυτοί λόγω ήττας τους στα οριζόμενα στο διατακτικό έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106,176,183ΚΠΟΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, στους αναιρεσείοντες

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 5.12.2017(αρ. κατάθεσης 828/2017) αίτησης αναίρεσης και του από 18.12.2017 (αρ.κατάθεσης133/2017)πρόσθετου λόγου αναίρεσης κατά της 5112/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα.

Απορρίπτει την αναίρεση και τον πρόσθετο λόγο ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ