1224/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1224/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Full text
Απόφαση 1224 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1224/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του, Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου:Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 911/2014 του ιδίου Δικαστηρίου, 9/2015 του Εφετείου Κέρκυρας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση του αναιρεσιβλήτου να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε σ’ αυτόν νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη με επίκληση προσαγόμενη από το αναιρεσείον υπ’ αριθ. ...21-9-2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.
Ν. και τις από 21-9-2016 και 22-9-2016 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση αντίστοιχα του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Κηφισιάς Αστυφύλακα Θ. Π. και του υπαλλήλου ΕΛΤΑ Κ. Φ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείς (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθεί ως να ήταν παρών και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τούτου.
Από τη διάταξη 1710 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι "κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, με εξαίρεση τα συνδεόμενα στενά με το πρόσωπό του, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνον τα δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομίας, αλλά κατά τρόπο ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, είτε μεμονωμένα, είτε ως διακριτές στις συναλλαγές περιουσιακές ομάδες, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλεισθεί από την κληρονομική διαδοχή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), ενώ ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.
Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ’ αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην ένδικη έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα ή από εκείνο που θεωρεί ορθό ο εναγόμενος, από τις σχετικές απόψεις των οποίων δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, ώστε να δημιουργούνται λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλ’ υπάγει απλώς στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 1487/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον (εναγόμενο) επικαλούμενο τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυρίζεται, κατ’ ορθήν εκτίμηση του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τις διατάξεις αυτές, διότι ενώ με την από 4-6-2013 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η αποβιώσασα την 1-1-2004 μητέρα του ετύγχανε μέχρι του θανάτου της αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου, η επικυρωθείσα από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πρωτόδικη απόφαση ανεγνώρισε ότι κατά τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στο Δ.Δ. ...
του ... (18-7-2005) τα επίδικα εδαφικά τεμάχια ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία της θανούσας μητέρας του ενάγοντος. Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, ο ενάγων εξέθετε σ’ αυτό ότι τυγχάνει κύριος του λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου δυνάμει της από 20-1-1998 νομίμως δημοσιευθείσας ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιώσασας την 1-1-2004 μητέρας του, η οποία απέκτησε την κυριότητά του τόσο παραγώγως εξ αγοράς παρά της μνημονευόμενης αληθούς κυρίας δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθ. .../1971 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κερκύρας Σ.
Β., όσο και πρωτοτύπως με τη συνεχή έκτοτε και μέχρι του θανάτου της άσκηση διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών της νομής της (έκτακτη χρησικτησία). Ότι το ακίνητο αυτό υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης, πλην όμως δεν αποτυπώθηκε ως αυτοτελές γεωτεμάχιο, αλλά ως τμήμα, μαζί με άλλα δυο όμορα ακίνητα, καθώς και με όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου, όλως εσφαλμένα δε συμπεριελήφθη στο ευρύτερο γεωτεμάχιο, έκτασης 8.483 τ.μ., με ΚΑΕΚ....
και με φερόμενο δικαιούχο κυριότητας "άγνωστο ιδιοκτήτη". Ότι για τη διόρθωση της ανακριβούς αυτής εγγραφής, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας αίτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 477/2009 απόφαση και, μετά από ασκηθείσα έφεση κατ’ αυτής, η υπ’ αριθ. 71/2010 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, με τις οποίες αναγνωρίστηκε η δικαιοπάροχός του κυρία του ακίνητου αυτού, πλην όμως η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου Κέρκυρας, δεν προέβη στην καταχώριση των αποφάσεων αυτών στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με τον ως άνω ΚΑΕΚ, παρά μόνο στη σημείωση επ’ αυτού, επικαλούμενη ότι το επίδικο ακίνητο επηρεάζει και δύο όμορα ακίνητα με διαφορετικούς ιδιοκτήτες.
Περαιτέρω ιστορούσε ότι δυο τμήματα του ακινήτου του, εμβαδού 79,46 τ.μ. και 119,76 τ.μ., έχουν συμπεριληφθεί στα ανωτέρω ακίνητα ενώ τμήμα του, εμβαδού 137,62 τ.μ., θα πρέπει να αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου του επί του ανωτέρω ακινήτου και να διορθωθούν οι ως άνω εσφαλμένες εγγραφές, ώστε να εγγραφεί εκείνη (δικαιοπάροχος) ως κυρία του επιδίκου ακινήτου, να διαταχθεί η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου Κέρκυρας στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και να αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα.
Εκ των ανωτέρω ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία για το ότι, κατ’ ορθήν εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το αίτημα της τελευταίας ήταν να αναγνωρισθεί ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε κατά τον χρόνο θανάτου της μητέρας του ενάγοντος στην κληρονομιαία περιουσία της.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατ’ αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας αυθαίρετα και απαραδέκτως το δικόγραφο της αγωγής μετέβαλε ουσιαστικά το περιεχόμενό της και επεδίκασε κάτι διαφορετρικό από το αιτούμενο", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης, δοθέντος ότι το Εφετείο (όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών προέβη στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της, έστω και αν αυτός είναι διαφορετικός από τον προβαλλόμενο από το αναιρεσείον.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 120, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται σ’ αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου και ποιά η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 1662/2009).
Εξάλλου, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 30/1997, ΟλΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και γι’ αυτόν τον λόγο καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση, αντένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, δηλαδή η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση.
Με τον δεύτερο κατά τα σχετικά σκέλη του, κατ’ ορθήν εκτίμησή του, λόγο αναίρεσης προσάπτεται αφενός η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση διότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 του Συντάγματος, 966, 967, 968, 970, 997 ΑΚ, 1, 2, 3 του ν. 2971/2001, 5 εδαφ. δ του ν. 301/1976, 2 του α.ν. 522/1968, 5 παρ. 2 του α.ν. 263/1968, 2 του α.ν. 827/1948, 1 παρ. 2 του ν.δ. 608/1948, 1, 2 παρ. 3 και 5, 4 παρ. 1,2,4 και 6, 12 του α.ν. 2344/1940, 1 παρ. 3, 2 παρ. 1, 3 και 4 του α.ν. 1539/1938, 60 παρ. 1 του π.δ.
της 11/12-11-1929, 423 του Ιόνιου Αστικού Κώδικα, ν. ΡΝ/1866, 15 του από 1837 νόμου και αφετέρου η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός κατ’ αμφότερα τα σκέλη του ελέγχεται απορριπτέος ως αόριστος διότι το αναιρεσείον δεν αναφέρει στην αίτησή του α) τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, αλλά και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των προπαρατεθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή πού ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή τούτων και ποιά η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης και β) ποιές εκ των αιτιολογιών της απόφασης είναι ελλιπείς και ποιές επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει αυτή, καθώς και ποιές αναλυτικά υπήρξαν οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η έλλειψη νόμιμης βάσης της.
Εξάλλου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά την αιτίαση που προσάπτεται ως προς το ότι το Εφετείο δέχθηκε την κτήση κυριότητας της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου επί του ανήκοντος, κατά το αναιρεσείον, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επιδίκου ακινήτου, χωρίς ο αναιρεσίβλητος να επικαλεσθεί και ν’ αποδείξει ότι είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας της μέχρι την 11-9-1915 στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο στις παραδοχές της απόφασής του δεν δέχεται τον χαρακτηρισμό του επιδίκου ως δημόσιας έκτασης, πέραν του ότι ούτε από το από τις 13/29 Δεκεμβρίου 1817 ισχύσαν στην Επτάνησο ‘ ‘ Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων’ ‘ , ούτε από τον ακολουθήσαντα ν.
ΡΝ/1866 ‘ ‘ περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας ‘ ‘ προεβλέποντο δημόσια κτήματα, ως ιδιοκτησία του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, ώστε να περιέλθουν αυτά κατά διαδοχή, μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα,το έτος 1864, στο Ελληνικό Κράτος, η δε επιχώριος ( ή εγχώριος ή κοινή) περιουσία διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων εκάστης νήσου και ειδικότερα για την Κέρκυρα με τους ν.
ΣΟΕ/ 1868 και ΑΦΙ/ 1887 (ΑΠ.340/1985). Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες καθ’ όσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, προς στήριξη των απόψεών του ως προς την επί του επιδίκου κυριότητά του, που δεν υπόκεινται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 368, 372, 379, 387 και 388 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η διάταξη για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, η επιλογή των πραγματογνωμόνων από το σχετικό κατάλογο ή και εκτός αυτού, αν κριθεί σκόπιμο, η παροχή αναγκαίων οδηγιών για τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και η διάταξη νέας πραγματογνωμοσύνης ή η επανάληψη ή συμπλήρωση πραγματογνωμοσύνης που έγινε, από τον ίδιο ή άλλο πραγματογνώμονα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Η τυχόν εσφαλμένη κρίση του πραγματογνώμονα ή η μη λήψη από αυτόν υπόψη κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, δεν καθιστά άκυρη την έκθεσή του, αφού το δικαστήριο δύναται να της αποδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα ή να διατάξει επανάληψη ή συμπλήρωσή της ή νέα πραγματογνωμοσύνη. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται, κατ’ ορθήν εκτίμησή του, η από τον ανωτέρω αριθμό πλημμέλεια διότι το Εφετείο έλαβε για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος υπόψη του μόνο την αναφερόμενη στο σκεπτικό της απόφασής του έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία είναι άκυρη καθόσον ο συντάξας αυτήν πραγματογνώμονας επισκέφθηκε το επίδικο με την παρουσία του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να γνωρίσει στο αναιρεσείον τον χρόνο της επίσκεψής του και χωρίς να προσέλθει στα γραφεία της Κτηματικής Υπηρεσίας Κερκύρας για να λάβει γνώση των εγγράφων, όπως η πρόταση της Επιτροπής Αιγιαλού για τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας στην περιοχή όπου κείται το επίδικο, τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα και τις αεροφωτογραφίες του ΓΕΝ.
Πέραν του ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτύρων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση τα διάδικα μέρη, αλλά και από την "ελεύθερη" εκτίμηση της υπ’ αριθ. 13/2014 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την 1722/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Χ.
Γ., η εν λόγω έκθεση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι άκυρη, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον ανωτέρω αριθμό πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) το με αριθ. πρωτ. .../1-9-2009 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας και β) την από 16-1-2001 έκθεση περί καθορισμού οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας στη θέση ...
της αρμόδιας προς τούτο Επιτροπής, που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αναφέροντας μάλιστα αυτολεξεί στο σκεπτικό της απόφασής του ότι σ’ αυτό κατέληξε: ".....και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι ....", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης τούτων.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ