Legislator Case Law & Legislation
1224/2016 AI generated

1224/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1224/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1224/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171 §2 ΚΠολΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510§ 1 στοιχ. Α του ΚΠολΔ αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Keywords

AI generated
mission, travel and accommodation expenses special scheme for travel agents resort tax traveller's cheque tourism development hospitality services
AI generated
1223/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γ. Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα , Αρεοπαγίτες.
1222/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
1716/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
875/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
1466/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα (κωλυομένης της αντιπροέδρου Βιολέττας Κυτέα), Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1224 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1224/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη - Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Α., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Π. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη και 2)Γ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 345/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Γ. Μ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη.

Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2015, κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, και στους κοινούς προσθέτους λόγους, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1246/2015.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30-10-2015 και 2-3-2016 αίτηση και πρόσθετοι λόγοι, αντίστοιχα, για αναίρεση της 345/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης, με την οποία καταδικάσθηκαν ο μεν πρώτος, Π. Μ., σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμηση, ο δε δεύτερος Μ. Γ., σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, για ηθική αυτουργία στις ως άνω πράξεις, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου κα" αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται, όποιος, ενώ εξετάζεται, ενόρκως, ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε.

Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας του και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών.

Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από ην πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.

Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως της συκοφαντικής δυσφήμησης ης ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως ή της καταθέσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 345/2015 απόφαση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με επίσπευση της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και ήδη ΜΑRFΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και σε εκτέλεση των με αρ. 69/2004, 75/2004 96/2004 και 97/2004 Διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό το ευρισκόμενο στη Χερσόνησο Ηρακλείου Κρήτης, ξενοδοχειακό συγκρότημα ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας ..., της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Γ.

Μ., αποτελούμενο από δέκα συνεχόμενα επιμέρους ακίνητα, που είχαν κατασχεθεί με τη με αρ. .../6-9-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Χ. Κ., ορίστηκε δε με τη με αρ. .../21-12-2006

Α’ Επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων, του ίδιου δικαστικού επιμελητή ως ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 7-2-2007. Η ως άνω επισπεύδουσα τράπεζα αναγγέλθηκε για ποσό 4.078.358,80 ευρώ. Κατά τη παραπάνω ημερομηνία (7-2-2007) ο πλειστηριασμός διεξήχθη στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου ενώπιον του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γ. Σ. και εμφανίστηκε σ’ αυτόν και πλειοδότησε ο Γ. Μ., δικηγόρος Ηρακλείου για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Κ. Κ.. Το παραπάνω ξενοδοχείο κατακυρώθηκε στην ως άνω υπερθεματίστρια αντί του ποσού των 5.334.000 ευρώ. Ακολούθως εκδόθηκε από τον ίδιο συμβολαιογράφο η με αρ. .../7-2-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου στις 7-3-2007, ενώ με τη με αρ. .../29-3-2007

έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Η. Δ., η υπερθεματίστρια εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ..., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της με αρ. .../7-2-2007 έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης με αρ. .../6-3-2007 κατακυρωτικής έκθεσης του παραπάνω συμβολαιογράφου. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκαν η με αρ. 313/2008 οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού και η με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, οι οποίες απέρριψαν την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από το πρώτο κατηγορούμενο, η οποία όμως απορρίφθηκε με τη με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, ο Γ. Μ. κατέθεσε την 14-3-2011 ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηρακλείου, την με ίδια ημερομηνία μήνυση, σε βάρος των Π. Μ. και Γ. Μ., για ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση για το πρώτο κατηγορούμενο και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα και συκοφαντική δυσφήμιση για το δεύτερο κατηγορούμενο, για τις οποίες δικάζονται στο παρόν δικαστήριο μετά την άσκηση εφέσεως κατά της με αρ. 1057/2014 απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.

Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και σε σχέση με το διενεργηθέντα πλειστηριασμό, αποδείχτηκε ότι κατά τη προσδιορισμένη ημερομηνία της 7ης Φεβρουαρίου 2007, εντός του Δημοτικού καταστήματος του Δήμου Χερσονήσου, και περί ώρα 12:00 ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ι. Κ. βρισκόταν στο χώρο τούτο, προκειμένου να βεβαιώσει την έναρξη του πλειστηριασμού, διενεργούμενο από άλλη συμβολαιογράφο.

Μετά την έναρξη του πλειστηριασμού τούτου, κατόπιν εντολής που έλαβε από το συμβολαιογράφο Γ. Σ., κήρυξε την έναρξη του πλειστηριασμού στα ως άνω ακίνητα της εταιρείας ..., λίγο μετά τις 12. Στο σημείο τούτο αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η έναρξη όσο και οι πλειστηριασμοί λαμβάνουν χώρα στο Δημοτικό Κατάστημα Χερσονήσου, στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, δίχως ωστόσο τούτο να είναι δεσμευτικό.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο επίδικος πλειστηριασμός διενεργήθηκε εντός του Δημοτικού Καταστήματος Χερσονήσου και έξωθεν του κυλικείου. Παρόντες στον πλειστηριασμό τούτο, πέραν του Συμβολαιογράφου ήταν και ο δικηγόρος Γ. Μ., πληρεξούσιος της υπερθεματίστριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Πλην του τελευταίου, ο οποίος είχε εμφανώς έννομο συμφέρον να παρακολουθεί τη διενέργεια του πλειστηριασμού, λόγω αφενός του υψηλού τιμήματος 5.334.000 ευρώ η τιμή της πρώτης προσφοράς, και λόγω του ότι σε προγενέστερη ημερομηνία, την 20 Δεκεμβρίου 2006 είχε διενεργηθεί πλειστηριασμός δίχως να εμφανιστεί κανένας πλειοδότης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση του πλειστηριασμού, παρόντες ήταν και οι Κ.

Κ., ως ενδιαφερόμενος πλειοδότης, ο οποίος ενώ επέδειξε στο συμβολαιογράφο μια επιταγή, εντούτοις δεν πλειοδότησε, όπως και η κ. Μ., σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου, η οποία και μετέβη-στο χώρο μετά την 1.15 έως 1.40 μμ. συνοδευόμενη από το δικηγόρο του συζύγου της Φ. Δ.. Να σημειωθεί ότι δεν παρευρέθηκε ποτέ στο χώρο αυτό ο κατηγορούμενος Π.

Μ.. Εξάλλου αποδείχτηκε ότι είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις του δεύτερου κατηγορουμένου, με τους αρμόδιους υπαλλήλους της επισπεύδουσας, διευθυντή και δικηγόρο, κατά τη διάρκεια των οποίων οι τελευταίοι, προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον συμβολαιογράφο Σ. στο γραφείο του, δίχως η ενέργεια τούτη να τελεσφορήσει.

Οι συναντήσεις αυτές είχαν ως περιεχόμενο την προσπάθεια ματαίωσης του πλειστηριασμού, λόγω καταβολής μέρους των οφειλομένων. Ωστόσο, οι όποιες ενέργειες απέβησαν άκαρπες. Κατόπιν τούτων, ο συμβολαιογράφος Σ. αφού έλαβε τη με αριθμό ... επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ ποσού 1.776.000 ευρώ, ίσου με το 1/3 του ποσού της πρώτης προσφοράς, ημερομηνίας 7-2-2007 από τον, δικηγόρο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ο οποίος προσέφερε το ποσό των 5.334.000 ευρώ και εν απουσία άλλων πλειοδοτών, κατακύρωσε τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα στην υπερθεματίστρια, δίδοντας της ταυτόχρονα και προθεσμία δεκαπέντε ημερών για την καταβολή του υπολοίπου, δίχως ωστόσο ο δικηγόρος της υπερθεματίστριας να υπογράψει την ημέρα εκείνη, γεγονός που βεβαιώθηκε στην έκθεση.

Ο δικηγόρος της επισπεύδουσας, Ε. Π. και σύμφωνα με πάγια τακτική, που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές, λόγω του ότι είχε προηγηθεί ματαίωση του πλειστηριασμού, το Δεκέμβριο του 2006 και προκειμένου να μη πάρει άλλος δανειστής τα ηνία της εκτέλεσης, μη έχοντας πληροφορηθεί την επίτευξη του εκπλειστηριάσματος και την κατακύρωση των πλειστηριαζόμενων, έδωσε εκ νέου παραγγελία στον δικαστικό επιμελητή Ηρακλείου Χ.

Κ., από την 7-2-2007, προκειμένου να συνεχίσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναβολής του. Την επόμενη ημέρα (8/2) το πρωί ο δικαστικός επιμελητής κατέθεσε στην υπάλληλο του ως άνω συμβολαιογράφου την εντολή συνέχισης, την οποία η τελευταία, παρέλαβε, ως είχε υποχρέωση και μη έχοντας προλάβει ο πληρεξούσιος της επισπεύδουσας να την ανακαλέσει.

Η εντολή τούτη ωστόσο κατέστη κενή περιεχομένου, μόλις ο κ. Π. πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Σ., τα ως άνω αναφερθέντα. Με βάση τα ανωτέρω ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με τον τρόπο που περιγράφεται στη με αριθμό ... έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων, δηλαδή κηρύχθηκε από το δικαστικό επιμελητή Κ.

η έναρξη του, εντός του Δημοτικού καταστήματος Χερσονήσου, παρουσία του πληρεξουσίου της υπερθεματίστριας, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός πλειοδότης, και τρίτων. Ο πλειστηριασμός έληξε περί των 14:00 δίχως να προβληθεί ουδεμία αντίρρηση από τους παρόντες, και δη τη σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου και από το συνήγορο του Δ.

Φ.. Ο κ. Σ., είχε συντάξει μέρος της έκθεσης στο γραφείο του, πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ενώ κατά τη διάρκεια του κράτησε σημειώσεις, προκειμένου να ολοκληρώσει τη σύνταξη της έκθεσης και την καθαρογραφή της στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του συμβολαιογραφείου του. Ο δικηγόρος της επισπεύδουσας αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την κατακύρωση, ήτοι την 8 Φεβρουαρίου 2007 ανακάλεσε την εντολή συνέχισης του πλειστηριασμού προς το δικαστικό επιμελητή Πρωτοδικείου Ηρακλείου, Χ.Κ..

Εξάλλου όλες οι παραπάνω αιτιάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού έχουν κριθεί αμετάκλητα με αποφάσεις, μετά την άσκηση εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, ανακοπών και έχουν απορριφθεί με τις προαναφερθείσες με αρ. 313/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, και με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι στο Ηράκλειο στις 28-2-11, ο πρώτος κατηγορούμενος Π. Μ. του Ν. κατά την ένορκη εξέταση του, ως μάρτυρας, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου, Ε. Τ. του Μ., κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, προκειμένου η κατάθεση του να χρησιμοποιηθεί στο Εφετείο Κρήτης, κατά την εκδίκαση της εφέσεως της ..." κατά της με αρ. 313/08 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.

Συγκεκριμένα αυτός κατέθεσε ότι "Στις 7 Φεβρουαρίου του 2007 έμαθα από τον φίλο μου Ν. Κ. ότι έβγαινε στον πλειστηριασμό το ξενοδοχείο .... Αυτός με πήρε και πήγαμε στο Δήμο Χερσονήσου, μια και ο ιδιοκτήτης Γ. Μ. ήταν και σε εμένα πολύ γνωστός. Η ώρα που φτάσαμε στο Δήμο ήταν 12:00 το μεσημέρι περίπου και παραμείναμε μισή ώρα περίπου ρωτώντας τους υπαλλήλους αν γινόταν κανένας πλειστηριασμός.

Όσους ρωτήσαμε μας είπαν όχι δεν γίνεται. Δεν είδαμε κανένα συμβολαιογράφο, ούτε ακούσαμε κάποιον να κηρύττει τον πλειστηριασμό. Επίσης δεν είδα τον δικηγόρο μου Γ. Μ. εκεί, τον οποίο γνωρίζω πολύ καλά, αφού είναι δικηγόρος μου. Για όλα αυτά είμαι απολύτως ειλικρινής. Αυτά όλα τα γνωρίζω από ιδία αντίληψη.".

Τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Τ. του Μ. ήταν ψευδή και ο ίδιος ο εν λόγω κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, καθόσον ο πλειστηριασμός του ξενοδοχείου ... διεξήχθη κανονικά ενώπιον του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού Γ. Σ., παρουσία και τρίτων ήτοι του μηνυτή Γ.

Μ., δικηγόρου Ηρακλείου, ο οποίος και πλειοδότησε για λογαριασμό του πελάτη του, Γ. Κ. πλειοδότη και άλλου ενδιαφερόμενου πλειοδότη Κ., ενώ και ο ίδιος ο καθού ο πλειστηριασμός - οφειλέτης Μ. όπως και η σύζυγος αυτού γνώριζαν για την διεξαγωγή του πλειστηριασμού, αφού είχαν τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια διεξαγωγής του συνομιλίες με την επισπεύδουσα τράπεζα για την αναβολή του.

Την διεξαγωγή δε του πλειστηριασμού γνώριζε ο κατηγορούμενος από τον ίδιο τον δεύτερο κατηγορούμενο Γ. Μ., ο οποίος και τον έπεισε να καταθέσει ψευδώς τα παραπάνω. Επίσης, τα όσα ως άνω ψευδή εν γνώσει του πραγματικά περιστατικά ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων ο κατηγορούμενος Π. Μ., ήτοι της συμβολαιογράφου Ε.

Τ., μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, Γ. Μ. του Α., δικηγόρου Ηρακλείου. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσε ο εν λόγω κατηγορούμενος με πρόθεση, τελώντας σε γνώση της αναλήθειας των ισχυρισθέντων από αυτόν, πραγματικών περιστατικών, καθώς και της δυνατότητας αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος δικηγόρου.

Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Μ. του Ι., στο Ηράκλειο στις 28-2-11, με πρόθεση προκάλεσε στον συγκατηγορούμενό του Π. Μ. την απόφαση να τελέσει τις ως άνω άδικες πράξεις, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμισης, που αυτός διέπραξε. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ..." έπεισε με πειθώ και φορτικότητα, τον πρώτο κατηγορούμενο, Π.

Μ. του Ν., με τον οποίο συνδεόταν με φιλική σχέση, να καταθέσει ενόρκως ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Τ. του Μ., εν γνώσει του ψευδώς τα όσα ανωτέρω αναφερόμενα αυτός κατέθεσε και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, Γ. Μ. του Α. δικηγόρου Ηρακλείου. Απώτερος δε σκοπός του, ήταν να χρησιμοποιήσει την ψευδή ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π.

Μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε. Τ. ως αποδεικτικό μέσο στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση έφεσης κατά της με αρ. 313/08 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου με την οποία ζητούσε να εξαφανιστεί η παραπάνω απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή του για ακύρωση του πλειστηριασμού.

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων τους αυτών." Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: στο Ηράκλειο στις 28-2-11, τέλεσαν με μια πράξη πολλά αδικήματα που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα: Α) ο πρώτος κατηγορούμενος, Π.

Μ. του Ν. στον ανωτέρω τόπο και χρόνο: 1) ενώ εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξετάστηκε ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Τ. του Μ. προκειμένου η κατάθεση του να χρησιμοποιηθεί στο Εφετείο Κρήτης κατά την εκδίκαση της εφέσεως της ..." κατά της υπ’ αριθμ. 313/08 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατέθεσε ότι: "Στις 7 Φεβρουαρίου του 2007 έμαθα από τον φίλο μου Ν.

Κ. ότι έβγαινε στον πλειστηριασμό το ξενοδοχείο .... Αυτός με πήρε και πήγαμε στο Δήμο Χερσονήσου, μια και ο ιδιοκτήτης Γ. Μ. ήταν και σε εμένα πολύ γνωστός. Η ώρα που φτάσαμε στο Δήμο ήταν 12:00 το μεσημέρι περίπου και παραμείναμε μισή ώρα περίπου ρωτώντας τους υπαλλήλους αν γινόταν κανένας πλειστηριασμός.

Όσους ρωτήσαμε μας είπαν όχι δεν γίνεται. Δεν είδαμε κανένα συμβολαιογράφο ούτε ακούσαμε κάποιον να κηρύττει τον πλειστηριασμό. Επίσης δεν είδα τον δικηγόρο μου Γ. Μ. εκεί, τον οποίο γνωρίζω πολύ καλά αφού είναι δικηγόρος μου. Για όλα αυτό είμαι απολύτως ειλικρινής. Αυτά όλα τα γνωρίζω από ιδία αντίληψη." Τα ως άνω όμως κατατεθέντα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε.

Τ. του Μ. ήταν ψευδή και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, 2) Ισχυρίστηκε ψευδώς, ενώπιον τρίτων, για άλλον γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ισχυρίστηκε ψευδώς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε.

Τ. του Μ. τα ως άνω περιγραφόμενα ψευδή γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, Γ. Μ. του Α., δικηγόρου Ηρακλείου, ο δε κατηγορούμενος γνώριζε το ψεύδος αυτών. Β) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ. Μ. του Ι., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... -ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ -ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ..." έπεισε με πειθώ και φορτικότητα τον πρώτο κατηγορούμενο, Π. Μ. του Ν. να καταθέσει ενόρκως ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Τ. του Μ., εν γνώσει της ψευδώς τα όσα ανωτέρω αναφερόμενα αυτή κατέθεσε και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος, Γ.

Μ. του Α. δικηγόρου Ηρακλείου". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας στις προαναφερόμενες πράξεις, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362 - 363, 224 παρ.2, 26 παρ.1, 27 παρ.1, 46 παρ.1 εδ.α, 94 του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση: α)τα ψευδή περιστατικά τα οποία ο πρώτος αναιρεσείων κατέθεσε στις 28-2-2011 ως μάρτυρας κατά την ένορκη εξέταση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Τ. και τα οποία (ψευδή) ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Γ.

Μ. β)ο τρόπος με τον οποίο εγένετο η διάδοση και οι τρίτοι που έλαβαν γνώση αυτών γ)Παρατίθενται τα κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή όπως και ποία είναι τα αληθή, αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, τον δόλο των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, με την έκθεση στο αιτιολογικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει γνώση αυτών, με την έννοια της βεβαιότητας για την αναλήθεια των, ως άνω γεγονότων και έτσι αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος του πρώτου αναιρεσείοντος, στηριζόμενος σε ιδία αυτού αντίληψη (βλ.

ένορκη κατάθεση του) αλλά και του δευτέρου αναιρεσείοντος, διότι καθ’ όλη τη διάρκεια του πλειστηριασμού βρισκόταν στην επισπεύδουσα Τράπεζα κάνοντας διαπραγματεύσεις προκειμένου να επιτύχει, την αναβολή του οι οποίες απέβησαν άκαρπες, ενώ η σύζυγος του παρευρισκόταν στον χώρο του πλειστηριασμού για τον ίδιο σκοπό.

δ)ότι ο ίδιος ο δεύτερος αναιρεσείων - κατηγορούμενος έπεισε, τον πρώτο κατηγορούμενο μάρτυρα, που εξετάσθηκε ενώπιον αρμόδιας κατά τούτο αρχής να επιβεβαιώσουν τους ψευδείς ισχυρισμούς του, ο τρόπος και τα μέσα (φορτικότητα, πειθώ καθώς και την εκμετάλλευση της επιρροής του προς αυτόν, λόγω και της φιλικής του σχέσης), με τα οποία προκάλεσε σ’ αυτόν (μάρτυρα) την απόφαση να καταθέσει τα όσα ψευδή κατέθεσε.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψει και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Α σε συνδυασμό με το αρθ. 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσες διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το αρθ. 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο.

Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί υπόψει από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.

Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι λήφθηκαν υπόψει για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος οι με αριθμούς 69/04,75/04 96/04 και 97/04 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η με αριθμό .../04 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείου Ηρακλείου Χ.

Κ., η .../21-12-06 Α επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου δικαστικού επιμελητή, η με αριθμό .../07 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, η .../07 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Ηρακλείου Η. Δ., το δικόγραφο της ανακοπής με το οποίο ζητείτο η ακύρωση της με αριθμό .../07 κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης με αριθμό .../07 κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Γ.Σ., η με αριθμό ...

επιταγή της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ η από 7-2-2007 εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή Χ. Κ. για συνέχιση του πλειστηριασμού η με αριθμό ... έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων χωρίς τα άνω έγγραφα να έχουν αναγνωσθεί με αποτέλεσμα να στερηθεί των δικαιωμάτων που απορρέουν των διατάξεων των αρθ. 333 παρ 2 και 358 Κ.Ποιν.Δ. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλομένης απόφασης προκύπτει ότι στα αναγνωσθέντα περιλαμβάνονται η από 8-2-2007 εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή Χ.

Κ. για συνέχιση του πλειστηριασμού (αναφερόμενη προφανώς εκ παραδρομής στο σκεπτικό ως από 7-2-2007) όπως και η με αριθμό .../29-3-2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Η. Δ. (αναφέρεται στα αναγνωσθέντα ως η από 29/3/2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης) στην οποία μνημονεύεται και η με αριθμό .../07 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Ηρακλείου Γ.

Σ. και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τα λοιπά εκ των ανωτέρω εγγράφων τα οποία από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, εκτός του ότι το περιεχόμενο των προκύπτει από τις αναγνωσθείσες αποφάσεις 313/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την 267/2011 του Εφετείου Κρήτης και την 1401/2012 του ΑΠ είναι διαδικαστικά έγγραφα και αφορούν την προηγηθείσα του αναγκαστικού πλειστηριασμού επί του ακινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων, διαδικασία και αναφέρονται στην απόφαση διηγηματικά χωρίς να επηρεάζουν το αποδεικτικό πόρισμα για την ενοχή των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς και ο σχετικός εκ της άνω παράβασης λόγος αναίρεσης εκ του αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Α πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171 §2 ΚΠολΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510§ 1 στοιχ. Α του ΚΠολΔ αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση πολιτικής αγωγής, καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64, 63 και 68 ΚΠολΔ.

Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα δηλ. από τους αμέσως ζημιωθέντος από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ,.

Δηλαδή, πρέπει η εισαγόμενη πολιτική αξίωση αποζημιώσεως η χρηματικής ικανοποιήσεως να έχει άμεση σχέση και δη αιτιώδη συνάφεια με την κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος διώχθηκε και δικάζεται, τούτο δε κρίνεται κατά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, όπως διατυπώνονται στο κλητήριο θέσπισμα ή στη κλήση του κατηγορουμένου και σύμφωνα με το προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Το επιτρεπτό ή μη της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 720/2013). Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε στο δικαστήριο ο Γ.

Μ. και δήλωσε, (επαναλαμβάνοντας την σχετική επί του πρωτοβαθμίου δήλωση του), ότι παρίσταται, ως δικηγόρος, αυτοπροσώπως, εναντίον των κατηγορουμένων, ως πολιτικώς ενάγων και ζητεί να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις άδικες πράξεις αυτών (συμπεριλαμβανομένης και της ψευδορκίας και ηθικής σ’ αυτήν αυτουργίας).

Οι αναιρεσείοντες με τον σχετικό πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρθ. 510 αριθμό 1 στοιχ Α ΚΠΔ διότι επέτρεψε την παράσταση του άνω προσώπου ως πολιτικώς ενάγοντος και για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής σ’ αυτήν αυτουργίας αν και δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο όροι και ειδικότερα η αφορώσα στην ενεργητική του νομιμοποίηση προϋπόθεση.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα δεδομένου ότι κατά την κατηγορία, ως άμεσα ζημιωθέντα πρόσωπα, από την τέλεση των ένδικων αδίκων πράξεων, φέρεται και ο Γ. Μ. αφού από τη ψευδή κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησε την καταβολή του άνω ποσού που και τελικά μετά την καταδίκη των αναιρεσειόντων επιδικάστηκε υπέρ αυτού.

Άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων αμφισβήτησε το δικαίωμα των για άσκηση πολιτικής αγωγής κατά την σχετική των δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για πλημμέλεια εκ του αρθ. 510 αρ. 1 στοιχ Α ΚΠΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Με βάση όλα τα ανωτέρω η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (αρ.583 ΚΠΔ) και την δικαστική δαπάνη πολιτικώς ενάγοντος κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (αρ.176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2015 και 2-3-2016 αίτηση και πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, κατά της 345/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων που ορίζονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250) για τον καθένα. Και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ