Supreme Court dismisses appeal against lease termination, ruling commercial lease of protected heritage theater does not apply special law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision terminating a commercial lease agreement with the National Theatre. The appellant argued the lease should be governed by special heritage protection laws, but the court found the contract explicitly allowed diverse public event activities beyond just theater and cinema. Consequently, the court held the lease fell under general civil law regarding duration and rent, rejecting the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 th' of Decree-Law 34/1995; Art. 574 et seq. of the Civil Code: Commercial leases of real estate characterized as protected heritage concluded after September 1, 1990, are governed by general civil law unless the contract restricts use exclusively to specific protected activities.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1224 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1224/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο - Ελευθέριο Σαγώνα.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Εθνικό Θέατρο", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5710/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2015 αίτησή του, με τις δε από 30-4-2015 προτάσεις του ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 13-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 8-1-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5710/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αίτησης και του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. θ' του π.δ. 34/1995 δεν υπάγονται στον νόμο για τις εμπορικές μισθώσεις οι μισθώσεις ακινήτων που έχουν χαρακτηρισθεί ως διατηρητέα και οι οποίες συνάπτονται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1990.
Συνεπώς, οι μισθώσεις αυτές ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα τους ή αν αφορούν άσκηση στο μίσθιο προστατευόμενου κατά το άρθρο 2 του ιδίου π.δ/τος επαγγέλματος, είναι μισθώσεις του κοινού αστικού δικαίου και διέπονται καθ' ολοκληρίαν και ιδία ως προς τη διάρκειά τους και το ύψος του μισθώματος από τις διατάξεις των άρθρων 574 και επ.
του Α.Κ. και τις σχετικές συμφωνίες των μερών. Με τον όρο "έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα" η άνω διάταξη αναφέρεται προδήλως σε ακίνητα (οικοδομήματα), τα οποία, είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα εν όλω ή για τμήματά τους, για λόγους διατήρησης και ανάδειξης του ιδιαίτερα πολεοδομικού, αισθητικού, ιστορικού, λαογραφικού ή αρχιτεκτονικού χαρακτήρα τους, είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 52 του προϊσχύσαντος κ.ν. 5251/1932 "Περί αρχαιοτήτων", πρόκειται για οικοδομήματα μεταγενέστερα του 1830, τα οποία με απόφαση του Υπουργού Προεδρίας ήδη Πολιτισμού, που επίσης δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, έχουν χαρακτηριστεί ως έργα τέχνης και χρήζουν ειδικής κρατικής προστασίας.
Η ρητή δε εξαίρεση των μισθώσεων τούτων από το προστατευτικό για τις μισθώσεις καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας, αλλ' ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 2, 5 και 17 του Συντάγματος, που αναφέρονται στην προστασία της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του, αλλά και της περιουσίας του, διότι αφορά σε κτίρια με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική εμφάνιση, δηλαδή σε κτίρια των οποίων τα χαρακτηριστικά στοιχεία διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνα των άλλων κτιρίων, η σχετική δε επιλογή του νομοθέτη, υπαγορευθείσα από την ανάγκη διατηρήσεως της αρχιτεκτονικής μορφής των κτιρίων αυτών με την αποφυγή οποιασδήποτε υλικής ή ηθικής βλάβης τους, εναρμονίζεται με τη συνταγματική επιταγή για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος (άρθρ. 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του β.δ/τος 15/17-5-1956 (ΦΕΚ 123 Α') δίνεται ο ορισμός του θεάτρου και κινηματογράφου, ως τόπου συγκεντρώσεως κοινού και ορίζεται: στην παρ. 1 "Θέατρον είναι ο κεκαλυμμένος ή ακάλυπτος τόπος συγκεντρώσεως του κοινού, προς παρακολούθησιν παραστάσεως έργων θεατρικών ή μουσικών ή καλλιτεχνικής εν γένει θεατρικής ή μουσικής αποδόσεως ενός ή πλειοτέρων καλλιτεχνών", στην παρ. 2 "Κινηματογράφος είναι τόπος συγκεντρώσεως του κοινού προς παρακολούθησιν έργων προβαλλομένων υπό ειδικών μηχανημάτων προβολής κινηματογραφικών ταινιών, εικόνων μετά συγχρόνου αναπαραγωγής της φωνοληψίας και της μουσικής των κινηματογραφηθεισών σκηνών ή άνευ αναπαραγωγής φωνοληψίας" και στην παρ. 3 "Ο συνδυασμός ακροαμάτων ή θεαμάτων μετά παροχής φαγητών ή ποτών εις τας θέσεις των θεατών δεν στερεί τους τοιούτους τόπους της ιδιότητος του θεάτρου ή του κινηματογράφου, έστω και αν πρόκειται περί καλλιτεχνικής εν γένει θεατρικής ή μουσικής αποδόσεως ενός ή πλειόνων καλλιτεχνών".
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 εδαφ. β' του Ν. 3728/2008 ορίστηκε ότι "Οι μισθώσεις των χειμερινών και θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, διατηρητέων και μη, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3526/2007 (ΦΕΚ Α') λήγουν την 31η Δεκεμβρίου 2008 παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011. Επίσης μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2011 παρατείνονται αυτοδικαίως και όσες μισθώσεις κινηματογράφων και θεάτρων λήγουν ή ενδέχεται να λήξουν, για οποιοδήποτε λόγο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2008.
Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011, με την οποία, για τη ρύθμιση του ιδίου ζητήματος, της διάρκειας δηλαδή ή μη των ως άνω μισθώσεων, ορίστηκε ομοίως ότι προκειμένου περί μισθώσεων χειμερινών και θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, διατηρητέων και μη, που λήγουν, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 3728/2008 την 31η Δεκεμβρίου 2011, αυτές παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016.
Από τη γραμματική διατύπωση των ως άνω διατάξεων και το σκοπό της θεσπίσεώς τους, ο οποίος, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου 4013/2011 και τις γενόμενες στη Βουλή συζητήσεις κατά την ψήφιση της ομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 περ. β' του αρχικού νόμου 2526/2007 συνίσταται στην ανάγκη προστασίας των μισθώσεων των χειμερινών και θερινών κινηματογράφων και θεάτρων και τη βελτίωση της θέσεως των επιχειρηματιών αυτών λόγω του αθεμίτου ανταγωνισμού τον οποίο υφίστανται από τη λειτουργία της τηλεοράσεως και των λοιπών μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που δυσχεραίνει την παραγωγή και παρουσίαση υψηλής ποιότητας κινηματογραφικών και θεατρικών έργων, συνάγεται ότι στο προστατευτικό πεδίο εφαρμογής τους υπάγονται μόνο οι μισθώσεις κινηματογράφων και θεάτρων, με τη λειτουργία των οποίων επιδιώκεται η παραγωγή και παρουσίαση στο κοινό υψηλής ποιότητας κινηματογραφικών και θεατρικών έργων και η δια του τρόπου αυτού πραγματοποίηση των πολιτιστικών τους σκοπών, συνισταμένων στην βελτίωση και αναβάθμιση της πολιτιστικής στάθμης του λαού και όχι αδιακρίτως και των μισθώσεων ακινήτων, που από άποψη προορισμού χρήσης τους χαρακτηρίζονται ως θέατρο ή κινηματογράφος, χρησιμοποιούνται, όμως για την πραγματοποίηση άλλης φύσεως δραστηριοτήτων ψυχαγωγίας του κοινού και διενέργειας δημοσίων θεαμάτων, καθόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση οι δραστηριότητες αυτές ούτε οικονομικά πλήττονται ούτε οπωσδήποτε συμβάλλουν στην εξύψωση της πολιτιστικής στάθμης του κοινού, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η υπαγωγή των μισθώσεων των χώρων στους οποίους αναπτύσσονται οι δραστηριότητες αυτές στις ως άνω προστατευτικές διατάξεις περί αναγκαστικής παρατάσεως της διαρκείας των μέχρι την 31.12.2016.
Επομένως, για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων δεν αρκεί, να έχει συμφωνηθεί με το μισθωτήριο η χρήση του μισθίου ως κινηματογράφου ή θεάτρου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να γίνεται πράγματι χρήση του μισθίου ως κινηματογράφου ή θεάτρου. Αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία στην ως άνω ειδική προστασία της αναγκαστικής παρατάσεως της διάρκειάς τους υπόκεινται και οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση κάθε φύσεως δραστηριοτήτων ψυχαγωγίας του κοινού και εν γένει δημοσίων θεαμάτων, όπως είναι οι μισθώσεις νυχτερινών κέντρων, ούτε στο νόμο ευρίσκει έρεισμα, αλλ' ούτε είναι και συμβατή με τον προεκτεθέντα σκοπό αυτού, που επιβάλλει στην πολιτεία την υποχρέωση λήψης όλων εκείνων των μέτρων, που συντελούν στην προαγωγή της τέχνης, στην προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος και στην απόλαυση υπό των πολιτών των εξ' αυτών απορρεόντων σχετικών δικαιωμάτων (βλ.
και τα άρθρ. 16 παρ. 1 και 24 του ισχύοντος Συντάγματος). Εξάλλου, είναι προφανές ότι εάν ο νομοθέτης των ως άνω διατάξεων ήθελε να υπαγάγει στην, από άποψη αναγκαστικής παρατάσεως της διαρκείας τους, ως άνω ειδική προστασία και τις μισθώσεις διατηρητέων ακινήτων, χρησιμοποιουμένων δια την άσκηση σ' αυτά δραστηριοτήτων δημοσίου θεάματος, διαφορετικών από εκείνες του θεάτρου και του κινηματογράφου, θα το όριζε ρητώς, ενόψει του ότι γνώριζε ότι οι μισθώσεις αυτές δεν υπάγονται στο προστατευτικό καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων, αλλά είναι κατά τα προεκτεθέντα, αστικές, διεπόμενες από τις σχετικές ρυθμίσεις του Α.Κ., πράγμα το οποίο ηθελημένως παρέλειψε να το πράξει.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι κατ' εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011, παρατείνεται αναγκαστικώς μέχρι την 31-12-2016 η διάρκεια της μισθώσεως εκείνων και μόνο των ακινήτων, τα οποία έχουν μισθωθεί και λειτουργούν ως κινηματογράφοι και θέατρα, έστω και εάν αυτά έχουν κριθεί κατά την προεκτεθείσα έννοια του νόμου ως διατηρητέα, όχι όμως και εκείνων απ' αυτά, που έχουν μισθωθεί και χρησιμοποιούνται για την πραγματοποίηση σ' αυτά άλλης φύσεως δραστηριοτήτων ψυχαγωγίας του κοινού και ειδικότερα της ασκήσεως σ' αυτά διαφορετικής των ανωτέρω επιχειρήσεως δημοσίων θεαμάτων, η διάρκεια των οποίων, λόγω της ιδιότητας και του χαρακτηρισμού των ακινήτων αυτών ως ιστορικών και διατηρητέων ρυθμίζεται αποκλειστικώς ως αστική από τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ.
και λήγει με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 και 608 του Α.Κ., αν η μίσθωση πράγματος, η οποία είναι σύμβαση διαρκής ενοχική, έχει συνομολογηθεί για ορισμένο χρόνο, η λήξη της επέρχεται αυτοδικαίως μόλις παρέλθει ο χρόνος της διάρκειάς της, οπότε ο μισθωτής έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση στην οποία το παρέλαβε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 29/1998). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε, ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι η ένδικη μίσθωση που αφορά μίσθωση διατηρητέου κτιρίου χρησιμοποιούμενου ως θεάτρου και κινηματογράφου δεν δύναται να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην ειδική προστασία του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011, ώστε η διάρκεια αυτής να θεωρείται ως αναγκαστικώς παραταθείσα μέχρι την 31.12.2016 και ότι ως εκ τούτου εφόσον την 30.10.2010 συμπληρώθηκε ο συνομολογηθείς χρόνος της μισθώσεως αυτής και η διάρκεια αυτής έχει έκτοτε λήξει, ο αναιρεσείων και τότε εναγόμενος - εφεσίβλητος μισθωτής έχει υποχρέωση, κατ' άρθρο 599 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του χαρακτήρα της μίσθωσης ως αστικής να αποδώσει στο αναιρεσίβλητο και τότε ενάγον - εκκαλούν, ως εκμισθωτή, το μίσθιο, κάνοντας ακολούθως δεκτή την αγωγή του τελευταίου κατά του αναιρεσείοντος, για απόδοση της χρήσης του μισθίου, λόγω λήξεως του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που έκρινε αντιθέτως, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, άλλως εκ πλαγίου, με αντιφατικές, ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις:
α) Του άρθρου 2 του β.δ/τος 15/17-5-1956 (ΦΕΚ 123 Α'), β) Του άρθρου 15 § 1 ν. 4013/ 15.9.2011 (ΦΕΚ Α' 204), γ) Του άρθρου 599 ΑΚ, και δ) τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δικάζοντας επί της από 2.12.2010 και με αριθμό καταθ. 6922/2010 αγωγής του αναιρεσίβλητου - εκμισθωτή κατά του αναιρεσείοντος - μισθωτή περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου λόγω λήξεως του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της μισθώσεως, μετά από την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσίβλητου, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το εκκαλούν ιδρυθέν δια του άρθρου 1 του ν. 2273/1994 αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εποπτεύεται υπό του Υπουργού Πολιτισμού, αποτελεί δε κατά το άρθρο 4 του ιδίου ως άνω Νόμου καθολικό διάδοχο του μέχρι τότε λειτουργούντος ομωνύμου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ενώ ως σκοπό έχει την μέσω της θεατρικής τέχνης προαγωγή της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και τη διαφύλαξη της πολιτιστικής του κληρονομιάς.
Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων αυτού περιλαμβάνεται και ένα πολυώροφο κτίριο γνωστό υπό το όνομα "ΜΕΓΑΡΟ ΡΕΞ", κείμενο εντός τη πόλεως των Αθηνών και επί της οδού Πανεπιστημίου αριθμ. 48, το οποίο περιήλθε σ' αυτό, ως διάδοχο του, δια του ως άνω νόμου καταργηθέντος ομωνύμου ΝΠΔΔ το οποίο ήτο αποκλειστικός μέτοχος της εκκαθαρισθείσης και μέχρι τότε κυρίας αυτού ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΡΕΞ Α.Ε.
Θεατρικές και Κινηματογραφικές Εμπορικές Επιχειρήσεις". Με την υπ' αριθμ. Γ/3499/77334/6.12.1982 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 1469/1950 μετά την υπ' αριθμ. 8/1.12.1982 ομόφωνη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου νεώτερων μνημείων, δημοσιευθείσα στο υπ' αριθμ. 74/24.2.1983 ΦΕΚ (τεύχος Β'), το ως άνω κτίριο κρίθηκε ότι χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας λόγω του σημαντικού ρόλου του στην εξέλιξη του νεοελληνικού θεάτρου και χαρακτηρίστηκε εκ της αιτίας αυτής ως ιστορικό, ενώ εν συνεχεία με το από 13.9.1983 π.δ., που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του ν.δ. 8/1983 (περί ΓΟΚ) μετά πρόταση του αρμοδίου Υπουργού Χωροταξίας - Οικισμού και Περιβάλλοντος και δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 503/7.10.1983 ΦΕΚ (τεύχος Δ'), χαρακτηρίστηκε επιπροσθέτως τούτο και ως διατηρητέο.
Περαιτέρω από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι δυνάμει του μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντος από 8.2.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, το εκκαλούν εξεμίσθωσε στον εφεσίβλητο την υπάρχουσα στο ισόγειο του άνω κτιρίου αίθουσα, συνολικής επιφανείας 2.470 τ.μ. για χρονική διάρκεια δέκα πέντε ετών, αρχομένη την 1.12.1995 και λήγουσα την 30.11.2010, αντί μηνιαίου μισθώματος ανερχομένου στο ποσό των 2.300.000 δραχμών.
Με το άρθρο 6 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ορίστηκε επί λέξει ότι "Ο μισθωτής θα χρησιμοποιήσει αποκλειστικά το μίσθιο για άσκηση επιχειρήσεως δημοσίου θεάματος και συγκεκριμένα για θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές συναυλίες και μουσικές παραστάσεις υψηλής καλλιτεχνικής στάθμης, τύπου "Μουλέν Ρουζ", οπότε θα τοποθετούνται τραπεζοκαθίσματα στην αίθουσα.
Όλα τα θεάματα που θα διοργανώνονται στο μίσθιο θα πρέπει να είναι υψηλής καλλιτεχνικής στάθμης και σε ανάλογο επίπεδο με τις λοιπές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που θα πραγματοποιούνται από το Εθνικό Θέατρο στις άλλες αίθουσες του μεγάρου". Από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου του μισθωτηρίου του προαναφερομένου μισθωτηρίου, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, κατά τρόπο σαφή και ανεπίδεκτο αμφιβολιών, χωρίς ανάγκη προσφυγής για τη ανεύρεση της αληθούς εννοίας αυτού, στους ερμηνευτικούς κανόνας των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
ότι η αληθής βούληση των, δια του ως άνω όρου του μισθωτηρίου, συμβαλλομένων διαδίκων, ήτο να χρησιμοποιηθεί το ως άνω μίσθιο όχι αποκλειστικώς και μόνο ως κινηματογράφος και θέατρο για την παρουσίαση σ' αυτό θεατρικών παραστάσεων και την πραγματοποίηση κινηματογραφικών προβολών, αλλά και για την άσκηση διαφορετικών προς τις ανωτέρω δραστηριοτήτων δημοσίων θεαμάτων, αναλόγου βεβαίως καλλιτεχνικής στάθμης, γεγονός το οποίο επιβεβαιούται εμμέσως, πλην σαφώς και από την περιεχομένη στον όρο αυτό σχετική πρόβλεψη περί της δυνατότητας στην περίπτωση αυτή τοποθετήσεως εντός του χώρου του μισθίου τραπεζοκαθισμάτων, η χρήση των οποίων όμως και η διαμόρφωση δι' αυτών τούτου, όπως είναι κοινώς γνωστό δεν προσιδιάζει σε χώρο προορισμένο για την διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων και την παρουσίαση κινηματογραφικών προβολών, η απρόσκοπτη παρακολούθηση των οποίων απαιτεί ασφαλώς, εκτός των άλλων, χωροταξική ευταξία και την αποφυγή προκλήσεως θορύβων.
Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι μετά την παράδοση σ' αυτόν του μισθίου ο εφεσίβλητος - εναγόμενος επικαλούμενος τον προαναφερόμενο όρο του μισθωτηρίου, αφού προηγουμένως προέβη στην κατάλληλη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου αυτού, με την αφαίρεση σειρών καθισμάτων και την τοποθέτηση αντί αυτών τραπεζοκαθισμάτων και αφού έλαβε επ' ονόματί του παρά της αρμοδίας Αστυνομικής Αρχής σχετική άδεια λειτουργίας Κέντρου Διασκεδάσεως με συγκρότηση εστιατορίου - μπαρ, άρχισε έκτοτε να χρησιμοποιεί το μίσθιο αποκλειστικώς και μόνο ως νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως, κατά την διάρκεια της λειτουργίας του οποίου ενεφανίζοντο σ' αυτό διάφοροι λαϊκοί τραγουδιστές νυχτερινών κυρίως κέντρων διασκεδάσεως, ενώ παράλληλα αντί εισιτηρίου για την είσοδο σ' αυτό, όπως προσιδιάζει σε θέατρα ή κινηματογράφους παρείχετο, στους θαμώνες αυτού η δυνατότητα καταναλώσεως ποτού ή φαγητού αντί αντιτίμου υπολογιζομένου με βάση την πραγματοποιουμένη από κάθε πελάτη κατανάλωση ποτού ή φαγητού, όπως συνηθίζεται στα νυχτερινά κέντρα, χωρίς καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως να πραγματοποιηθεί σ' αυτό οιαδήποτε κινηματογραφική προβολή ή να παρουσιασθεί οποιαδήποτε θεατρική παράσταση με την χρησιμοποίηση μονίμου ή έστω προσωρινού θιάσου ηθοποιών, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, οι οποίες αποδείχτηκε ότι οπωσδήποτε έλαβαν χώρα μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου της επιδίκου μισθώσεως.
Εξάλλου, περί της μη πραγματοποιήσεως υπό του εναγομένου στο μίσθιο οιασδήποτε κινηματογραφικής προβολής ή της παρουσιάσεως σ' αυτό οιουδήποτε θεατρικού έργου, αλλ' αντιθέτως περί της αποκλειστικής χρησιμοποιήσεως αυτού ως νυχτερινού κέντρου υπήρξαν σαφείς και κατηγορηματικές οι καταθέσεις των μετά λόγου γνώσεως εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως, η αλήθεια των οποίων επιβεβαιώνεται και από το σύνολο των προσκομιζομένων και επικαλουμένων υπό του ενάγοντος εγγράφων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από 30.10.2013 επιστολή της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, στην οποία αναφέρεται ότι ουδέποτε από του έτους 1995 και εφεξής κατατέθηκε σ' αυτή υπό του εναγομένου σύμβαση τούτου μετά οιουδήποτε θεατρικού συγγραφέως, μέλους της, αφορώσα το "ανέβασμα" υπό του πρώτου στο μίσθιο θεατρικής παραστάσεως, ώστε, κατά το άρθρο 2 του ν. 988/1943 να καθίσταται δυνατή η είσπραξη υπ' αυτής των συγγραφικών δικαιωμάτων του συγγραφέως του έργου, έστω και αν ούτος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των μελών της.
Εξάλλου, η μη χρησιμοποίηση του μισθίου ως θεάτρου ή κινηματογράφου προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς και από την γενομένη στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών καταχώρηση της επαγγελματικής ιδιότητας του εναγομένου ως ιδιοκτήτου νυχτερινού κέντρου διασκεδάσεως και όχι ως θεατρικού επιχειρηματία, αλλά και από τις υπάρχουσες καταχωρίσεις τόσο στις διάφορες ιστοσελίδες του διαδικτύου όσο και στα σχετικά έντυπα περιοδικά και εφημερίδες, στις οποίες αναφέρεται το μίσθιο ως νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως.
Και είναι μεν αληθές ότι ο εναγόμενος επικαλείται συνεργασίες του μετά διαφόρων θεατρικών συγγραφέων, αποφεύγει όμως να αναφέρει την παρουσίαση στο μίσθιο συγκεκριμένων θεατρικών παραστάσεων ή κινηματογραφικών προβολών, ενώ είναι προφανές ότι ευχερώς θα ηδύνατο να αποδείξει ότι πράγματι το μίσθιο χρησιμοποιήθηκε για τον ανωτέρω σκοπό με την προσκόμιση σχετικών φορολογικών στοιχείων, όπως π.χ.
θεωρημένων υπό της αρμοδίας φορολογικής αρχής εισιτηρίων και καταστάσεων εσόδων, εκ των οποίων να επιβεβαιούται ότι το μίσθιο χρησιμοποιείται για την παρουσίαση θεατρικών παραστάσεων ή προβολή κινηματογραφικών ταινιών, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε, ενώ αντιθέτως από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από το ενάγον σχετικό υπ' αριθμ. 92250/19.1.2011 έντυπο εισιτηρίου εισόδου προκύπτει ότι το μίσθιο αναφέρεται σ' αυτό ως κέντρο διασκεδάσεως.
Τέλος αποδείχτηκε ότι την 30.10.2010 συνεπληρώθη ο συνομολογηθείς χρόνος διάρκειας της επιδίκου μίσθωσης, ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του ενάγοντος αρνήθηκε να αποδεχθεί αίτημα του εναγομένου, που υποβλήθηκε προ της παρόδου του συνομολογηθέντος χρόνου αυτής, για παράταση της μισθώσεως και ότι, παρότι ο εναγόμενος ωχλήθηκε κατ' επανάληψη, μετά την λήξη του άνω χρόνου της μισθώσεως, να αποδώσει στο ενάγον το μίσθιο αρνήθηκε να το πράξει, επικαλούμενος ότι δεν έχει συμπληρωθεί εισέτι ο χρόνος της μισθώσεως, γιατί η διάρκεια αυτής έχει αναγκαστικώς παραταθεί μέχρι της 31.12.2016, κατ' εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011, εφόσον πρόκειται περί μισθώσεως διατηρητέου κτιρίου χρησιμοποιουμένου ως θεάτρου και κινηματογράφου.
Δεδομένου όμως ότι κατά τα προεκτεθέντα η δια του ως άνω μισθωτηρίου συμφωνηθείσα χρήση του επιδίκου μισθίου ακινήτου δεν περιορίζετο στη χρησιμοποίηση αυτού αποκλειστικώς και μόνο ως θεάτρου και κινηματογράφου, αλλά παράλληλα προεβλέπετο σ' αυτό (μισθωτήριο) η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως τούτου επί πλέον και για την άσκηση σ' αυτό και άλλων δραστηριοτήτων δημοσίου θεάματος πλην των ανωτέρω και μάλιστα δια της καταλλήλου διαμορφώσεως του χώρου αυτού και της τοποθετήσεως τραπεζοκαθισμάτων, ενώ προσέτι αποδείχτηκε ότι πράγματι τούτο χρησιμοποιήθηκε υπό του εναγομένου καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης ως νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως, παρέπεται, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων ότι η ένδικη μίσθωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην ειδική προστασία του ως άνω νόμου, ώστε εντεύθεν η διάρκεια αυτής να θεωρείται ως αναγκαστικώς παραταθείσα μέχρι την 31.12.2016.
Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, εφόσον την 30.11.2010 συνεπληρώθη ο συνομολογηθείς χρόνος της μισθώσεως αυτής και η διάρκεια αυτής έχει έκτοτε λήξει, παρέπεται, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 599 του Α.Κ, η οποία λόγω του χαρακτήρος της άνω μισθώσεως, ως αστικής έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ότι γεννάται κατά νόμο υποχρέωση του εναγομένου προς απόδοση του επιδίκου μισθίου ακινήτου στο ενάγον".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε επί της αγωγής, δέχτηκε αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και κάθε τρίτο έλκοντα απ' αυτόν δικαιώματα να αποδώσει στο ενάγον Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ" το μίσθιο ακίνητο. Με το να αποφανθεί, έτσι, το Εφετείο και ειδικότερα ότι η ένδικη μίσθωση, έληξε με τη συμπλήρωση στις 30-11-2010 του συνομολογηθέντος χρόνου διάρκειάς της, υποχρεούμενου έκτοτε του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος μισθωτή, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 599 του Α.Κ., η οποία λόγω του χαρακτήρος της άνω μισθώσεως, ως αστικής έχει εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον πρόκειται περί μισθώσεως διατηρητέου κτιρίου, σε απόδοση του επιδίκου μισθίου ακινήτου στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο εκμισθωτή, μη δυνάμενη να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην ειδική προστασία της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011, ώστε εντεύθεν η διάρκεια αυτής να θεωρείται ως αναγκαστικώς παραταθείσα μέχρι την 31.12.2016, ενόψει του ότι το μίσθιο χρησιμοποιήθηκε πράγματι από τον εναγόμενο καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης ως νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις:
α) του άρθρου 2 του β.δ/τος 15/17-5-1956 (ορισμός των όρων θέατρο και κινηματογράφος), β) του άρθρου 15 § 1 ν. 4013/15.9.2011 (αναγκαστική παράταση μισθώσεων κινηματογράφων και θεάτρων μέχρι την 31-12-2016 και γ) του άρθρου 599 ΑΚ (υποχρέωση απόδοσης της χρήσης του μισθίου από το μισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης) και ορθώς υπήγαγε τα ως άνω δεκτά γενόμενα από τις προσκομισθείσες αποδείξεις περιστατικά στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, ενώ, ακόμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, καθόσον αφορά στην κρίση του περί λήξεως της συμβάσεως μισθώσεως, με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 608 ΑΚ και της μη υπαγωγής αυτής στην ειδική προστασία της διάταξης της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του ν. 4013/2011, περί αναγκαστικής παράτασης των μισθώσεων χειμερινών και θερινών κινηματογράφων και θεάτρων, διατηρητέων και μη, μέχρι την 31.12.2016, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, εφόσον το μίσθιο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν λειτουργούσε ως κινηματογράφος ή θέατρο, που δικαιολογούν την παραδοχή του αγωγικού αιτήματος για απόδοση της χρήσεως του μισθίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 599 ΑΚ.
Επίσης, με την ως άνω κρίση του, το Εφετείο, ούτε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβίασε, εφόσον, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δέχθηκε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση των συμβαλλομένων μερών ή την ύπαρξη κενού στη σύμβαση μισθώσεως, ώστε να παραστεί ανάγκη να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Τέλος, καθόσον αφορά στην περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση περί αντιφατικότητας της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι το Εφετείο, αν και αρχικά δέχτηκε ότι από τη γραμματική διατύπωση του 6ου όρου του καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων από 8-2-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως προκύπτει κατά τρόπο σαφή και ανεπίδεκτο αμφιβολιών, χωρίς ανάγκη προσφυγής για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας αυτού στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ήταν να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο όχι αποκλειστικά και μόνο ως κινηματογράφος και θέατρο για την παρουσίαση σ' αυτό θεατρικών παραστάσεων και πραγματοποίηση κινηματογραφικών προβολών αλλά και για την παρουσίαση στο μίσθιο μουσικών παραστάσεων τύπου "Μουλέν Ρουζ" με την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων (δηλ.
παραστάσεων που προϋποθέτουν χωροταξική διαρρύθμιση και δημιουργία θορύβου, χρησιμοποίηση η οποία συνάδει με τις διατάξεις του β.δ/τος 15/1956), εν τούτοις στη συνέχεια, και χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ανάγκη ερμηνείας της περιεχόμενης στον ως άνω όρο εκφρασθείσας σαφώς, άνευ αιρέσεων ή προϋποθέσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων προέβη σε ερμηνεία του ως άνω όρου (χωρίς καν να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ), ερμηνεύοντας εσφαλμένως ότι η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τη χρήση του μισθίου ήταν ακριβώς αντίθετη, δηλ.
η μη παρουσίαση στο μίσθιο μουσικών παραστάσεων, με την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων, θεωρώντας ότι η χρήση αυτών δεν προσιδιάζει σε χώρο προορισμένο για τη διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων και την παρουσίαση κινηματογραφικών προβολών, η απρόσκοπτη παρακολούθηση των οποίων απαιτεί ασφαλώς, εκτός των άλλων, χωροταξική ευταξία και την αποφυγή προκλήσεως θορύβων, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο ως άνω εσφαλμένο, κατ' αυτόν συμπέρασμα ότι η ένδικη μίσθωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην προστασία του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011 και περί λήξεως του συνομολογηθέντος χρόνου της συμβάσεως μισθώσεως, την 30-10-2010 και υποχρεώσεως αυτού κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 559 ΑΚ, η αιτίαση αυτή αβασίμως προβάλλεται, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν επιχείρησε ερμηνεία του 6ου όρου της συμβάσεως, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τη χρήση του μισθίου, ούτε δέχτηκε ότι δεν υπήρξε πρόβλεψη στον ως άνω όρο για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων σ' αυτό, αλλά αντιθέτως δέχτηκε ότι από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω όρου του μισθωτηρίου προκύπτει ότι συμφωνήθηκε κατά τρόπο σαφή, ανεπίδεκτο αμφιβολίας και χωρίς ανάγκη προσφυγής για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας αυτού στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο, όχι αποκλειστικά και μόνο ως κινηματογράφος και θέατρο για την παρουσίαση σ' αυτό θεατρικών παραστάσεων και την πραγματοποίηση κινηματογραφικών προβολών, αλλά και για την άσκηση, διαφορετικών προς τις ανωτέρω, δραστηριοτήτων δημοσίων θεαμάτων, αναλόγου καλλιτεχνικής στάθμης οπότε στην περίπτωση αυτή, δηλ.
των διαφορετικών των θεατρικών παραστάσεων και κινηματογραφικών προβολών δραστηριοτήτων δημοσίων θεαμάτων υπήρχε δυνατότητα τοποθετήσεως εντός του χώρου του μισθίου τραπεζοκαθισμάτων. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο την κρίση του ότι η ένδικη μίσθωση δεν δύναται να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στην προστασία του άρθρου 15 παρ. 11 του Ν. 4013/2011 και περί λήξεως του συνομολογηθέντος χρόνου της συμβάσεως μισθώσεως, την 30-10-2010 τη στήριξε στο γενόμενο δεκτό απ' αυτό γεγονός ότι ο αναιρεσείων μισθωτής, καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως χρησιμοποιούσε το μίσθιο αποκλειστικά και μόνο ως νυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως, χωρίς καθ' όλη τη διάρκειά της να πραγματοποιηθεί σ' αυτό οποιαδήποτε κινηματογραφική προβολή ή να παρουσιαστεί οποιαδήποτε θεατρική παράσταση και όχι στο γεγονός της τοποθέτησης στο χώρο αυτού τραπεζοκαθισμάτων, κατά την παρουσίαση σ' αυτό μουσικών παραστάσεων, θεωρώντας ότι η χρήση αυτών δεν προσιδιάζει σε χώρο προορισμένο για τη διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων και την παρουσίαση κινηματογραφικών προβολών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Επομένως, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και η υποβληθείσα, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με τις από 30-4-2015 προτάσεις του αναιρεσείοντος, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 5710/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (Διαδικασίας Μισθωτικών Διαφορών), εφόσον η τελευταία δεν αναιρέθηκε, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), το οποίο κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5710/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας μισθωτικών διαφορών), καθώς και την αίτηση του αναιρεσείοντος επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ