Supreme Court dismisses appeal against appellate court's debt restructuring ruling under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued for a specific debt calculation, but the court found the lower court correctly applied Article 39 of Law 3259/2004 regarding debt restructuring. Since the appellate court properly interpreted the relevant statutes and evaluated the evidence, the appeal was deemed legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39 of Law 3259/2004; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal based on substantive law violation when the appellate court correctly interprets and applies the relevant statutes and properly evaluates the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1224 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1224/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1535/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3621/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιουνίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 3621/2009 του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 2028Γ/13-11-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Α. Α. ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-6-2012 αίτησης αναίρεσης με προσδιορισμό της προαναφερόμενης δικασίμου (3η/2/2014) για τη συζήτησή της και με κλήση προς την αναιρεσίβλητη να λάβει μέρος μέρος σ' αυτή.
Κατά την εκφώνηση δε της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, η τελευταία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως και αφού η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη έχει κληθεί νόμιμα, πρέπει να συνεχιστεί η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ.
έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Στις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1, 2 και 12 του ν. 3259/2004 ορίζονται τα εξής : 1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή, εάν πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει.
Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής : Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, εάν πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν μέρει ή στο σύνολό της ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή τον νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, εάν πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιαστεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31-12-1985 ή, εφόσον πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι αυτή την ημερομηνία, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004 περιορίστηκε το προβλεπόμενο, από το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικ. με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ως ανώτατο όριο από το τετραπλάσιο στο τριπλάσιο της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις ανακαθορισμού των σχετικών οφειλών ανάλογα με τον χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων ή κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστηκαν από τη ρύθμιση οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ποσού των δανείων που έχουν ληφθεί.
Επίσης προκύπτει ότι, σε περίπτωση περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων, το τριπλάσιο ή το διπλάσιο υπολογίζεται επί του αθροίσματος των δανείων που έχουν ληφθεί ή, αν πρόκειται για αλληλόχρεους λογαριασμούς, επί του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 26/2010).
Η αντίθετη εκδοχή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα, ούτε στον σκοπό του ν. 3259/2004, ο οποίος δεν κατήργησε τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως αντικ. με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, που ρυθμίζουν τις σχετικές διαβαθμίσεις καθορισμού της οφειλής, αλλά προέβλεψε ρητά την αναλογική εφαρμογή τους (για ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ευθέως στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004) και ο οποίος εντάσσεται στο ίδιο ρυθμιστικό πλαίσιο και επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με τις διατάξεις των άρθρων 30 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/2001, δηλαδή τη στήριξη, με τις εισαγόμενες μορφές ανακαθορισμού και περιορισμού των οφειλών και με τις λοιπές ευνοϊκές ρυθμίσεις τους, των οφειλετών της μέσης επιχειρηματικής τάξης και των οφειλετών που υπήρξαν σχετικά συνεπείς με τις δανειακές υποχρεώσεις τους.
Από αυτά παρέπεται ότι, σε περίπτωση οφειλής από δανειακή σύμβαση που καταρτίστηκε κατά την χρονική περίοδο από 1-1-1991 έως 31-12-2000, ο ανακαθορισμός της τελικά καταβλητέας συνολικής οφειλής δεν μπορεί να υπερβεί το διπλάσιο των κεφαλαίων που έχουν χορηγηθεί, τα δε πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβούν στον σχετικό ανακαθορισμό της συνολικής οφειλής και να υπαγάγουν την αποπληρωμή αυτής στην ευεργετική ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 2 εδαφ.
δ' του ν. 3259/2004. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Δυνάμει της από 1-12-1995 σύμβασης δανείου, μεταξύ της ενάγουσας και της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα Α.Ε.", η οποία συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την εναγομένη, η ενάγουσα έλαβε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ποσού 11.700.000 δραχμών, ήτοι 34.336,02 ευρώ. Το δάνειο αυτό συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί με το σύστημα της σύνθετης τοκοχρεωλυσίας σε προθεσμία 15 ετών, αρχής γενομένης την 1/12/1995, με επιτόκιο 17,5%, (για τις τέσσερεις πρώτες δόσεις και μεταβλητό από την πέμπτη δόση) και με καταβολή 180 ισόποσων μηνιαίων δόσεων.
Προς εξασφάλιση της πιο πάνω πιστοδότριας τράπεζας, στις 18/12/1995 εγγράφηκε υποθήκη επί του αναλυτικά περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου της ενάγουσας, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 1, για το ποσό των 15.210.000 δρχ. Για την παρακολούθηση του ως άνω ληφθέντος δανείου τηρήθηκε ο με αριθμό ...
λογαριασμός, προς εξόφληση δε του δανείου η ενάγουσα, όπως συνομολογείται από την εναγομένη, προέβη σε συνολικές καταβολές ποσού 3.809.121 δρχ., ήτοι 11.874,64 ευρώ ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά την 4η/8/2004, ημερομηνία εφαρμογής του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 η οφειλή της ενάγουσας από την επίδικη δανειακή σύμβαση είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 70.374,67 ευρώ ...
Εξάλλου, μετά την ισχύ του ν. 3259/2004, η ενάγουσα, με την από 3/5/2005 αίτησή της προς την εναγομένη, ζήτησε την αναπροσαρμογή της οφειλής της από την πιο πάνω δανειακή σύμβαση. Επ' αυτής η εναγομένη απάντησε με το προαναφερθέν με αρ. πρωτ. 7141/31-8-2005 έγγραφο, με βάση το οποίο το ύφος της οφειλής της ενάγουσας, κατ' άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και πολλαπλασιάζοντας την αρχική οφειλή με συντελεστή (3), ανερχόταν σε 91.829,42 ευρώ και, επειδή η με τον τρόπο αυτό προκύψασα οφειλή δεν υπερέβαινε το τριπλάσιο του αρχικώς ληφθέντος κεφαλαίου των 34.336,02 ευρώ, αρνήθηκε να την υπαγάγει στην ευνοϊκή για την ενάγουσα χρονική ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 39 του πιο πάνω νόμου.
Όμως τόσο ο πιο πάνω υπολογισμός (πολλαπλασιασμός με το συντελεστή (3) επί του ληφθέντος κεφαλαίου) όσο και η περαιτέρω άρνηση της εναγομένης να υπαγάγει την οφειλή της ενάγουσας στην ευνοϊκή χρονική ρύθμιση του εδαφίου 2 της παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, έγιναν κατά παράβαση τόσο αυτής της διάταξης όσο και της διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 του Ν. 2912/2001.
Τούτο διότι, με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές παραδοχές και όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, η εκταμίευση του δανείου έλαβε χώρα εντός της τρίτης περιόδου, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001, ήτοι στο διάστημα μεταξύ 31/12/1990 και 31/12/2000. Η διάταξη δε του άρθρου 42 του Ν. 2912/2001 εξακολουθεί να ισχύει και δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, με την οποία περιορίστηκε το πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 και 2 του Ν. 2912/2001, μόνο ως προς τα ανώτατα όρια, ήτοι του τετραπλασίου της απαιτήσεως που οριζόταν με τον παραπάνω νόμο και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού.
Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση, εφόσον η χορήγηση του δανείου έλαβε χώρα το 1995, έπρεπε, ως συντελεστής πολλαπλασιασμού της "βάσης οφειλής" να χρησιμοποιηθεί το (2) και όχι το (3).
Επομένως η οφειλή της ενάγουσας, με βάση τον ορθό τρόπο υπολογισμού διαμορφώνεται ως εξής: 34.336,02 ευρώ (ποσό που εκταμιεύτηκε με βάση την από 1/12/1995 δανειακή σύμβαση) Χ συντελεστή (2) = 68.672,04 ευρώ μείον 11.178,64 ευρώ (που αντιστοιχεί στο σύνολο των γενόμενων καταβολών), προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο 57.493,40 ευρώ, που αποτελεί και τη συνολική οφειλή της ενάγουσας προς την εναγόμενη... Σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές πρέπει να αναγνωριστεί ότι η οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα από 1/12/1995 δανειακή σύμβαση ανέρχεται στο ποσό των 57.493,40 ευρώ, το οποίο μπορεί να εξοφληθεί με βάση τη χρονική ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 2 εδ. δ' του Ν. 3259/2004, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να υπαγάγει την ως άνω οφειλή της ενάγουσας στη χρονική ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 2 εδ. δ' του Ν. 3259/2004. Δεν έσφαλε συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω νομικών διατάξεων καθώς επίσης και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την αγωγή. Είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με την έφεσή της, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι η σύναψη της ένδικης δανειακής σύμβασης και η λήψη του σχετικού ποσού ύψους 34.336 ευρώ έγινε κατά τη χρονική περίοδο από 31-12-1990 έως 31-12-2000 και ότι η ανακαθοριστέα συνολική οφειλή δεν μπορούσε να υπερβεί το διπλάσιο του ποσού δανείου που έχει ληφθεί από την αναιρεσίβλητη, έκρινε ότι η καταβλητέα συνολική οφειλή αυτής, μετά από αφαίρεση του ποσού που εξοφλήθηκε, ανέρχεται σε 57.493,40 ευρώ και ότι η αναιρεσείουσα είχε υποχρέωση να υπαγάγει την αποπληρωμή της εν λόγω συνολικής οφειλής στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 2 εδαφ.
δ' του ν. 3259/2004, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή αυτής ανέρχεται στο ίδιο ποσό και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να την υπαγάγει στην προαναφερόμενη ρύθμιση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1 και 2 του ν. 3259/2004 και 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, όλες τις ουσιαστικές παραδοχές, που ήταν αναγκαίες για τη θεμελίωση των αγωγικών απαιτήσεων και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Επομένως, ο σχετικός και μόνος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση αυτών των διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να μην επιδικαστούν δικαστικά έξοδα, αφού η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε μέρος στην αναιρετική δίκη. Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 3621/2009 του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ