1224/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/6/2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1224/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κατά τα ανωτέρω σύσταση χωριστής οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας παρεπομένως συνιστάται και αναγκαστική συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή χρήση από όλους του οροφοκτήτες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση των διατάξεων, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, κλπ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1224 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1224/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Παπάκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Λ., 2) Μ. Π. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Ανδρονόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ε. συζύγου Λ. Π., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ανδρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/4/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/6/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 5/5/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 999, 1000, 1002, 1117 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1, 2 παρ 1, 3, 4, 5, 10, 13 και 14 του ν 3741/1929, και του ν.δ. 1024/1971 προκύπτει ότι χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου συνιστάται το πρώτον επί υφιστάμενης ή μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής μόνο με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή με μονομερή δικαιοπραξία εν ζωή από το μοναδικό κύριο, είτε με σύμβαση μεταξύ των συγκυρίων του όλου ακινήτου, ή μεταξύ του κυρίου αυτού και του αποκτώντος, η οποία συμφωνία πρέπει να υποβληθεί στο συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί.
Για το έγκυρο της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων. Ως διαμέρισμα ορόφου, επί του οποίου μπορεί κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων να συσταθεί χωριστή κυριότητα, νοούνται και τα δωμάτια ορόφου ή οικοδομής (άρθρο 1 παρ. 2 ν 3741/1929 και 1002 ΑΚ), εφόσον αυτά είναι κατάλληλα για χωριστή και αυτοτελή έναντι των υπολοίπων ορόφων ή διαμερισμάτων χρήση (ΑΠ 16/2004).
Με την κατά τα ανωτέρω σύσταση χωριστής οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας παρεπομένως συνιστάται και αναγκαστική συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή χρήση από όλους του οροφοκτήτες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση των διατάξεων, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, κλπ.
Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών. Αν αυτό δεν συμβεί, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις (ΟλΑΠ 23/2000).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των αριθμών 1 και του άρθρου 559 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στη σύμβαση ή αμφιβολία για τις βουλήσεις που δηλώθηκαν.
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Αν όμως αυτό διαπιστώσει έστω και έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, η παράλειψή του να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες, που καθιερώνουν οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με την ... δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου ... Π. Λιανού, ο Θ. Π. του Γ. (κοινός δικαιοπάροχος-παππούς των διαδίκων) κατέλιπε στα τέκνα του Λ. (πατέρα των εναγομένων), Κ. (πατέρα του ενάγοντος) και Γ., μεταξύ άλλων και τα εξής περιουσιακά στοιχεία:
Στον Λ. την ψιλή κυριότητα α) εκ της οικίας του στο ... εντός του φρουρίου της πόλεως της ... τα ανατολικά τρία δωμάτια της καινουργούς οικίας του μετά του υπ' αυτά οικοπέδου και του υπ' αυτά υπογείου και β) εκ του περιβολίου τόσο μέρος όσο πιάνει καθώς κατεβαίνουμε στην πέτρινη σκάλα κάτω και άνω ανατολικώς.
Στον Κ. την ψιλή κυριότητα εκ της ιδίας ως άνω οικίας της καινουργούς τρία δωμάτια εν συνεχεία εκείνων που αφήνει στον υιό του Λ. μετά του υπ' αυτά οικοπέδου και του υπ' αυτά υπογείου και β) εκ του περιβολίου τόσο μέρος όσο πιάνει συνέχεια από το μουλαροκάλυβο μέχρι την αμυγδαλιά ..., και στον Γ. α) την παλιά του οικία την κειμένη στην ίδια ως άνω θέση, εκ τριών δωματίων και κουζίνας του υπ' αυτά οικοπέδου και υπογείου μετά της παλιάς εισόδου και β) εκ του περιβολίου τόσο μέρος όσο πιάνει καθώς κατεβαίνουμε την πέτρινη σκάλα έως σύνορο μουλαροκάλυβο και αχλαδιά κάτω και άνω δημόσιο δρόμο.
Περαιτέρω ο διαθέτης όρισε ότι οι υιοί του Λ.ς και Κ.ς θα έχουν κοινή είσοδο για να εισέρχονται στις άνω κατοικίες τους ενώ το υπόλοιπο περιβόλι του το άφησε "κοινώς και αδιαιρέτως" και στα τρία ως άνω τέκνα του. Οι διάδικοι αποδέχθηκαν την ως άνω κληρονομιά ο μεν ενάγων με τις ... και ... πράξεις της συμβολαιογράφου Πατρών Αν.
Κωνσταντίνου-Καφέζα που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, οι δε εναγόμενες με την ... πράξη του συμβ/φου ... Χ. Δημόπουλου που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης προκύπτει ότι ο διαθέτης κατέλιπε στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων γιούς του αυτοτελή και διακεκριμένα ακίνητα, χωρίς να συνιστά, όπως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος, χωριστή κυριότητα κατά την έννοια των διατάξεων του νόμου 3741/1929 των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και του ν.
δ. 1024/71 (αποκλειστική κυριότητα σε οικοδομήματα, ορόφους ή τμήματα αυτών με ορισμένο ποσοστό αναγκαίας συγκυριότητας στο κοινό οικόπεδο και σε τυχόν λοιπά κοινά και αδιαίρετα μέρη του οικοδομήματος). Όπου ο διαθέτης θέλησε να υπάρχει συγκυριότητα μεταξύ των κληρονόμων του το όρισε ρητώς, όπως συνέβη κατά τα προεκτεθέντα με το "υπόλοιπο περιβόλι του".
Το γεγονός δε αυτό, της ύπαρξης δηλαδή στο επίδικο οικόπεδο ξεχωριστών ιδιοκτησιών χωρίς συγκυριότητα των διαδίκων στο έδαφος, συνομολόγησε και ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Κ.ς Π. στην από 25-4-1986 αγωγή του προς το Ειρηνοδικείο ... κατά του Λ.υ Π. (δικαιοπαρόχου των εναγομένων) στην οποία εξέθετε ότι είχε δικαίωμα δουλείας διόδου μέσα από το ακίνητο του εναγομένου και όχι ότι επρόκειτο για ιδιωτικό δρόμο συγκυριότητας των τότε διαδίκων.
Εξάλλου, η κοινή είσοδος την οποία αναφέρει ο διαθέτης, δια της οποίας "εισέρχονται στις κατοικίες τους" οι δικαιοπάροχοι των διαδίκων (Λ.ς και Κ.ς) είναι η είσοδος με την οποία επικοινωνεί το ένδικο οικόπεδο με τον δημοτικό δρόμο . Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων είχε δικαίωμα να διέρχεται από τους επίδικους χώρους δηλαδή από τον διάδρομο του ισογείου, ο οποίος σημειωτέον διέρχεται δια μέσου των υπνοδωματίων των εναγομένων, από την εκεί ευρισκόμενη πόρτα, την πέτρινη σκάλα και το πλατύσκαλο οι οποίοι (χώροι) αποτελούν τμήμα αποκλειστικής ιδιοκτησίας των εναγομένων σύμφωνα με την προεκτεθείσα βούληση του διαθέτη.
Κατά τον χρόνο θανάτου (1966) του διαθέτη Θ. Π. ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος Κ.ς Π. είχε πρόσβαση στην ως άνω κατοικία του (μεσαίο τμήμα της όλης οικοδομής) από τη νότια και από τη βορειοδυτική πλευρά αυτής. Οι είσοδοι αυτές όμως κλείστηκαν από την μη διάδικο Μ. Κ. του 1970 η νότια, στη θέση της οποίας έγινε παράθυρο, και το 1986-87 η βορειοδυτική, χωρίς να αντιλέξει σε αυτό ο ενάγων ή ο δικαιοπάροχός του. ............
Μετά το κλείσιμο και της δεύτερης αυτής εισόδου ο ενάγων προσπάθησε να περάσει από τους επίδικους χώρους της αποκλειστικής ιδιοκτησίας των εναγομένων οι οποίες όμως δεν του το επέτρεψαν. ..... Σύμφωνα λοιπόν με όσα εκτέθηκαν παραπάνω οι επίδικοι χώροι δεν είναι κοινόχρηστοι των διαδίκων, όπως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος στην αγωγή του και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα και στη συνέχεια δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τόσο τις διατάξεις του ν 3741/1929 και αυτές του ν 1024/1971, όσο και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Και τούτο διότι ενώ δέχεται ότι από το περιεχόμενο της διαθήκης του κοινού δικαιοπαρόχου των διαδίκων προκύπτει ότι αυτός κατέλιπε στους γυιούς του αυτοτελή και διακεκριμένα χωρίς να συνιστά χωριστή κυριότητα κατά την έννοια του ν 3741/1929 και 1024/1971 και ότι δεν υπάρχουν κοινόκτητες και κοινόχρηστες εγκαταστάσεις (ειδικότερα οι επίδικες), στη συνέχεια προβαίνει εμμέσως σε ερμηνεία της τελευταίας δήλωσης του διαθέτη, λαμβάνοντας υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης, παραλείποντας να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πατρών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, ως ηττηθείσες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 180/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 8 Ιουλίου 2011 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ