Legislator Case Law & Legislation
1224/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for breach of substantive law regarding property restitution and unjust enrichment.

Case Number 1224/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the insurance company's appeal against a lower court's judgment ordering restitution of funds. The court found the lower court correctly applied substantive law regarding property restitution and unjust enrichment based on the proven facts. Consequently, the appeal was dismissed as it failed to demonstrate a violation of substantive legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 914, 922 of the Civil Code: An appeal for violation of substantive law is inadmissible if the lower court's reasoning logically connects the facts to the applicable legal rules without logical gaps or contradictions.

Keywords

AI generated
appeal for violation of substantive law property restitution unjust enrichment logical connection of facts adequate reasoning Code of Civil Procedure Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Art. 922 of the Civil Code
Art. 216 of the Code of Civil Procedure
Art. 20 para. 5 of Law 1969/1991

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1224 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1224/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Χρυσικό -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παύλος Ρήγας.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.11.1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 20/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 124/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 05.09.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 25.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει. (Ολ. ΑΠ 7/2006 4/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ.

Α.Π. 18/1998 ΑΠ 571/2004). Η τυχόν δε παραπέρα, κατά παραβίαση του δικονομικού δικαίου διάταξης του αρθ. 216 του ΚΠολΔ, μη απόρριψη της αγωγής λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της, που ανάγεται στην παράθεση στο δικόγραφό της των περιστατικών, που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 λόγους αναίρεσης, εφ' όσον προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γιατί δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, ούτε αφορά την δημόσια τάξη. (Α.Π. 571/2004).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το π.δ. 433/1933, και το ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή του με τον Ν. 3263/2004 και 3371/2005, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.

Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφασή της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για το σκοπό αυτό.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου (1969/1991) προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, ή δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα.

Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου απαιτείται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων. Τέλος, κατά την παρ. 4 του άρθ. 20 του ίδιου Νόμου 1969/1991 όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 3 του άρθ. 3 του Π.Δ. 433/1993 και την παρ. 5 του άρθρου 113 του Ν. 2533/1997 η Α.Ε.

Διαχείρησης του αμοιβαίου του κεφαλαίου μπορούσε να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπου της που μπορούσε να είναι και ασφαλιστική εταιρεία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, Ανώνυμες Εταιρείες Διαχειρήσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων, συσταθείσες ως θυγατρικές Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών, με την ίδια μάλιστα Βασική επωνυμία (πλην της προσθήκης του διακριτικού γνωρίσματος Α.Ε.Δ.Α.Κ.), μπορούσαν να χρησιμοποιούν ως αντιπρόσωπό τους ανά την ελληνική Επικράτεια τη μητρική τους ασφαλιστική εταιρεία, η οποία χρησιμοποιούσε τα μετοχικά της κεφάλαια για τη σύσταση του ομώνυμου αμοιβαίου κεφαλαίου, η αντιπρόσωπος δε αυτή για τη εκπλήρωση του έργου της αντιπροσώπευσης κατά τη διάθεση των μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου, μπορούσε να χρησιμοποιεί με σχέση πρόστησης το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών συμβούλων, και πρακτόρων, εκτός του νομοθετικού πλαισίου των διατάξεων του Ν. 1569/1985 (ΑΠ 1507/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1507/2005, 306/2005).

Τέλος, το άρθρο 216 του ΚΠολΔ ορίζει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναφερομένων στη διάταξη αυτή στοιχείων, "σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή... ". Τέτοια έκθεση των απαραίτητων κατά το νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικά περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια, που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία αυτή δηλώνεται.

Εντεύθεν έπεται ότι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά ή αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή (αγωγή) τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της εννοίας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από τον προστήσαντα του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του (ΑΠ 1507/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 12-11-1998 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της κατ' άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτει, η αναιρεσίβλητη εκθέτει τ' ακόλουθα: "Με τον πρώτο εναγόμενο και την οικογένειά του διατηρούσα φιλικές οικογενειακές σχέσεις, καθόσον αυτός και η σύζυγός του ήταν τακτικοί πελάτες στο κατάστημα του συζύγου μου (ταβέρνα-ψησταριά) στο .....

Αργους και είχε αναπτυχθεί για το λόγο αυτό σχέση οικειότητας μεταξύ μας. Ο πρώτος εναγόμενος ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλειομεσίτη-ασφαλιστικού συμβούλου συνεργαζόμενος με την δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία και με έδρα του τα γραφεία αυτής στο Αργος (Δαναού αρ. 2). Υπό την ιδιότητά του αυτή ως ασφαλιστής, ο πρώτος εναγόμενος μου είχε επανειλημμένα προτείνει την επένδυση των πενιχρών οικονομιών μου στο αμοιβαίο κεφάλαιο της δεύτερης αντιδίκου (αναιρεσιβλήτου) ασφαλιστικής εταιρείας (INTERNATIONAL LIFE) υποσχόμενος την αύξηση της απόδοσης αυτών (οικονομιών μου) συγκριτικά με τις καταθέσεις ταμιευτηρίου στις τράπεζες.

Κάτω από τις επίμονες πιέσεις του και πειθόμενη στις υποσχέσεις του περί εγγυημένης χρηματικής επένδυσης πήγαμε, μαζί με τη σύζυγο του πρώτου εναγομένου, στις 10 Απριλίου 1994 στην Ιονική Τράπεζα Αργους όπου και έκανα ανάληψη ποσού 1.000.000 δραχμών και αντίστοιχη κατάθεση στον ειδικό λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου της INTERNATIONAL LIFE (δεύτερης αντιδίκου) που τηρείται στην ίδια Τράπεζα (ως θεματοφύλακα).

Την ίδια ημέρα ο εναγόμενος μου έδωσε ένα αντίγραφο της υπ' αριθ. ..... αίτησής μου συμμετοχής στο ως άνω αμοιβαίο κεφάλαιο λέγοντάς μου ότι αποτελεί απόδειξη για την καταβολή που είναι απαραίτητη σε οποιαδήποτε συναλλαγή με την δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους (1994) δέχθηκα φορτικές και επίμονες πιέσεις από τον πρώτο εναγόμενο για την κατάθεση νέου χρηματικού ποσού στο αμοιβαίο κεφάλαιο της ίδιας εταιρείας και συγκεκριμένα με έπεισε να καταθέσω άλλο 1.000.000 δραχμές που μόλις είχα εισπράξει από την πώληση κηπευτικών και εσπεριδοειδών καλλιέργειάς μου.

Το εν λόγω ποσό κατέθεσα στις 10-10-1994 στον ίδιο λογαριασμό της Ιονικής Τράπεζας επ' ονόματι της δεύτερης εναγόμενης συνοδευόμενη από τον πρώτο εναγόμενο αυτή τη φορά, ο οποίος και μου παρέδωσε ένα αντίγραφο της υπ' αριθ. ..... αίτησής μου συμμετοχής στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο. Στα τέλη Μαϊου 1995 ο αντίδικος ήλθε στην οικία μου στο .....

Αργους και μου είπε ότι πρέπει ν' ανανεώσουμε το αρχικό αμοιβαίο κεφάλαιο του 1.000.000 δραχμών, επειδή είχε ήδη παρέλθει ένα έτος, μου ζήτησε δε να υπογράψω μια αίτηση εξαγοράς σε σχετικό έντυπο της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας. Λίγες ημέρες αργότερα, το πρώτο δεκαήμερο Ιουνίου 1995, με κάλεσε στο Αργος και πήγαμε μαζί στην Ιονική Τράπεζα Αργους όπου και εισέπραξα την υπ' αριθ. ....

δίγραμμη επιταγή, εκδόσεως της δεύτερης εναγομένης, ποσού 939.567 δραχμών. Αμέσως μετά την είσπραξη της επιταγής αποχωρήσαμε από την Τράπεζα ενώ ο αντίδικος είπε στην ταμία "άφησε τα χρήματα εδώ, θα γυρίσω σε λίγο να τα φτιάξω", χωρίς όμως να μου δώσει ούτε την ίδια ημέρα αλλά ούτε και τις επόμενες κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει τη νέα κατάθεσή μου στο αμοιβαίο κεφάλαιο, στις σχετικές δε οχλήσεις μου, μου απάντησε ότι κατά την ανανέωση του αμοιβαίου κεφαλαίου ο καταθέτης δεν παίρνει τίποτα αλλά ισχύει η αρχική αίτηση και κατά την εξαγορά προστίθενται αυτόματα οι τόκοι.

Κατά το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου 1995 ο αντίδικος με κάλεσε και πάλι στο Αργος για να ανανεώσουμε, όπως μου είπε, τα υπόλοιπα χρήματα και να εισπράξω και τους τόκους. Για το σκοπό αυτό πήγαμε μαζί στην Ιονική Τράπεζα Αργους όπου και εισέπραξα δύο δίγραμμες επιταγές εκδόσεως της δεύτερης των αντιδίκων ασφαλιστικής εταιρείας (INTERNATIONAL LIFE) σε διαταγή μου και συγκεκριμένα την υπ' αριθ. ....., ποσού 279.737 δραχμών, εκδόσεως την 12-9-1995 και την υπ' αριθ. ....., ποσού 1.094.697 δραχμών, εκδόσεως την 20-9-1995.

Αμέσως μετά την είσπραξη των επιταγών ο αντίδικος είπε στην ταμία "κράτησε τα πολλά χρήματα για να μην τα κουβαλάω και θα γυρίσω σε λίγο να τα φτιάξω" ενώ έδωσε σε μένα μόλις 280.000 δραχμές που κατά τα λεγόμενά του αντιστοιχούσαν τους τόκους. Όταν βγήκαμε έξω από την Τράπεζα ο εναγόμενος μου ζήτησε άλλες 250.000 δραχμές από τα χρήματα που μου είχε δώσει με σκοπό να αυξήσει το κεφάλαιο, ποσό και το οποίο του έδωσα θεωρώντας ότι επένδυα κατά τρόπο αποδοτικό τα χρήματά μου.

Στις αρχές Νοεμβρίου 1995 ο εναγόμενος με έπεισε να επενδύσω εκτός από τα παραπάνω χρήματα και το ποσό που γνώριζε ότι επρόκειτο να εισπράξω από την πώληση ενός οικοπέδου συνιδιοκτησίας μου σε τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων της ίδιας ασφαλιστικής εταιρείας. Την 9η Νοεμβρίου 1995 και περί ώρα 9:00 το βράδυ υπογράφτηκε στο συμβολαιογραφείο της συμ/φου Αργους κ.

Ανθής Μπολιάρη - Μιχελάκου το υπ' αριθ. ....... σχετικό πωλητήριο συμβόλαιο παρουσία της συμ/φου, του αγοραστή......., του πληρεξουσίου δικηγόρου μου Πέτρου Ηλιόπουλου, εμού και του αντιδίκου. Το τίμημα της ως άνω μεταβίβασης, συνολικού ποσού 4.500.000 δραχμών, καταβλήθηκε σε μένα και σε μετρητά χρήματα εντός του συμβολαιογραφείου παρουσία των ανωτέρω προσώπων.

Αμέσως μετά κατέβαλα στον εναγόμενο, παρουσία και του πληρεξουσίου Δικηγόρου μου κ. Πέτρου Ηλιόπουλου, το ποσό των 4.000.000 δραχμών σε μετρητά χρήματα προκειμένου να τα καταθέσει την επόμενη ημέρα το πρωί στην Τράπεζα για τα σκοπό που προανέφερα Την επόμενη (10-11-1995) ή την μεθεπόμενη ημέρα (11-11-1995) και κατά τις απογευματινές ώρες ο αντίδικος προσήλθε στην οικία μου στο .....

Αργους και μου παρέδωσε ένα αντίτυπο της υπ' αριθ. ..... εντύπου αιτήσεως συμμετοχής στο αμοιβαίο Κεφάλαιο της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (INTERNATIONAL LIFE), το οποίο έφερε ημερομηνία υποβολής την 10-11-1995, ήταν συμπληρωμένο με τα στοιχεία μου και με το ποσό των 4.000.000 δραχμών, σε κοινό λογαριασμό με τα δυο παιδιά μου Ψα και Ψβ, υπογεγραμμένο από τον ίδιο.

Τον Ιούνιο του 1996 μου απεστάλη ταχυδρομικά στην οικία μου στο ...... Αργους μια ειδοποίηση, της δεύτερης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας, ότι μου διέκοπταν το συμβόλαιο κλάδου ζωής, που είχα καταρτίσει κατόπιν υποδείξεως του πρώτου εναγομένου δύο περίπου χρόνια νωρίτερα, αν και είχα καταβάλλει σε αυτόν (α' εναγόμενο) την πρώτη από τις δύο εξαμηνιαίες δόσεις, ποσού 65.000 δραχμών, στις αρχές το έτους 1996.

Θορυβημένη επικοινώνησα αμέσως μαζί του και για το λόγο αυτό ήλθε άμεσα στην οικία μου στο ..... Αργους, μου πήρε την ειδοποίηση και μου είπε "μην ανησυχείς πρόκειται για συνωνυμία και αφορά την νύφη σου" (δηλαδή τη σύζυγο του υιού μου με την οποία πραγματικά είχαμε το ίδιο όνομα). Το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Δεκεμβρίου 1996 ζήτησα από τον εναγόμενο το χρηματικό ποσό των 150.000 δραχμών από το συνολικό ποσό που είχα καταθέσει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στο αμοιβαίο κεφάλαιο της δεύτερης των αντιδίκων προκειμένου να καλύψω κάποια έκτακτη οικονομική μου υποχρέωση, αυτός δε με κάλεσε στο σπίτι του την επόμενη ημέρα και μου ζήτησε να υπογράψω μια έντυπη αίτηση εξαγοράς, που επίσης έφερε τα στοιχεία της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, και την ίδια ή την επόμενη ημέρα μου έδωσε το ποσό των 150.000 δραχμών που χρειαζόμουν.

Επ' ευκαιρία της ως άνω εξαγοράς μάλιστα ο πρώτος εναγόμενος μου έδειξε ένα φυλλάδιο της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας που αφορούσε την πορεία του αμοιβαίου κεφαλαίου και με διαβεβαίωσε ότι είχα κάνει την καλύτερη επιλογή γιατί το αμοιβαίο της INTERNATIONAL LIFE είχε πολύ καλή ετήσια απόδοση, ενώ παράλληλα μου ζήτησε και του έδωσα 65.000 δραχμές για την εξόφληση της δεύτερης εξαμηνιαίας δόσης του προαναφερομένου συμβολαίου μου κλάδου ζωής της δεύτερης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας.

Περί τις 20 Δεκεμβρίου 1996 συνάντησα τυχαία τον αντίδικο στο Αργος και του έδωσα 5.000 δραχμές για να μου πληρώσει το λογαριασμό ύδρευσης στο Δημόσιο Ταμείο Αργους καθόσον προσφέρθηκε ο ίδιος να με εξυπηρετήσει αφού επρόκειτο να μεταβεί στη Δ.Ο.Υ. Αργους για άλλη αιτία. Μετά από λίγες ημέρες τον ρώτησα αν πλήρωσε τον λογαριασμό και μου είπε "ναι, τον πλήρωσα, μην ανησυχείς".

Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 1996 ενόχλησα επανειλημμένα τον εναγόμενο προκειμένου να με ενημερώσει περί της πορείας της επένδυσής μου και ειδικά να μου γνωστοποιήσει το ακριβές ποσό της κατάθεσής μου, πλην όμως αυτός απέφευγε να πράξει τούτο συστήνοντάς μου διαρκώς να μην ανησυχώ διότι όσο περισσότερο θα διαρκούσε η επένδυσή μου τόσο μεγαλύτερη θα ήταν η απόδοση των χρημάτων μου.

Περί τα τέλη Ιανουαρίου 1997 ήλθε στην οικία μου νέα ειδοποίηση του Δημοσίου Ταμείου Αργους για την εξόφληση του λογαριασμού ύδρευσης και την επόμενη ημέρα πήγα η ίδια στο Δημόσιο Ταμείο και διαπίστωσα ότι δεν είχε εξοφληθεί ο λογαριασμός, τον οποίο και εξόφλησα, ενώ ο Προϊστάμενος μου είπε κατά λέξη "άλλη φορά να μην εμπιστεύεστε κανέναν κυρία μου".

Το ίδιο βράδυ θορυβημένη επικοινώνησα με τον εναγόμενο και του ζήτησα να συναντηθούμε. Την επόμενη ημέρα, 30-1-1997, αναζήτησα τον εναγόμενο στην οικία του και επειδή δεν τον βρήκα απευθύνθηκα στα γραφεία της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (INTERNATIONAL LIFE) στο Αργος (Δαναού 2) και προσκομίζοντας τα παραπάνω έντυπα ζήτησα να με πληροφορήσουν για το ακριβές ποσό της κατάθεσής μου στο αμοιβαίο κεφάλαιο την συγκεκριμένη ημερομηνία.

Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας μου είπαν ότι: α) Τίτλοι συνολικής αξίας 2.314.001 δραχμών είχαν εξαγορασθεί και εισπραχθεί αν και εγώ ουδέποτε εισέπραξα το τίμημα της εξαγοράς των και β) το ποσό των 4.000.000 δραχμών που έδωσα η ίδια προς τον πρώτο εναγόμενο ουδέποτε κατατέθηκε στην εταιρεία.

Παράλληλα και δεδομένου ότι παρευρισκόταν τυχαία στο γραφείο το Αργους ο κ. ......, διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας με καθησύχασε υποσχόμενος άμεση επίλυση του θέματος με τη δική του προσωπική μεσολάβηση. Έκτοτε όμως και παρά τις συνεχείς οχλήσεις μου προς τον πρώτο των εναγομένων, ο οποίος έχει επανειλημμένα αποδεχθεί, και μάλιστα παρουσία τρίτων προσώπων, ότι έλαβε τα παραπάνω χρηματικά ποσά, δεν μου έχει επιστραφεί οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, η δε ασφαλιστική εταιρεία (δεύτερη των εναγομένων) ουδεμία απάντηση μου έχει δώσει έκτοτε αλλά αποποιείται τις έναντί μου ευθύνες της.

Επειδή εξαιτίας της παράνομης και ανήθικης συμπεριφοράς του πρώτου των εναγομένων υπέστην τεράστια περιουσιακή ζημία καθόσον τα χρήματα αυτά αποτελούν προϊόν αιματηρών οικονομικών και ήταν απαραίτητα για τη συντήρησή μου αφού έχει αποβιώσει ο σύζυγός μου και δεν εργάζομαι. Επειδή έχω ήδη ασκήσει κατά του πρώτου των εναγομένων την από 24-4-1997 μήνυσή μου ενώπιον του κ.

Εισαγγελέα Πλη/κών Ναυπλίου με ανάλογο περιεχόμενο, καθόσον ο εναγόμενος τέλεσε σε βάρος μου αλλεπάλληλα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό νόμο. Επειδή ο πρώτος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την απειρία μου περί τις συναλλαγές και την εμπιστοσύνη που είχα στο πρόσωπό του, με εξαπάτησε και μου απέσπασε με δόλιο και παράνομο τρόπο το ποσό των έξι εκατομμυρίων διακοσίων εξήντα τεσσάρων χιλιάδων (6.264.000) δραχμών (4.000.000 + 2.134.000 + 65.000 + 65.000) αποκομίζοντας παράνομα μεγάλο περιουσιακό όφελος σε βάρος μου.

Επειδή η δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία ευθύνεται απέναντί μου, εξαιτίας των παρανόμων πράξεων του προστηθέντα από αυτήν ασφαλειομεσίτη - ασφαλιστικού συμβούλου (α' εναγομένου), για την καταβολή του ως άνω ποσού των 6.264.000 δραχμών.

Επειδή τα αλλεπάλληλα αδικήματα που διέπραξε ο πρώτος εναγόμενος σε βάρος μου, εκμεταλλευόμενος την απειρία μου περί τις συναλλαγές και την εμπιστοσύνη που είχα στο πρόσωπό του, με τη χρήση μάλιστα έντυπου υλικού που η δεύτερη εναγόμενη του είχε παραχωρήσει αλλά και η απροκάλυπτη αδιαφορία που εξακολουθούν να επιδεικνύουν μέχρι σήμερα οι νόμιμοι εκπρόσωποι της τελευταίας για την υπόθεσή μου, μου προκάλεσαν ιδιαίτερο ψυχικό πόνο και μεγάλη στενοχώρια, για το λόγο δε αυτό λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης των αδικημάτων αυτών, της κοινωνικής μου κατάστασης και της συμπεριφοράς των αντιδίκων απέναντί μου μετά την αποκάλυψη των παρανομιών του πρώτου από αυτούς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να μου επιδικαστεί το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών, ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο και θα πρέπει οι αντίδικοι να υποχρεωθούν να μου καταβάλλουν ευθυνόμενοι απέναντί μου αλληλέγγυα και μάλιστα εις ολόκληρον ο καθένας τους, λόγω του ενοχικής σχέσης που τους συνδέει, νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας μου μέχρι την πλήρη εξόφληση".

Με το περιεχόμενό της αυτό η αγωγή, κατά την εκ των άρθρων 914, 922, 932, 297, 298 Α.Κ. μοναδική της βάση, από αδικοπραξία εφ' όσον εκτίθενται σ' αυτή: 1) η μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας σχέση πρόστησης, θεωρουμένου με την ιστορική αναφορά σ' αυτή (αγωγή) της αναμφίβολης γνωστής έννοιας της πρόστησης, ότι προβάλλονται με την αγωγή τα χαρακτηριστικά της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από την προστήσασα (αναιρεσείουσα) του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα πρώτο εναγόμενο σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) η ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του προστηθέντος πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.

και 3) ότι η ως άνω ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, της ανεύρεσης δηλαδή υποψηφίων επενδυτών για να εγγραφούν σαν δικαιούχοι - μερισματούχοι στα αμοιβαία μετοχικά της κεφάλαια (που διαχειριζόταν κατά νόμο η ομώνυμη θυγατρική εταιρεία Α.Ε.Δ.Α.Κ.), εργασία για την οποία τον είχε εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα και με έντυπο υλικό, είναι ορισμένη και νόμιμη.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής για το ορισμένο του: α) ο τρόπος με τον οποίο δραστηριοποιείται η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία σε επενδυτικές εργασίας, αφού κατά τα προαναφερθέντα, εκ του νόμου είναι γνωστό και επιτρεπτό ότι η ίδια μόνο ως αντιπρόσωπος της ομώνυμης θυγατρικής της εταιρείας εμπλέκεται στη διαχείριση των αμοιβαίων κεφαλαίων και με τη μοναδική της αυτή ιδιότητα δρα με το προσωπικό του ασφαλιστικού της δικτύου, και έδρασε και στην συγκεκριμένη ένδικη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή β) ο τρόπος κατά τον οποίο ο ασφαλειομεσίτης - ασφαλιστικός σύμβουλος πρώτος εναγόμενος έδρασε στη συγκεκριμένη περίπτωση με σχέση πρόστησης, παρά το νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων του Ν. 1569/1985, και με ποια στοιχεία πρόστησης, αφού η ιδιότητά του αυτή, δεν απέκλειε την ανάθεση σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα υπό καθεστώς πρόστησης (για την οποία δεν ήταν αναγκαία η επίκληση άλλων στοιχείων) και των καθηκόντων της ανεύρεσης υποψηφίων επενδυτών για να εγγραφούν σαν δικαιούχοι στα αμοιβαία μετοχικά της κεφάλαια.

Δεν αναιρείται δε η ιστορούμενη στην αγωγή αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, της υπεξαίρεσης δηλαδή μέσω της απατηλής συμπεριφοράς του από το γεγονός ότι αναφέρεται ότι ο πρώτος εναγόμενος την έπεισε να μην παραλάβει από τον ταμία της θεματοφύλακας Τράπεζας τα ποσά των 939.567 των 279.737 και των 1.094.597 δρχ.

που είχε εισπράξει το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου και το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου του 1995 μέσω δίγραμμων επιταγών της ίδιας Τράπεζας, συνοδευόμενη από τον πρώτο εναγόμενο, αφού στην αγωγή εκτίθεται ότι ο πρώτος εναγόμενος παρά τις ψευδείς υποσχέσεις του δεν ανανέωσε αμέσως το ποσό αυτό σε αμοιβαία κεφάλαια, αλλά τα ανέλαβε μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, και όπως και το ποσό των 4.000.000 δρχ., χωρίς να έχει έννομη επιρροή, εάν ο πρώτος εναγόμενος χρησιμοποίησε ενδεχόμενα και τις αθέμιτες υπηρεσίες του ταμία της Τράπεζας.

Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει ρητά τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο επανέφερε τον ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής, που είχε προβάλλει και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν απέφυγε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτό, αλλά και ερεύνησε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης με την έννοια του "πράγματος", και τον απέρριψε με ειδική σκέψη και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14, και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς όλα τα μέρη και σκέλη του με τα στοιχεία (α) (αα-δδ), (β) (γ) και (δ) κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 124/2006 του Εφετείου Ναυπλίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ο πρώτος εναγόμενος τον Απρίλιο του 1994 εργαζόταν ως ασφαλειομεσίτης - ασφαλιστικός σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και στα γραφεία αυτής επί της οδού Δαναού 2 στο Αργος.

Διατηρώντας φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με την ενάγουσα, της είχε κατ' επανάληψη προτείνει να επενδύσει τις οικονομίες της σε αμοιβαία κεφάλαια της β' εναγομένης και της υποσχόταν αυξημένη απόδοση. Η χρησιμοποίηση του ασφαλιστικού δικτύου και των ασφαλιστικών συμβούλων για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων είναι συνήθης στην πράξη, οι δε ασφαλιστικοί σύμβουλοι συνδέονται συμβατικά με την ασφαλιστική εταιρία της οποίας και ακολουθούν τις εντολές και όχι με την οποία εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων.

Και στην προκειμένη περίπτωση ο α' εναγόμενος, ανήκε στην υπηρεσία της β' εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και όχι της θυγατρικής της με την επωνυμία INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ. Ενεργώντας λοιπόν ο α' εναγόμενος με την παραπάνω ιδιότητα και εκμεταλλευόμενος τη φιλική του σχέση με την ενάγουσα, την έπεισε και έτσι στις 11-4-1994 μετέβη αυτή με τη σύζυγο του εναγομένου στην Ιονική Τράπεζα Αργους, όπου και κατέθεσε 1.000.000 δραχμές στον ειδικό λογαριασμό αμοιβαίου κεφαλαίου που τηρούσε η β' εναγομένη εταιρία στην εν λόγω Τράπεζα ως θεματοφύλακα.

Την ίδια ημέρα ο α' εναγόμενος της παρέδωσε αντίγραφο της ...... αίτησης συμμετοχής με συνδικαιούχους τους δύο γιούς της σε έντυπο της β' εναγομένης απευθυνόμενη προς την παραπάνω (θυγατρική της) ΑΕΔΑΚ. Ομοίως στις 10-10-1994 μετέβη με τον α' εναγόμενο στην ίδια (θεματοφύλακα) Τράπεζα και κατέθεσε πάλι 1.000.000 δραχμές στον ίδιο λογαριασμό και για τον ίδιο σκοπό, λαμβάνοντας απ' αυτόν αντίγραφο της ......

αίτησης συμμετοχής, στο ίδιο έντυπο και με τους ίδιους συνδικαιούχους (Ψα και Ψβ). Στα τέλη Μαϊου 1995 ο α' εναγόμενος την επισκέφτηκε στο σπίτι της και της είπε ότι επειδή είχε παρέλθει έτος έπρεπε να ανανεώσουν το αρχικό αμοιβαίο κεφάλαιο του 1.000.000 δρχ. και υπέγραψε, όπως της ζήτησε, σχετική αίτηση εξαγοράς σε έντυπο της β' εναγομένης.

Για το λόγο δε αυτό το α' 10ήμερο του Ιουνίου 1995 επισκέφτηκαν μαζί και πάλι το υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας Αργους και εισέπραξε την ..... δίγραμμη επιταγή σε διαταγή της που είχε εκ δώσει η θεματοφύλακας Τράπεζα την 1-6-1995, ποσού 939.567 δρχ. Όμως ο α' εναγόμενος την έπεισε να μη παραλάβει το ποσό αυτό αλλά να το αφήσει στην ταμία, με το πρόσχημα ότι θα ανανέωνε αμέσως την κατάθεσή της σε αμοιβαία κεφάλαια, επιμελούμενος προσωπικά, χωρίς όμως ποτέ να της παραδώσει οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει τη νέα κατάθεση, ισχυριζόμενος ότι σε περίπτωση ανανέωσης του αμοιβαίου κεφαλαίου ο καταθέτης δεν λαμβάνει τίποτε, ισχύει η αρχική του αίτηση και κατά την εξαγορά προστίθενται αυτόματα οι τόκοι.

Το ίδιο επαναλήφθηκε και το τρίτο δεκαήμερο Σεπτεμβρίου 1995, όταν την κάλεσε στο Αργος για την ανανέωση της δεύτερης κατάθεσης και την είσπραξη των τόκων. Τότε στην ίδια τράπεζα εισέπραξε τις με αριθμούς ..... και ..... δίγραμμες επιταγές σε διαταγή της, ποσών 279.737 και 1.094.697 δρχ. και με ημερομηνίες έκδοσης 12-9-95 και 20-9-95, αντίστοιχα.

Από τα ποσά αυτά της παρέδωσε μόνο 280.000 δρχ. που αντιστοιχούσαν στους τόκους, όπως της είπε, ενώ την έπεισε και πάλι να αφήσει το υπόλοιπο ποσό με το ίδιο πρόσχημα της ανανέωσης στην οποία, δήθεν ο ίδιος θα προέβαινε. Μάλιστα αμέσως μετά την έξοδό τους από την Τράπεζα από το ποσό των 280.000 που είχε λάβει, την έπεισε και του παρέδωσε 250.000 δρχ.

για να αυξήσει το κεφάλαιο καθιστώντας αποδοτικότερη την επένδυση, όπως την βεβαίωνε. Στις αρχές Νοεμβρίου 1995 ο α' εναγόμενος, ενεργώντας με την ίδια παραπάνω ιδιότητα ως ασφαλιστικός σύμβουλος της β' εναγομένης, έπεισε την ενάγουσα να επενδύσει και το τίμημα από την πώληση ποσοστών της εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, στην οποία (πώληση) θα προέβαινε.

Μάλιστα μετά την υπογραφή του σχετικού ... συμβολαίου της συμ/φου Αργους Ανθής Μπόλιαρη - Μιχελάκου, της απέσπασε από το συνολικό τίμημα των 4.500.000 δρχ., το ποσό των 4.000.000 δρχ. σε μετρητά για να τα επενδύσει την επόμενη ημέρα σε αμοιβαία κεφάλαια, όπως την διαβεβαίωνε, παρέδωσε δε σ' αυτήν αντίγραφο της ...... σχετικής αιτήσεως συμμετοχής, πάλι σε έντυπο της β' εναγομένης, με τους ίδιους συνδικαιούχους, για το ως άνω ποσό.

Επίσης η ενάγουσα τον Ιούνιο 1996 έλαβε ταχυδρομικώς έγγραφη ειδοποίηση της β' εναγομένης ότι της διέκοπτε το συμβόλαιο κλάδου ζωής, που είχε προ διετίας καταρτίσει με μεσολάβηση του α' εναγομένου, αν και αυτή του είχε καταβάλει ποσό 65.000 δρχ., που αφορούσε την πρώτη εξαμηνιαία δόση για το 1996, στις αρχές του έτους.

Σε επικοινωνία δε μαζί του αυτός την καθησύχασε λέγοντάς της ότι η ειδοποίηση αφορούσε τη σύζυγο του υιού της, με την οποία έχουν το ίδιο ονοματεπώνυμο. Όταν δε το α' δεκαήμερο Δεκεμβρίου 1996, αντιμετωπίζοντας έκτακτη οικονομική ανάγκη, του ζήτησε 150.000 δραχμές από το συνολικό ποσό που είχε καταθέσει στα αμοιβαία κεφάλαια της β' εναγομένης, αυτός της ζήτησε και υπέγραψε σχετική έντυπη αίτηση εξαγοράς με στοιχεία της β' εναγομένης και την επομένη ημέρα της έδωσε το εν λόγω ποσό, διαβεβαιώνοντάς την και πάλι για την ορθότητα και αποδοτικότητα της επένδυσής της.

Τότε μάλιστα της ζήτησε και αυτή του κατέβαλε το ποσό των 65.000 δρχ. για τη δεύτερη εξαμηνιαία δόση του 1996 του συμβολαίου κλάδου ζωής. Όταν περί τα τέλη Ιανουαρίου 1997, διαπίστωσε ότι ο α' εναγόμενος δεν είχε εξοφλήσει το λογαριασμό ύδρευσή της στο Δημόσιο Ταμείο Αργους, όπως είχε προθυμοποιηθεί να την εξυπηρετήσει, παρά του ότι του είχε καταβάλει, το ποσό των 5.000 δρχ.

για τον σκοπό αυτόν, η ενάγουσα ανησύχησε και ζήτησε να συναντηθεί με τον α' εναγόμενο, επειδή όμως δεν τον βρήκε στην οικία του απευθύνθηκε στα γραφεία της β' εναγομένης και ζήτησε πληροφορίες για την πορεία των καταθέσεών της. Τότε (30-1-1997) πληροφορήθηκε έκπληκτη ότι οι δύο τίτλοι ονομαστικής αξίας 2.000.000 δρχ.

συνολικά είχαν εξαγοραστεί και εφέρετο ότι είχαν εισπραχθεί απ' αυτήν, χωρίς να έχουν ανανεωθεί, ότι ουδέποτε κατετέθη σε λογαριασμό της εταιρίας το ποσό των 4.000.000 δρχ., καθώς και ότι η β' εναγομένη είχε καταγγείλει τη σύμβαση με τον α' εναγόμενο τον Οκτώβριο του 1996 για σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα γιατί καταχράστηκε χρηματικά ποσά πελατών.

Μετά δε από τη σχετική από 24-4-1997 μήνυση της ενάγουσας, ο α' εναγόμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση με την ήδη τελεσίδικη 1292/2001 απόφαση του Μον/λούς Πλημ/κείου Ναυπλίου. Η αδικοπραξία που προαναφέρθηκε σαφώς και τελέστηκε στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων που του είχε αναθέσει η β' εναγομένη εταιρία και η ζημία που υπέστη η ενάγουσα τελεί οπωσδήποτε σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί.

Συγκεκριμένα αν δεν είχε την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου της β' εναγομένης και δεν χρησιμοποιούσε τα έντυπα, τα γραφεία και την εν γένει υποδομή της, δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί με επιτυχία στην παθούσα ως εξουσιοδοτημένο απ' αυτήν πρόσωπο και να την πείσει να του παραδώσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά.

Μόνη η φιλική και οικογενειακή σχέση με την παθούσα, χωρίς τη συνδρομή της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, θα ήταν αδύνατον να οδηγήσει την παθούσα σ' αυτήν την απόφαση. Η ευθύνη δε της β' εναγομένης κατ' άρθρο 922 ΑΚ εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και στην περίπτωση υπερβάσεως ή απλής καταχρήσεως από τον προστηθέντα της εξουσίας που του έχει ανατεθεί και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περιεχόμενος στους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η αδικοπραξία δεν τελέστηκε στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του α' εναγομένου και ότι αυτή ουδεμία ευθύνη υπέχει.

Το Εφετείο με τα προαναφερθέντα δέχθηκε: 1) τη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πιο πάνω ...... σχέση πρόστησης με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 922 του ΑΚ του δεύτερου εκ μέρους της πρώτης στην ανεύρεση επενδυτών προς το σκοπό της διάθεσης σ' αυτούς από την αναιρεσείουσα ως αντιπρόσωπο μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με τη συνδρομή των χαρακτηριστικών γεγονότων για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας της πρόστησης, δηλαδή της διατήρησης από την προστήσασα αναιρεσείουσα του δικαιώματος να δίδει οδηγίες και να προβαίνει σε υποδείξεις στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων και ότι αυτή η σχέση πρόστησης δημιουργήθηκε και στηρίχθηκε στην προϋπάρχουσα μεταξύ των εναγομένων σχέση ασφαλειομεσιτείας και παράλληλα προς αυτήν, 2) την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του προστηθέντος με τις προϋποθέσεις του αρθ. 914 του ΑΚ της παράνομης ιδιοποίησης με προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά των χρηματικών ποσών που παρέδωσε σ' αυτόν η αναιρεσίβλητη, για την περαιτέρω παράδοσή τους στη συνέχεια στην θεματοφύλακα έναντι της τιμής διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, την αγορά των οποίων παράγγειλε αμέσως προ της καταβολής των χρημάτων επίσης μέσω του πιο πάνω προστηθέντος της αναιρεσείουσας, 3) ότι η πιο πάνω ενέργεια του προστηθέντος στο σύνολό της νοουμένη, δηλαδή ενημέρωση, παραλαβή της αίτησης, έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί και βρίσκεται σε συνάφεια προς αυτήν και τα καθήκοντά του (διαμεσολάβηση για την ανεύρεση επενδυτών προς διάθεση σ' αυτούς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και ενημέρωσή τους, συμπλήρωση των απαραιτήτων αιτήσεων, και παραλαβή και διαβίβασή τους στην αναιρεσείουσα) πλέον των καθηκόντων του ασφαλειομεσίτη.

Αναφορικά δε ειδικά προς την είσπραξη των χρημάτων εκ μέρους του προστηθέντος (τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε), δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλόμενη εκ των πραγμάτων, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραδοχές της, ότι τελέσθηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα, και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του από τη διάταξη του άρθ. 20 παρ. 5 του Ν. 1969/1991 όπως ίσχυε τότε, πλην όμως η σχέση της πρόστησης με το πιο πάνω εσωτερικό περιεχόμενό της, υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την είσπραξη αυτή και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόστηση, προς την οποία βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια.

Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922 του ΑΚ τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, ως προς όλα τα μέρη και σκέλη του με τα στοιχεία α' και β' με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά τις σ' αυτόν περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της σχέσης πρόστησης και την ύπαρξη ζημίας του αναιρεσίβλητου σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος (λόγος) ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλομένη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2006 αίτηση της ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΩΗ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 124/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ