Legislator Case Law & Legislation
1223/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on car accident liability, ruling court's evidence assessment is unreviewable.

Case Number 1223/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding liability in a car accident case. The appellants argued the lower court improperly excluded a witness's testimony and relied solely on another witness. The court held that the evaluation of evidence and the weight given to witness testimonies fall within the exclusive and unreviewable discretion of the trial court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the trial court's free evaluation of evidence or the weight assigned to witness testimonies in civil proceedings.

Keywords

AI generated
free evaluation of evidence witness testimony weight unreviewable discretion car accident liability appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1223 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1223/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Γ., 2) Ζ. συζ. Κ. Γ., το γένος Α. Π., α) για τον εαυτό της ατομικά, β) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου (κατά ποσοστό ιδανικής μερίδας 1/2) της αποβιωσάσης στις 10-5-2014 αρχικής ενάγουσας Σ. χας Α. Π. και γ) ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας του αδελφού της Σ. Π., επίσης εξ αδιαθέτου κληρονόμου (κατά ποσοστό ιδανικής μερίδας 1/2) της αποβιωσάσης Σ. χας Α. Π., 3) Α. Γ. του Κ., 4) Σ. Γ. του Κ., 5) Γ. Γ. του Κ. και 6) Σ. Γ. του Κ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-3-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, της ήδη αποβιωσάσης Σ. χας Α. Π. και του Α. Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21739/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 860/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 1-5-2016 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 811/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 900/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 14-10-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 1111/81/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης[άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθμ. 900/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 579 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθ. 524 παρ. 1β` ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, ενώ οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από αυτήν. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους.

Περίπτωση ολικής αναίρεσης συντρέχει και όταν ο αναιρετικός λόγος που έγινε δεκτός πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής, αλλά σε συνδυασμό και με το αιτιολογικό της (Ολ.ΑΠ 27/2007, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 359/2017). Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένο μόνο κεφάλαιο της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτό εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 14/2021).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 30-1-2009 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 4915/2009) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες (και οι Π.

Σ. και Α. Α., μη διάδικοι στη παρούσα δίκη) και ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεσαν ότι κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος Ν. Ρ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθμ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της με αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Γ., οικείου των αναιρεσειόντων. Ζήτησαν δε, κατά το καταψηφιστικό και αναγνωριστικό αίτημά τους, να τους καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 21739/2011 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η, από 3-2-2012 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 503/2012) έφεση, με την οποία, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την καθ` ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους ως βάσιμης κατ` ουσία.

Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθμ. 860/2015 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση, εξαφανίστηκε η με αριθμ. 21739/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσία η ως άνω αγωγή των εναγόντων και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, με την από 1-5-2016 αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ιντερσαλόνικα ΑΕΓΑ" προσέβαλε την ως άνω με αριθμ. 860/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επί της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η με αριθμ. 811/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (Δ' Τμήμα), με την οποία αναιρέθηκε η πληττόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ.

β', 914 του ΑΚ και 10 του ν. ΓπΝ/1911). Το κατά παραπομπή Δικαστήριο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εξέδωσε την με αριθμ. 900/2020 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 3-2-2012 έφεση, πλην του κεφαλαίου της εκκαλούμενης με το οποίο προσβλήθηκε η απόφαση ως προς την επιβολή των δικαστικών εξόδων, ως προς το οποίο εξαφάνισε την εκκαλούμενη και, αφού κράτησε την υπόθεση ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο, επέβαλε σε βάρος των εναγόντων-εκκαλούντων μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης-εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας.

Ήδη, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων ως άνω με αριθμ. 900/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ., ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται κατά το δυνατόν ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α] Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή [12 παρ. 1], β] ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς [19 παρ. 1], γ] ο οδηγός έχει υποχρέωση να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του, μεταξύ άλλων, πλησίον ισόπεδων οδικών κόμβων, ανεξάρτητα αν υπάρχει σήμανση από πλευράς προτεραιότητας διέλευσης ή και σηματοδότηση και γενικά σε κάθε άλλη γενική περίπτωση, που επιβάλλεται ο μετριασμός αυτός [19 παρ. 3] [ΑΠ 1267/2020, ΑΠ 39/2013].

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 900/2020 (προσβαλλόμενη) απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''...

Στις 28-4-2007 και ώρα 9.55 περίπου, ο Δ. Γ., οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα στην οδό Μοναστηρίου, στη Θεσσαλονίκη, με κατεύθυνση από την οδό Αγ. Πάντων, προς την έξοδο της πόλης, πλησιάζοντας τη διασταύρωση αυτής με την οδό Κωλέτη. Η οδός Μοναστηρίου, στο παραπάνω σημείο, είναι διπλής κατεύθυνσης, ευθεία, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 20 μέτρα (10 μέτρα σε κάθε ρεύμα πορείας) και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 50 χιλ/ώρα.

Η οδός Κωλέτη με την οποία διασταυρώνεται, η οποία και αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση και έχει πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρα. Η κυκλοφορία των οχημάτων στην παραπάνω διασταύρωση ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι λειτουργούν ως εξής: όταν έχει κόκκινη ένδειξη η κίνηση των οχημάτων στην οδό Κωλέτη προς Γιαννιτσών, τότε η κίνηση των οχημάτων επί της οδού Μοναστηρίου προς την έξοδο πόλης έχει πράσινη ένδειξη, εκτός αν έχει ενεργοποιηθεί η αριστερή στροφή επί της οδού Μοναστηρίου προς την οδό 25ης Μαρτίου, η οποία έρχεται στη συνέχεια της κίνησης των οχημάτων από Κωλέτη.

Οι κόκκινες ενδείξεις των κινήσεων των οχημάτων επί της οδού Κωλέτη από και προς Γιαννιτσών έχουν την ίδια χρονική διάρκεια. Η εκκίνηση της κόκκινης ένδειξης στο ρεύμα από Γιαννιτσών, καθυστερεί κατά 1" σε σχέση με την κόκκινη ένδειξη της κίνησης προς Γιαννιτσών. Η αριστερή στροφή από την οδό Κωλέτη προς κέντρο πόλης εκτελείται έχοντας σαν ένδειξη κίτρινο αναλάμπον βέλος, στον ίδιο χρόνο που η ευθεία κίνηση επί της Κωλέτη προς την οδό Γιαννιτσών έχει πράσινη ένδειξη.

Με χρονική στιγμή εκκίνησης, τη στιγμή της παύσης της πράσινης ένδειξης της διάβασης πεζών επί της Κωλέτη στην άνω πλευρά του κόμβου, η κίνηση των οχημάτων επί της Κωλέτη προς Γιαννιτσών και η προαναφερθείσα διάβαση πεζών, έχουν για 10" ταυτόχρονα κόκκινη ένδειξη. Κατά τον προαναφερόμενο χρόνο οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή.

Την ίδια χρονική στιγμή, ο Ν. Ρ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" (ήδη αναιρεσίβλητη) και εκινείτο στην οδό Κωλέτη με πρόθεση να στρίψει αριστερά στην οδό Μοναστηρίου και να κατευθυνθεί στην οδό Αγ.

Πάντων (είσοδο της πόλης). Μόλις έφθασε στη διασταύρωση της οδού ακινητοποίησε το όχημά του πριν από το σηματοδότη που είχε κόκκινη ένδειξη. Όταν τράπηκε η ένδειξη από κόκκινη σε πράσινη και επιτράπηκε η κίνηση όλων των οχημάτων στην οδό Κωλέτη, δηλαδή αυτών που προορίζονταν να ακολουθήσουν ευθεία πορεία και υπό μορφή αναλάμποντος κίτρινου βέλους για τα οχήματα που προορίζονταν να στρίψουν αριστερά στην οδό Μοναστηρίου, ο προαναφερόμενος οδηγός έθεσε εκ νέου σε κίνηση το αυτοκίνητο και άρχισε να εκτελεί αριστερό ελιγμό διασχίζοντας με μικρή ταχύτητα το ρεύμα πορείας της οδού Μοναστηρίου που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης.

Αφού διέσχισε σχεδόν τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, δέχθηκε ισχυρό κτύπημα στο πλάγιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου από την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε ο Δ. Γ., με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να περιστραφεί και το πίσω τμήμα του να λάβει θέση σχεδόν παράλληλη στο νοητό άξονα του οδοστρώματος της οδού Μοναστηρίου, ενώ η μηχανή ανατράπηκε και έπεσε στο οδόστρωμα.

Από τη σύγκρουση, η οποία υπήρξε σφοδρή, υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ηλικίας 27 ετών, ο οποίος μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση στο "Γενικό Νοσοκομείο Παπανικολάου", όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη οίδημα εγκεφάλου, κατάγματα προσωπικού κρανίου, κάκωση θώρακος, λεκάνης, κατάγματα άνω άκρων.

Παρέμεινε νοσηλευόμενος στη μονάδα εντατικής θεραπείας από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι 9.3.2008, οπότε επήλθε ο θάνατος του λόγω πολυοργανικής ανεπάρκειας, σηπτικής καταπληξίας. Επίσης κατά το τροχαίο ατύχημα υπέστη σοβαρές σωματικές βλάβες και ο επιβαίνων στη μοτοσικλέτα Αθανάσιος Αναγνωστόπουλος, ηλικίας 33 ετών.

Οι προαναφερόμενες κατευθύνσεις των εμπλακέντων στο θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα οχημάτων, οι τελικές θέσεις αυτών και το σημείο σύγκρουσης απεικονίζονται στο νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, τα οποία μετέβησαν στο τόπο της σύγκρουσης, καθώς και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που ελήφθησαν μετά το ατύχημα, πριν μετακινηθούν τα οχήματα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται.

Για το προπεριγραφόμενο τροχαίο ατύχημα αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας Δ. Γ., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε, ως μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός. Ειδικότερα, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα ανάμεσα στη μεσαία και αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού Μοναστηρίου προς την έξοδο της πόλης με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα (80 χιλ/ώρα), που ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ/ώρα, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,76 %ο, το οποίο επηρέασε την πνευματική του διαύγεια, την ικανότητα αντίληψης, συγκέντρωσης, προσοχής και επέφερε μείωση της άμεσης αντίδρασης και των αντανακλαστικών του, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα και να μη διακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας μπροστά από τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, αλλά παραβίασε αυτόν και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στην πλάγια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, το οποίο περιέστρεψε και προκάλεσε εκτεταμένες υλικές ζημίες στο αμάξωμα που καταδεικνύουν τη σφοδρότητα της σύγκρουσης.

Το παραπάνω ποσοστό αλκοόλης βρέθηκε κατά την εξέταση των αποσταλέντων δειγμάτων αίματος, το οποίο λήφθηκε στις 12.45' δηλαδή τρείς ώρες μετά το ατύχημα, γεγονός που υποδηλώνει ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος (9.55'), το επίπεδο αλκοόλης στο αίμα του θα ήταν προφανώς μεγαλύτερο, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ο οργανισμός αποβάλλει κάποια ποσότητα με την πάροδο του χρόνου.

Το γεγονός ότι ο οικείος των εναγόντων, οδηγός της υπ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη στη διασταύρωση των οδών Μοναστηρίου και Κωλέτη, προκύπτει προεχόντως από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, Γ. Π., ο οποίος αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα.

Ο προαναφερόμενος μάρτυρας, ο οποίος είχε άμεση γνώση και αντίληψη των συνθηκών του ατυχήματος, κατέθεσε προανακριτικά στις 21.5.2008, ότι βρισκόταν πεζός στο πεζοδρόμιο της οδού Μοναστηρίου, στο ρεύμα πορείας προς έξοδο της πόλης και απείχε 15 μέτρα περίπου από την οδό Κωλέτη. Ενώ βάδιζε προς τους φωτεινούς σηματοδότες άκουσε το δυνατό θόρυβο της σύγκρουσης και είδε το συνοδηγό της μηχανής να πετάγεται ψηλά.

Αυθόρμητα, μετά από 2-3 βήματα κοίταξε το φωτεινό σηματοδότη της οδού Μοναστηρίου, ο οποίος έδειχνε κόκκινη ένδειξη. Στην έκθεση αυτοψίας καταγράφεται και ως αυτόπτης μάρτυρας η Μ. Μ., η οποία, όπως κατέθεσε, εκινείτο με το αυτοκίνητο της στην οδό Κωλέτη με κατεύθυνση από την οδό Γιαννιτσών προς Μοναστηρίου και διέκοψε την πορεία του, πριν από τον ερυθρό σηματοδότη.

Οι προανακριτικές όμως καταθέσεις που έδωσε στις 20.5.2007 και 12.4.2008 δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, καθόσον κατέθεσε λανθασμένα τις κατευθύνσεις των προαναφερόμενων οχημάτων που ενεπλάκησαν στο επίδικο ατύχημα, υποστηρίζοντας ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκινείτο στην οδό Κωλέτη με κατεύθυνση προς την οδό Γιαννιτσών, ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο αρχικά ήταν σταματημένο επί της οδού Μοναστηρίου, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλης και στη συνέχεια ξεκίνησε την πορεία του, είτε για να στρίψει αριστερά προς Κωλέτη είτε για να επιχειρήσει αναστροφή επί της οδού Μοναστηρίου προς την έξοδο της πόλης.

Η περιγραφή αυτή δεν συμπίπτει με τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, ούτε με τις από 7-6-2007 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του Ν. Κ., αλλά ούτε και με όσα ιστορούν στην αγωγή τους οι ενάγοντες για τις πορείες των οχημάτων, οι οποίες δεν διαφοροποιούνται από τις απεικονιζόμενες στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα.

Επίσης, η κατάθεση του εξετασθέντος προανακριτικά μάρτυρα Κ. Ε. αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον, ενώ ισχυρίζεται ότι ήταν παρών στο θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα, δεν δήλωσε τα στοιχεία του προκειμένου να καταγραφούν στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας και κατέθεσε, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα ενός έτους από το ατύχημα, στις 28-5-2008, μετά το σχηματισμό της ποινικής δικογραφίας (...).

Περαιτέρω, στην ίδια κρίση, αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, κατέληξε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 6438/2013 απόφαση, η οποία κατέστη αμετάκλητη, δυνάμει της οποίας αθωώθηκε ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου Ν.

Ρ. για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας και της σωματικής βλάβης από αμέλεια. Τα ίδια δέχθηκε και το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 26541/2008 απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 9.8.2007 αγωγής που άσκησε ο προαναφερόμενος οδηγός κατά του Δ. Γ. και του Επικουρικού κεφαλαίου, λόγω του ότι η μοτοσικλέτα ήταν ανασφάλιστη.

Την παραπάνω απόφαση αποδέχθηκε το εκεί εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο κατέβαλε το επιδικασθέν ποσό για τις υλικές ζημίες του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα (...). Από τα παραπάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, οικείου των υπό στοιχεία 1-7 εναγόντων-εκκαλούντων, ενώ για τον οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου δεν αποδείχθηκε αμελής συμπεριφορά που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, αφού εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη, κινούμενος με χαμηλή ταχύτητα και δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να αποφύγει το ζημιογόνο όχημα, το οποίο αιφνίδια, με μεγάλη ταχύτητα εισήλθε στο ρεύμα πορείας του.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες τα αντίθετα ισχυρίζονται...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης (κατά το μέρος που προσβλήθηκε το κεφάλαιο της υπαιτιότητας), η οποία είχε απορρίψει κατ'ουσία την αγωγή τους, περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 εδ. β' του ΑΚ και των άρθρων 6, 12 παρ. 1 α' και 19 παρ. 1, 3 του ν. 2696/ 1999 (Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και επάρκεια, τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο ως άνω οδηγός, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι: α) η ρύθμιση της κυκλοφορίας στον ισόπεδο κόμβο συμβολής των οδών Μοναστηρίου και Κωλέτη στη Θεσσαλονίκη, ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, β) όταν στην κίνηση των οχημάτων επί της οδού Κωλέτη με κατεύθυνση προς την οδό Γιαννιτσών (ευθεία), ο φωτεινός σηματοδότης έχει κόκκινη ένδειξη, τότε στην κίνηση των οχημάτων επί της οδού Μοναστηρίου, με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης, ο φωτεινός σηματοδότης έχει πράσινη ένδειξη, εκτός αν έχει ενεργοποιηθεί η αριστερή στροφή επί της οδού Μοναστηρίου προς την οδό 25ης Μαρτίου, η οποία έρχεται στη συνέχεια της κίνησης των οχημάτων από την οδό Κωλέτη, γ) οι κόκκινες ενδείξεις της σήμανσης επί των ως άνω οδών Κωλέτη και Μοναστηρίου, έχουν την ίδια χρονική διάρκεια, δ) η αριστερή κίνηση των οχημάτων από την οδό Κωλέτη με κατεύθυνση προς την οδό Αγίων Πάντων (κέντρο της Θεσσαλονίκης) εκτελείται έχοντας ως ένδειξη σήμανσης κίτρινο αναλάμπον βέλος στον ίδιο όμως χρόνο που η ευθεία κίνηση από την οδό Κωλέτη προς την οδό Γιαννιτσών έχει πράσινη ένδειξη, δηλαδή για τα οχήματα που κινούνται από την οδό Κωλέτη προς την οδό Μοναστηρίου (κινούμενα είτε ευθεία προς την οδό Γιαννιτσών, είτε αριστερά προς το κέντρο της Θεσσαλονίκης) υπάρχουν, στον ίδιο χρόνο, δύο ενδείξεις η πράσινη ένδειξη για τα κινούμενα ευθεία προς την οδό Γιαννιτσών και κίτρινο αναλάμπον για τα κινούμενα αριστερά επί της Μοναστηρίου προς το κέντρο της Θεσσαλονίκης, ε) ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Δ.

Γ., κινούμενος στην οδό Μοναστηρίου, με κατεύθυνση από το κέντρο της Θεσσαλονίκης προς την έξοδο της πόλης, ανάμεσα στη μεσαία και αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με την αυξημένη ταχύτητα των 80 χλμ/ώρα, καθ' υπέρβαση της επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ώρα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,76ο/οο, το οποίο επηρέασε την ικανότητα αντίληψης και συγκέντρωσής του, ενώ επέφερε και μείωση της άμεσης αντίδρασής του, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα την είσοδο του με αριθμ.

κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ασφαλισμένος, για τις προς τρίτους ζημίες, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία οδηγός, Ν. Ρ., στον κόμβο από την οδό Κωλέτη και δεν σταμάτησε, όπως όφειλε, καθόσον η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη στην πορεία του επί της οδού Μοναστηρίου ήταν κόκκινη, αλλά παραβίασε αυτόν και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε στην πλάγια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, το οποίο είχε ήδη διασχίσει σχεδόν τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού Μοναστηρίου προς την έξοδο της πόλης, κατευθυνόμενο προς το κέντρο αυτής (οδός Αγίων Πάντων) και στ) ο οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου κινούμενος επί της οδού Κωλέτη και έχοντας την πρόθεση να κατευθυνθεί αριστερά στην οδό Μοναστηρίου προς το κέντρο της Θεσσαλονίκης, ακινητοποίησε το όχημά του επί της οδού Κωλέτη και πριν από την φωτεινή κόκκινη σήμανση, όταν δε η ένδειξη στη σηματοδότηση αυτή τράπηκε από κόκκινη σε πράσινη επιτρέποντας έτσι την κίνηση όλων των οχημάτων από την οδό Κωλέτη είτε ευθεία προς την οδό Γιαννιτσών, είτε, υπό μορφή αναλάμποντος κίτρινου βέλους για τα οχήματα που προτίθενται να κινηθούν αριστερά στην οδό Μοναστηρίου και στη συνέχεια προς το κέντρο της Θεσσαλονίκης, έθεσε σε κίνηση το όχημά του και άρχισε να εκτελεί αριστερό ελιγμό διασχίζοντας με μικρή ταχύτητα το ρεύμα πορείας της οδού Μοναστηρίου προς την έξοδο της πόλης, αφού διέσχισε δε τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού, κινούμενος προς την είσοδο της πόλης, δέχθηκε ισχυρό κτύπημα στο πλάγιο αριστερό τμήμα του από την παραπάνω δίκυκλη μοτοσικλέτα, ο οδηγός της οποίας παραβίασε την κόκκινη ένδειξη της σηματοδότησης που υπήρχε στη πορεία του.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης αρκούσαν για να στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο ένδικο ατύχημα. Ουδεμία δε αντίφαση προκύπτει από το ότι, το Εφετείο, "ενώ δέχεται ότι η αριστερή στροφή από την οδό Κωλέτη προς το κέντρο της πόλης (όπως δέχεται ότι κινήθηκε ο αντίδικος οδηγός του Ι.Χ.

αυτοκινήτου) εκτελείται έχοντας ως ένδειξη κίτρινο αναλάμπον βέλος, δέχεται ταυτόχρονα πιο κάτω, όλως αντιφατικώς, ότι ο αντίδικος οδηγός του Ι.Χ. αυτοκινήτου ευρισκόμενος στην οδό Κωλέτη εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινη ένδειξη", καθόσον το Εφετείο, σε συνέχεια των παραπάνω, δέχεται, ως προς τη ρύθμιση της κυκλοφορίας στο σημείο του ατυχήματος επί του ισόπεδου κόμβου, ότι " η αριστερή στροφή από την οδό Κωλέτη προς το κέντρο της πόλης εκτελείται έχοντας σαν ένδειξη κίτρινο αναλάμπον βέλος, στον ίδιο χρόνο που η ευθεία κίνηση επί της οδού Κωλέτη προς την οδό Γιαννιτσών έχει πράσινη ένδειξη ...

όταν δε τράπηκε η ένδειξη από κόκκινη σε πράσινη και επιτράπηκε η κίνηση όλων των οχημάτων στην οδό Κωλέτη δηλαδή αυτών που προορίζονταν να ακολουθήσουν ευθεία πορεία και υπό μορφή αναλάμποντος κίτρινου βέλους για τα οχήματα που προορίζονταν να στρίψουν αριστερά στην οδό Μοναστηρίου, ο προαναφερόμενος οδηγός του αυτοκινήτου έθεσε εκ νέου σε κίνηση το αυτοκίνητο και άρχισε να εκτελεί αριστερό ελιγμό ...".

Δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι για τα οχήματα που κινούνται από την οδό Κωλέτη προς την οδό Μοναστηρίου, υπάρχουν ταυτόχρονα δύο ενδείξεις η πράσινη για όσα κατευθύνονται ευθεία προς την οδό Γιαννιτσών και η κίτρινη με αναλάμπον βέλος για όσα κινούνται αριστερά επί της οδού Μοναστηρίου με κατεύθυνση το κέντρο της Θεσσαλονίκης και ότι υπό την εν λόγω ταυτόχρονη ένδειξη πράσινου και κίτρινου βέλους ο οδηγός του αυτοκινήτου κινήθηκε, με αντίστοιχη ερυθρή ένδειξη του σηματοδότη για τον κινούμενο επί της οδού Μοναστηρίου, με κατεύθυνση την έξοδο της πόλης, οδηγό της μοτοσικλέτας.

Περαιτέρω, οι φερόμενες ως ελλείψεις σε σχέση με το ότι δεν διευκρινίζεται αν ο οδηγός του Ι.Χ. αυτοκινήτου: α) μπορούσε να αντιληφθεί την επερχόμενη μηχανή και από ποια απόσταση, β) αν αντιλήφθηκε τη μηχανή και γ) αν εισερχόμενος στη διασταύρωση προερχόμενος από σηματοδότηση με ένδειξη κίτρινου αναλάμποντος βέλους, κινήθηκε με ιδιαίτερη προσοχή, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ενώ στην προσβαλλόμενη προσδιορίζονται με σαφήνεια και επάρκεια τα στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας ως προς το σημείο σύγκρουσης επί του κόμβου καθόσον με σαφήνεια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι αφού ο οδηγός του ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου διέσχισε σχεδόν τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού Μοναστηρίου που οδηγεί προς την έξοδο της πόλης, δέχθηκε ισχυρό κτύπημα στο πλάγιο αριστερό τμήμα του από την δίκυκλη μοτοσικλέτα η οποία κινείτο ανάμεσα στη μεσαία και αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της οδού Μοναστηρίου προς την έξοδο της πόλης.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες κίνησης των οχημάτων επί των ως άνω οδών και τις συνθήκες σύγκρουσης πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφείς και δικαιολογούν το διατακτικό αυτής, η οποία έχει νόμιμη βάση με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου.

Συνακόλουθα, οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, άλλως ως απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 383/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 2/2022, ΑΠ 306/2021, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 328/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το νοηματικό τέταρτο και πέμπτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και την έλλειψη συντρέχουσας αμέλειας του, ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη, οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου, στηρίχθηκε αποκλειστικά στη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Γ.

Π. και σε κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ενώ αναιτιολόγητα δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος Μ. Μ., την οποία απέκλεισε ως μη πειστική. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατ` ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19), σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναίρεσης, αφού η εκτίμηση των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 14-10-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 1111/81/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 900/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ