Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of contract invalidity due to lack of formal written form and procedural flaws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim, finding the lower court erred in law. The plaintiff argued that contracts were void due to missing written forms and direct awarding without public tender, violating specific public law statutes. The Court held that the lower court incorrectly separated the procedural flaw from the substantive invalidity, ruling that the contracts were void ab initio and the dismissal was legally erroneous.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 41 of Law 496/1974; Art. 1 and 2 of Law 2286/1995; Art. 27 para. 9 of Law 3867/2010; Art. 174 of the Civil Code: When contracts for public entities lack the mandatory written form or violate mandatory procedural rules, they are void, and a lower court's dismissal of a claim based solely on procedural defects without addressing substantive invalidity constitutes a reversible error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1223 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1223/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Μήλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θρασύβουλο Παπαστρατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2785/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4749/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 4/2005 ΑΠ 7/2006).
Εξ άλλου, με το άρθρο 41 του ν. δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ν. π. δ. δ., που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 € σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094/02 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Το ποσό τούτο δύναται να αυξομειώνεται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και διά ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται σε περίπτωση εκπληρώσεως της συμβάσεως.
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό NΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του Α.Κ., άκυρη τη σύμβαση, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτελέσεως της συμβάσεως μόνο όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014).
Η πρόταση, η οποία είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βουλήσεως και αποτελεί ουσιώδες κατ` άρθ. 192 ΑΚ στοιχείο της συμβάσεως, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 82 παρ. 1 και 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και ΝΠΔΔ που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών.
Επί των ως άνω συμβάσεων, εφ' όσον καθεμία έχει μικρή διάρκεια (κάτω του έτους), για να επιτρέπεται η σύναψή τους από το Δημόσιο με απευθείας ανάθεση, πρέπει η από τις συμβάσεις αυτές προκαλούμενη για το Δημόσιο ετήσια δαπάνη να ανέρχεται μέχρι του ποσού του 1.500.000 δραχμών. Τούτο διότι, εάν στις άνω μικρής διάρκειας συμβάσεις, ληφθεί υπ' όψη, ως κριτήριο για το επιτρεπτό ή μη της συνάψεώς τους με απευθείας ανάθεση, η για το Δημόσιο προκαλούμενη δαπάνη από εκάστη τούτων, τότε, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 83 παρ.1 του Ν. 2362/1995, θα ήταν δυνατόν να συναφθούν πολλές όμοιες και διαδοχικές συμβάσεις, με μικρή διάρκεια η καθεμία, ώστε να παρακάμπτεται νομίμως η διαδικασία του διαγωνισμού και να συνάπτεται η σχετική σύμβαση με απευθείας ανάθεση, αφού η για το Δημόσιο δαπάνη από καθεμία σύμβαση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δρχ., πράγμα που δεν ήταν στην πρόθεση του νομοθέτη που ήθελε να τηρείται η διαδικασία του διαγωνισμού, που εξασφαλίζει πλείονες συμμετοχές και αντίστοιχες προσφορές, εντεύθεν δε συνθήκες διαφάνειας και υγιούς ανταγωνισμού, για τις συμβάσεις από τις οποίες προκαλείται ετήσια δαπάνη για το Δημόσιο άνω του ποσού του 1.500.000 δραχμών.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 85 εδ. α' του ίδιου νόμου "Η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 36 ν.3763/2009 "Οι προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας ... που έγιναν μέχρι την κατάθεση της παρούσας διάταξης στη Βουλή των Ελλήνων δυνάμει παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ αυτών και των προμηθευτών καθώς και δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων της παρ.2 του άρθ. 7 ν.2955/2001 θεωρούνται ότι πραγματοποιήθηκαν νόμιμα".
Τέλος, κατά το άρθρο 27 παρ.9 ν.3867/2010, "Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων, που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας ... οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών...".
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές και από τη δημοσίευση των σχετικών νόμων καλύφθηκε η ακυρότητα των προμηθειών των νοσοκομείων, οι οποίες είχαν μέχρι τότε συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2362/1995 με απ' ευθείας ανάθεση, ακύρως, οι οποίες πλέον θεωρούνται νόμιμες (ΑΠ 91/2016, ΑΠ 327/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) εκθέτει, ότι στις 11.10.2006 συνήψε δημόσια σύμβαση προμήθειας ετήσιας διάρκειας με το εναγόμενο νοσοκομείο- νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με αντικείμενο την προμήθεια ιατροτεχνολογικών προϊόντων και γενικά ιατρικών υλικών.
Ότι μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής, και επειδή δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες του επόμενου διαγωνισμού συνήψε το 2008 με το εναγόμενο δέκα συμβάσεις με το ίδιο αντικείμενο, κάθε μία εκ των οποίων είχε συνολικό τίμημα μεγαλύτερο των 2.500 ευρώ, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, πλην όμως κατόπιν αντιστοίχου δελτίου παραγγελίας από το εναγόμενο, με τις οποίες πώλησε και παρέδωσε σε αυτό διάφορα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και γενικά ιατρικά υλικά, εκδίδοντας περισσότερα τιμολόγια-δελτία αποστολής, τα οποία υπεγράφησαν από τους εκπροσώπους του εναγομένου, εκδιδομένου από τους τελευταίους αντιστοίχου πρωτοκόλλου παραλαβής, όπως αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή τα δελτία παραγγελίας, τα πρωτόκολλα παραλαβής και τα τιμολόγια κατά αριθμό, ημερομηνία, ποσό (καθαρή αξία πλέον ΦΠΑ 19%), είδος, ποσότητα και τιμή ανά μονάδα προϊόντος.
Ότι σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι την 20.1.2006, παρείχε στο εναγόμενο μία, προγραμματισμένη ανά τρίμηνο, υπηρεσία συντήρησης της συσκευής MICROLYTE, αντί αμοιβής ύψους 312,38 ευρώ, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, για την οποία (υπηρεσία) εξέδωσε το αναφερόμενο στην αγωγή τιμολόγιο που υπεγράφη από εκπρόσωπο του εναγομένου,...
Ότι το συνολικό ποσό που της οφείλει το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο για τα ως άνω πωληθέντα και παραδοθέντα προϊόντα και παρασχεθείσα υπηρεσία ανέρχεται στο ποσό των 49.807,46 ευρώ. Ότι, ελλείψει συμβατικής ρύθμισης, το ως άνω ποσό οφείλει το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο με το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 παρ. 2 εδ. δ' π.δ.166/2003 επιτόκιο υπερημερίας, ήτοι το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά επτά (7) ποσοστιαίες μονάδες, μετά πάροδο 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου και την παράδοση, την ίδια ημέρα, των αναφερόμενων σε αυτό προϊόντων και παροχή υπηρεσίας.
Ότι επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, το εναγόμενο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της κατά το ανωτέρω ποσό, αφού χρησιμοποίησε τα εν λόγω προϊόντα για τις εξετάσεις των ασθενών του και εισέπραξε το αντίτιμο των εξετάσεων από τα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, αρνούμενο να εξοφλήσει την οφειλή του προς την ενάγουσα - αναιρεσείουσα.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. να της καταβάλει για την αιτία αυτή το συνολικό ποσό των 49.807,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πάροδο εξήντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου... άλλως από 2.11.2009, οπότε επέδωσε σχετική αγωγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, άλλως επικουρικά να της καταβάλει λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού το ποσό των 49.807,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 2.11.2009.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της ως προς τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που το αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των 2.500 ευρώ και για την εγκυρότητα κατάρτισης των οποίων απαιτείται κατ' άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 η τήρηση έγγραφου τύπου, καθόσον γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι προηγήθηκε της αποδοχής έγγραφη πρόταση του εναγομένου νοσοκομείου, περιέχουσα πλήρη τα στοιχεία της προς κατάρτιση δικαιοπραξίας, ήτοι το είδος, τον αριθμό και την τιμή αγοράς των προς αγορά υλικών, ώστε με την αποδοχή της πρότασης από την ενάγουσα πωλήτρια καταρτίστηκε η σύμβαση, η οποία και εκπληρώθηκε εκ μέρους της ενάγουσας, η δε ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου και για την αποδοχή αίρεται, αφού προηγήθηκε η επικαλούμενη έγγραφη πρόταση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε επί της ως άνω αγωγής, με την υπ' αριθ. 2785/2016 απόφασή του, απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, απορρίπτοντας ως παραγεγραμμένο το κονδύλιο των 312,38 ευρώ, και την έκανε δεκτή εν μέρει κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επί της τελευταίας δε αυτής αποφάσεως ασκήθηκε η από 12.7.2016 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.4749/2017 απόφασή του, έκανε τυπικά δεκτή την έφεση και την απέρριψε στην ουσία με τις ακόλουθες παραδοχές: "...
Όλες οι επίδικες συμβάσεις συνάφθηκαν χωρίς να προηγηθεί διαγωνισμός οποιασδήποτε μορφής αλλά με απ' ευθείας ανάθεση των εκπροσώπων του εφεσιβλήτου στα πλαίσια όχι επειγουσών και απρόβλεπτων αναγκών του τελευταίου, οι οποίες απαιτούσαν άμεση αντιμετώπιση, αλλά στα πλαίσια μιας διαρκούς "συνεργασίας" του με την εκκαλούσα, που έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του Ν.2286/1995 και του ΠΔ118/2007, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να αναχθεί σε "προνομιακό" προμηθευτή του εφεσιβλήτου, κατ' αποκλεισμό των ανταγωνιστών της.
Συνεπώς οι συμβάσεις αυτές, ανεξαρτήτως της θεραπείας της ακυρότητάς τους, για έλλειψη εγγράφου τύπου, είναι άκυρες, όπως προαναφέρθηκε, γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις σύναψής τους χωρίς διαγωνισμό με απευθείας ανάθεση, ενώ με την ανωτέρω διάταξη (27 παρ. 9 του Ν.3867/2010), καμία νομιμοποίηση των άκυρων συμβάσεων, που είχαν συναφθεί μέχρι την δημοσίευσή τους, δεν έγινε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε τις ένδικες πωλήσεις άκυρες και ακολούθως απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου...". Ενόψει των ανωτέρω, με το να κρίνει το Εφετείο μη νόμιμη την κύρια βάση της ένδικης αγωγής ήτοι αυτήν της ενδοσυμβατικής ευθύνης, καθ' ότι ανεξαρτήτως της τήρησης ή μη του έγγραφου τύπου για τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων, δεν τηρήθηκε, η νόμιμη διαδικασία διαγωνισμού (ή διαπραγμάτευσης) για τη σύναψή τους, με συνέπεια να πάσχουν ακυρότητας, όλες οι επίδικες συμβάσεις, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 § 2 και 41 του ν.δ. 496/1974, άρθρ. 1 και 2 Ν.2286/1995, άρθρ.1 π.δ. 118/2007, άρθρο27 παρ. 9 του ν.3867/2010 και 174 ΑΚ ενόψει και της προβολής του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας με το δικόγραφο της αγωγής ότι η προμήθεια των ειδών αυτών έγινε, επειδή δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία του επόμενου τακτικού δημόσιου διαγωνισμού.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή ( άρθρο 580 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4749/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ