Legislator Case Law & Legislation
1223/2018 AI generated

1223/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1223/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1223/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 6558/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2014 αίτησή τους.

Keywords

AI generated
enjoyment of rights enforceable title previous legal status legal capacity forfeiture of recourse rights established right
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1223 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1223/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 24η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των Αναιρεσειόντων-καθων η κλήση.

1.Γ. Ν. Λ. και 2. Χ. συζ. Γ. Λ., ..., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσο δικηγόρο Π. Πρωτόπαππα Των αναιρεσιβλήτων

Α.-

Των καθών η κλήση :

1.- Α. συζ. Σ. Λ., ..., κατοίκου ..., 2…. 26. Ν. - Π. Ι. Μ.,κατοίκου ..., ως μόνου εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου, μαζί με τον επόμενο, της Δ. Χ. Π., που απεβίωσε την 3-2-2013), 27.Χ. I. Μ., κατοίκου ..., 28.Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από αυτόν.

Παραστάθηκαν οι 1η 2ος μετά, οι 3ος 4ος 5ος 6ος 7ος 8η 9η 10ος 11η 12η αναιρεσίβλητοι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Λεβεντάκη, ο οποίος κατέθεσε δήλωση για τα πρακτικά που επισυνάπτεται στο παρόν. Το 13ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο Ευαγγελία Γαβουνέλη, ο 14ος μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης-Μαρίας Καχρημάνη, ο 15ος δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαίρης Καλλιμάνη, ο 16ος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Καραγιάννη, σύμφωνα με το ν.3226/2004 και την 60/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου(νομική βοήθεια), η 18η δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ.υ Δήμα, ο 19ος δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Λουκάκου, ο 20ος μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Λουκάκου, οι 21ος 22η 23η δια , η 24η μετά και οι 25η 26ος 27η παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ.υ Δήμα. Το 28ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του, Ελένη Κωνστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γ.ς Δήμας δήλωσε ότι διορθώνει ως προς την 24η θυγατέρα Κ. Π. και όχι συζύγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς καταθέσεως: α)5900/15-5-1991), β)5901/15-5-1991, γ)5795/14-5-1992 αγωγές των (Α)4ου, 5ου, 8ης και 11ης των ήδη (Α) αναιρεσιβλήτων και δικαιοπαρόχων των λοιπών, δ)7460/1991 και 7461/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις του (Β)13ου, ε)9150/1991 και 9013/16-9-1991 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, και ζ)11350/1991, 11518/1991, 11410/1991, 11351/1991, 11517/1991 και 11411/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη (Γ) αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1993, 9463/1993 μη οριστικές, 9029/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6558/2004 μη οριστική, 4251/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά των εφετειακών αποφάσεων αυτών ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την οριστική ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 6558/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 23/7/2014 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1194/2015 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 16-5-2016 κλήση τους οι καλοούντες-αναιρεσείοντες επανέφεραν προς συζήτηση την από 23/7/2014 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 588/2017 απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Με την με ημερομηνία προσδιορισμού 12-10-2017 κλήση του καλούντος-προσθέτως παρεμβαίνοντος Χ. Α. επανέρχεται προς συζήτηση η από 23/7/2014 αίτηση αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 15/12/2014 έκθεση της Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί προηγουμένως. Εφόσον, επομένως, με την υπ' αριθ. 1452/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η από 10-4-2008 αίτηση για την αναίρεση των υπ' αριθ. 6558/2004 προδικαστικής (με την οποία αναβλήθηκε η επί της ουσίας οριστική απόφαση και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη) και 4251/2007 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και αναιρέθηκε η δεύτερη, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται και πάλι κατά της, ως άνω, συμπροσβληθείσας με αυτήν υπ' αριθ. 6558/2004 μη οριστικής απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος κατ' έφεση αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997, ΑΠ 39/2008).

Τέτοια έλλειψη εννόμου συμφέροντος υφίσταται και στην περίπτωση που η αναίρεση του ηττηθέντος εκκαλούντος απευθύνεται κατά του ηττηθέντος προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος στον πρώτο βαθμό, εφόσον αμφοτέρων οι ασκηθείσες αυτοτελείς εφέσεις, στρεφόμενες κατά του κοινού αντιδίκου τους (εφεσιβλήτου), απορρίφθηκαν.

Περαιτέρω, ειδικώς από τη διάταξη του άρθρου 558 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης, δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ), άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1049/2010).

Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά των αντιδίκων των εκκαλούντων στην κατ' έφεση δίκη υπό τα στοιχεία του δικογράφου της Α1 έως Α12 και Β13 (Α.

συζ. Σ. Λ., Γ. Κ. Μ., Ε. Β. Κ., Ε. Μ. Π., Μ. Ε. Π., Κ. Κ. Χ., Ε. Κ. Χ., Χ. συζ. Ιω. Μ., Μ. Γ. Α., Ε. Α. Π., Α. χήρας 1 συζ. Γ. Π. και Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου Σητείας) [εφεξής αναιρεσιβλήτων] και κατά των υπό στοιχεία Γ 14 έως Γ 18 και Γ 20 έως Γ 28 προσώπων, τα οποία (προσθέτως παρεμβάντες στην πρωτόδικη δίκη) υπήρξαν εκκαλούντες επίσης στην κατ' έφεση δίκη με αυτοτελή δικόγραφα εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία απορρίφθηκαν αυτές κατ' ουσίαν.

Συνεπώς, ως προς τα τελευταία αυτά πρόσωπα, μη νομιμοποιούμενα παθητικώς κατά τα προεκτεθέντα, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη. Το δικόγραφό της όμως κατ' αυτών, μαζί με την κατά των υπολοίπων υπό στοιχεία Γ 19 (Δήμου Μεταμόρφωσης) και Γ 29 (Ελληνικού Δημοσίου), ως προσθέτως παρεμβάντων, απευθυνόμενη αίτηση αναίρεσης, εφόσον δεν υφίσταται κάποια από τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες εξαιρέσεις, εκτιμάται και ως κλήση τούτων κατά τη συζήτηση αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου εκείνοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκησή της.

Kατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το 251260/2-11-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ.

Μ. εκ των Εθνικών Γαιών, αγρός έκτασης οκτώ (8) βασιλικών στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ... (πρώην ...), ο οποίος (αγρός), κατά το εν λόγω παραχωρητήριο, συνορεύει ανατολικά με Γ. Β., δυτικά με Σ. ... βόρεια με Π. Α. και νότια με δρόμο (σήμερα ρέμα). Τον αγρό αυτόν ο Γ. Μ. νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, επιβλέποντας αυτόν και καλλιεργώντας τον με σιτηρά, από την παραχώρησή του μέχρι το επόμενο έτος 1927, οπότε άτυπα τον παραχώρησε στον γιό του Κ.

Μ., αρχικό πρώτο ενάγοντα των ένδικων αγωγών. Έκτοτε ο Κ. Μ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατείχε και νεμόταν τον αγρό αυτόν, τον οποίο οριοθέτησε, επέβλεπε και καλλιεργούσε με σιτηρά και πατάτες, μετά δε τον θάνατο του πατέρα του Γ. Μ., το έτος 1936, εξακολούθησε με την συναίνεση των συγκληρονόμων του ήτοι της μητέρας του Α., χήρας Γ.

Μ. και των τεσσάρων αδελφών του, να νέμεται αυτόν αποκλειστικά για τον εαυτό του, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το έτος 1946 και έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι το 1962, που με το νόμιμα μεταγραμμένο, με αριθμό 16549/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου........, αντάλλαξε τον αγρό αυτόν με άλλο αγροτεμάχιο του Ε.

Π. (δικαιοπαρόχου άμεσου και απώτερου των λοιπών εναγόντων των ένδικων αγωγών), κείμενο στην Αίγινα. Σύμφωνα με το συμβόλαιο ανταλλαγής, ο αγρός αυτός έχει εμβαδόν 4.500 τ.μ. πλέον ή έλαττον, όμως, με βάση τις αναγραφόμενες σε αυτό (συμβόλαιο) πλευρικές διαστάσεις, το εμβαδόν του ανέρχεται σε 8.500 τ.μ., συνορευόμενου βόρεια, εν μέρει με δρόμο σε πρόσωπο 21 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.

Μ., της οποίας την νομή είχε ο Π. Χ., σε πλευρά μέτρων 49, νότια με ρέμα σε πλευρά 55 μέτρων, ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία ... και ήδη ιδιοκτησία Δ. Ζ., σε πλευρά 160 μέτρων και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ., σε πλευρά 47 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μέτρων.

Στον περιελθόντα σ' αυτόν αγρό, ο Ε. Π.ς συνέχισε να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής, όπως και ο προκάτοχός του Κ. Μ., επιβλέποντας και προβαίνοντας στην καλλιέργεια αυτού με σιτηρά. Περί τα τέλη Νοεμβρίου του ιδίου έτους, ο Ε. Π.ς, διαταραχθείς στην άσκηση της νομής και κυριότητας του εν λόγω αγρού του από τους Π.

Α. (προσθέτως παρεμβαίνοντα υπέρ των εναγομένων ως δικαιοπάροχός τους) και Χ. Π., (πατέρα των λοιπών προσθέτων παρεμβαινόντων υπέρ των εναγομένων, ως δικαιοπαρόχων τους), οι οποίοι αυθαίρετα περιέφραξαν τμήμα της βόρειας και δυτικής πλευράς του εν λόγω αγρού του, άσκησε εναντίον τους, την από 10-12-1962 διεκδικητική αγωγή ενώπιον ικών αποδείξεων και πραγματογνωμοσύνης, εκδτου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επ' αυτής, κατόπιν διεξαγωγής μαρτυρόθηκε η 3840/1966 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του Ε.

Π. και η υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Κ. Μ., αναγνωρίστηκε δε αυτός κύριος, νομέας και κάτοχος του ως άνω αγρού, ο οποίος συμπίπτει κατά θέση, έκταση και όρια με αυτόν που περιγράφεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων και στις ένδικες αγωγές τους. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, οι Π.

Α. και Χ. Π., με την από 23-4-1966 έφεσή τους, επί της οποίας, μετά την διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η 2566/1967 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες Π. Α. και Χ. Π. με την από 5-2-1968 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η 612/1969 απόφαση του Αρείου Πάγου με τη οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους και έτσι η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέστη πλέον αμετάκλητη και εκτελέστηκε αναγκαστικά κατόπιν εντολής του ενάγοντος-ιδιοκτήτη Ε.

Π.. Στο πλαίσιο της ανοιγείσας, με την από 10-12-1962 αγωγή του Ε. Π., δίκης, μεταξύ αυτού και των φερομένων, ως δικαιοπαρόχων των εναγομένων, διατάχθηκαν με τις αναφερθείσες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών και συντάχθηκαν οι από 20-11-1964 και 30-9-1967 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Ι.

Μ. η πρώτη και Β. Κ. η δεύτερη, σύμφωνα με τις οποίες τα όρια του αγρού, στον οποίο αναγνωρίστηκε ο Ε. Π.ς αμετάκλητα κύριος, συμπίπτουν απολύτως με αυτά, που περιγράφονται στους τίτλους κτήσης του ιδίου και του δικαιοπαρόχου του Κ. Μ., ήτοι στο 16549/1962 συμβόλαιο ανταλλαγής και στο 251260/1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γ., Μετά την αποβολή των τότε εναγομένων με την εκτέλεση της 3840/1966 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Ε.

Π.ς, επανεγκατασταθείς στη νομή και κατοχή του επιδίκου τμήματος του παραπάνω ακινήτου του, ενέπηξε σιδηροπασσάλους στη βόρεια και δυτική πλευρά του και κατασκεύασε περίφραξη, στην οποία συμπεριέλαβε και το επίδικο και στην συνέχεια προέβη στην άροση ολοκλήρου του ακινήτου. Το έτος 1968 ο Ε. Π.ς, παραχώρησε άτυπα και παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα των ένδικων αγωγών, Κ.

Μ., τη νομή και κατοχή του ίδιου αγρού, κατά ποσοστό 67,50% και το υπόλοιπο 32,50% κράτησε για τον εαυτό του και από τότε και οι δύο νέμονταν αυτόν με διάνοια συγκυριών κατά τα εν λόγω ποσοστά, ενεργώντας πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα, το έτος 1969, ο Κ. Μ. καλλιέργησε με σιτηρά ολόκληρο τον αγρό για λογαριασμό και του συγκυρίου του Ε.

Π., αμφότεροι δε συγκόμισαν την παραγωγή, ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητάς τους, το δε έτος 1970 ανέθεσαν στον μηχανικό Ι. Μ. την οικοπεδοποίηση του ακινήτου τους, το οποίο ρυμοτομήθηκε και εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου Μεταμόρφωσης. Με βάση το από 10-6-1971 σχεδιάγραμμα του παραπάνω μηχανικού, η απομένουσα έκταση του ακινήτου μετά την ρυμοτόμηση, διαιρέθηκε σε οκτώ (8) οικόπεδα, από τα οποία επτά εντάχθηκαν στο Ο.Τ. 118 και ένα στο Ο.Τ. 115, ενώ το υπόλοιπο τμήμα, μεταξύ της ...

και του ρέματος, έμεινε εκτός σχεδίου πόλης. Από τα παραπάνω οικόπεδα, τα τέσσερα (4) πρώτα του Ο.Τ. 118 επί της ..., πώλησαν οι συνιδιοκτήτες Κ. Μ. και Ε. Π.ς, στους....... και εισέπραξαν το τίμημα κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, που αναλογούσε σε καθένα, συνέχισαν δε να νέμονται με διάνοια κυρίου τα υπόλοιπα οικόπεδα.

Μετά τον θάνατο του Ε. Π. (15-12-1982), οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του (τέταρτη έως και δωδέκατο των αρχικών εναγόντων), συνέχισαν να νέμονται το ανήκον σε αυτόν 32,50% ποσοστό εξ αδιαιρέτου του υπολοίπου πλέον τμήματος του ακινήτου του,...... ασκώντας πράξεις νομής δια του αντιπροσώπου τους, πρώτου αρχικού ενάγοντα, Κ.

Μ. και ειδικότερα ο τελευταίος για τον εαυτό του με διάνοια κυρίου αλλά και για λογαριασμό τους, επισκεπτόταν τακτικά τα δημιουργηθέντα, κατά τα άνω, οικόπεδά τους, παρεμπόδιζε την ρίψη μπαζών από τρίτους σε αυτά και επέτρεψε, κατόπιν παράκλησης του όμορου προς νότον γείτονα, Δ. Μ., την εγκατάσταση σε τμήμα της οικοπεδικής τους έκτασης, πρόχειρου στεγάστρου βάρκας.

Αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση μέχρι το έτος 1990, οπότε οι ενάγοντες με την συνεχή και αδιάλειπτη νομή σε ολόκληρο το ακίνητό τους, όπως αυτό περιγράφεται, για χρονικό διάστημα πέραν της πεντηκονταετίας, απέκτησαν συγκυριότητα σε αυτό, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με τα προσόντα της οποίας, ως προς τον πρώτο, αρχικό ενάγοντα Κ.

Μ., συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του και ως προς τους λοιπούς, κληρονόμους του Ε. Π., με τον συνυπολογισμό στο χρόνο της νομής τους, την οποία απέκτησαν με καθολική διαδοχή, αυτού του δικαιοπαρόχου τους. Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση, οι εναγόμενοι κατά τα έτη 1990 και 1991, αυθαίρετα και παράνομα, κατέλαβαν τμήματα του ακινήτου των εναγόντων, τα οποία κατέχουν μέχρι σήμερα και αρνούνται να τα αποδώσουν και ειδικότερα:

οι Γ.ς και Χ. Λ., εναγόμενοι στην με αριθ. κατάθ. 5900/1991 αγωγή [αναιρεσείοντες], στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1990, κατέλαβαν από την βορειοδυτικώς των τεσσάρων (4) πωληθέντων οικοπέδων του Ο.Τ 118, οικοπεδική έκταση των εναγόντων, τμήμα έκτασης 410 τ. μ., το οποίο συνορεύει βορειοανατολικά, σε πλευρά μήκους 16,60 μέτρων, με την οδό Ιπποκράτους, βορειοδυτικά σε πλευρά 21,80 μέτρων, με την οδό ...

νοτιοδυτικά σε πλευρά 20,95 μέτρων, με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων και νοτιοανατολικά σε πλευρά 22,90 μέτρων με συνεχόμενη έκταση της ίδιας ιδιοκτησίας τους, προβαίνοντας σε ανέγερση οικοδομής οι εναγόμενοι της με αριθ. κατάθ. 5795/1992 αγωγής Α. και Γ. Κ., στις 12-3-1991, κατέλαβαν τμήμα της οικοπεδικής έκτασης των εναγόντων, εμβαδού 497,47 μέτρων, το οποίο αποτελεί αυτοτελές οικόπεδο του 115 Ο.Τ., που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας τους........., περιφράσσοντας αυτό με συρματόπλεγμα.

Τις επίδικες οικοπεδικές εκτάσεις κατέχουν μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι και αρνούνται να τις αποδώσουν στους ενάγοντες, ισχυριζόμενοι ότι έγιναν κύριοι αυτών με βάση τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Μ. και δη του 5517/20-7-1989 οι Γ. Λ. και Χ. σύζυγος Γ. Λ. και 220-8-1989 οι Α. και Γ. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκαν, από τους παρεμβαίνοντες αληθείς κυρίους Π.

Α., Ι. Α., Ν. Π., Κ. Π., Γ. Π., Α. Π. και Δ. Π. καθώς και ότι τα διεκδικούμενα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στην έκταση που περιγράφεται στους τίτλους του άμεσου και απώτερου δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Ε. Π. και Γ. Μ., δηλαδή στο 16549/1962 συμβόλαιο ανταλλαγής και στο 251260/1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γ.. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν επαληθεύεται ο ισχυρισμός αυτός.

Οι επίδικες οικοπεδικές εκτάσεις που κατέχονται από τους εναγομένους, περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη έκταση, η οποία, περιήλθε, όπως προαναφέρθηκε, στον δικαιοπάροχο των αρχικών εναγόντων, Ε. Π. δυνάμει του, ως άνω, 16549/1962 συμβολαίου ανταλλαγής, όπως βεβαιώνουν οι μάρτυρες των εναγόντων αλλά και αποφαίνεται στην έκθεσή του, ο διορισθείς με την προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 9463/1993, πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός1........

Ο ίδιος πραγματογνώμονας αναφέρει επί πλέον στην έκθεσή του, ότι τα επίδικα οικόπεδα περιλαμβάνονται στην έκταση, που οριοθετεί η 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία συνιδιοκτήτες αυτής είναι οι ενάγοντες. Οι μάρτυρες απόδειξης περιγράφουν τα επίδικα κατά θέση, έκταση και όρια και βεβαιώνουν ότι αυτά περιλαμβάνονται στον αγρό των οκτώ (8) βασιλικών στρεμμάτων που είχαν ανταλλάξει το έτος 1962, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Κ.

Μ. και Ε. Π.ς και ότι ο αγρός αυτός είναι ο ίδιος που είχε παραχωρηθεί στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. με το 251260/1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γ..... Στο συμβόλαιο αγοράς συμβλήθηκε μεν, ως πωλητής, ο Ε. Π.ς, ρωτήθηκε όμως για την πώληση αυτή και παρίστατο κατά την υπογραφή του συμβολαίου και ο Κ.

Μ.. Όλοι οι μάρτυρες απόδειξης είναι κατηγορηματικοί για το ότι, από το έτος 1962 μέχρι το θάνατο του Ε. Π., το έτος 1982, δεν είδαν άλλον να εμφανιστεί στο ακίνητο των εναγόντων και στα οικόπεδα που μετέπειτα προέκυψαν από αυτό, παρά μόνον τον Κ. Μ. και τον Ε. Π., τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή οι κληρονόμοι τους, που έγιναν συγκύριοι στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, όπως προαναφέρθηκε.

Γι' αυτό άλλωστε και ο Δήμος ..., αναγνωρίζοντας ως ιδιοκτήτη των επιδίκων οικοπέδων στην κτηματική του περιφέρεια, τον Ε. Π., γνωστοποίησε σε αυτόν, τις 6-7-1977 και 26- 8-1977 τις 64 και 100/1977 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες προτεινόταν η τροποποίηση του σχεδίου πόλης του Δήμου Μεταμόρφωσης σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 118 και 115, όπου και τα επίδικα.

Κατά των ως άνω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Μεταμόρφωσης, ο Ε. Π.ς άσκησε τις από 10-7-1977 και 4-9-1977, αντίστοιχα, ενστάσεις του. Στη συνέχεια το Δημόσιο Ταμείο Νέας Ιωνίας απηύθυνε προς τον Ε. Π., τις 3131/1978, 1782/1979, 1618/1980, 1088/1981 και 1547/1982 ατομικές προσκλήσεις για πληρωμή στο Δήμο Μεταμόρφωσης, εισφορών λόγω επέκτασης του σχεδίου πόλης, που καταβλήθηκαν μάλιστα από αυτόν με γραμμάτια είσπραξης.

Όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων.....

Αλλ' ούτε και από την διαταχθείσα με την 6558/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., η οποία συντάχθηκε με βάση τίτλους και σχεδιαγράμματα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους, τα οποία δεν έχουν σχέση με τα επίδικα, αλλά αναφέρονται ενδεχομένως στην βορείως αυτών κείμενη ιδιοκτησία του Π.

Α. ανατρέπονται όλα τα παραπάνω αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία των εναγόντων και δη η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Θ. Γ., που διατάχθηκε από τα πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των Ι. Μ. και Β. Κ., που διατάχθηκαν στο πλαίσιο δικών μεταξύ των εναγόντων και των φερομένων ως δικαιοπαρόχων των εναγομένων .....

Εξάλλου, ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Α., είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν παραχωρητήριο, όμορος ιδιοκτήτης προς βορράν του παραχωρηθέντος ως άνω αγρού στον πατέρα του πρώτου αρχικού ενάγοντος Γ. Μ.α, και συνεπώς, το κληρονομιαίο ακίνητο, του οποίου έγινε αποδοχή με την παραπάνω πράξη από τους πωλητές των επιδίκων στους εναγομένους, βρισκόταν βόρεια αυτών.

Όταν το έτος 1982 απεβίωσε ο Ε. Π.ς, ανέκυψαν κληρονομικές διαφορές μεταξύ των κληρονόμων του και εξ αυτού του λόγου, η επίβλεψη των επιδίκων ακινήτων από αυτούς αλλά και από τον συγκύριο στα επίδικα, Κ. Μ., αρχικό ενάγοντα, ο οποίος να σημειωθεί ότι κατ' εκείνο τον χρόνο κρατείτο στις φυλακές, δεν ήταν επαρκής, γεγονός που πληροφορήθηκαν και επωφελήθηκαν οι φερόμενοι ως πωλητές αυτών (επιδίκων) στους εναγομένους, Π.

και Ι. Α. και οι κληρονόμοι του Χ. Π. και έτσι τον Μάιο του 1989, προκειμένου να οικειοποιηθούν τα επίδικα οικόπεδα, στα οποία ουδέποτε είχαν εμφανιστεί για να ασκήσουν πράξεις νομής, έσπευσαν να αποδεχθούν, δύο μήνες πριν την κατάρτιση του πρώτου αγοραπωλητηρίου, με αριθμό 5517/1989 προς τους εναγομένους Γ. Λ.

και Χ. Λ., συμβολαίου, με την 5336/1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας, την εξ αδιαθέτου κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του πρώτου και παππού των λοιπών Γ. Α. του Π., που είχε αποβιώσει στις 28-3-1942 και στον οποίο περιήλθε η περιουσία αυτή, κατά τα αναγραφόμενα στην πράξη αποδοχής, από κληρονομία του αποβιώσαντα πατέρα του Π.

Α. και από άτυπη και προφορική διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του τελευταίου. Στην πράξη αποδοχής συμπεριέλαβαν και τα επίδικα οικόπεδα, ενώ γνώριζαν, εφόσον ο πρώτος από αυτούς Π. Α. και ο πατέρας των λοιπών Χ. Π., ήταν διάδικοι στην προαναφερθείσα δίκη με τους Ε. Π. και Κ. Μ., ότι τα επίδικα αποτελούν τμήματα του αγρού που περιγράφεται στις ένδικες αγωγές και για τον οποίο (αγρό) αναγνωρίστηκε με την 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι κύριος, νομέας και κάτοχος ήταν ο Ε.

Π.ς και εκείνοι αποβλήθηκαν αναγκαστικώς από το τμήμα του αγρού που είχαν καταλάβει. Στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας είναι καταχωρημένη η παραπάνω από 9-12-1962 αγωγή του Ε. Π. κατά των Π. Α. (ενός των πωλητών και ήδη παρεμβάντος στην παρούσα δίκη) και Χ. Π. (πατέρα των λοιπών πωλητών), χωρίς να έχει διαγραφεί, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες από 12-3-1991 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Νέας Ιωνίας και συνεπώς, γνώριζαν τόσο οι πωλητές όσο και οι αγοραστές-εναγόμενοι, ότι τα οικόπεδα που πωλούσαν και αγόραζαν αντιστοίχων, δεν ανήκαν σ' αυτούς (πωλητές) αλλά στους Ε.

Π. και Κ. Μ.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση των εναγομένων-αναιρεσειόντων επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων διεκδικητική κυριότητας και η σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής αρνητική αγωγή και αναγνωρίστηκε η συγκυριότητα των τελευταίων επί του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα δέχεται το Εφετείο ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που αναφέρεται στο υπ' αριθ. 16549/1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής, με βάση το οποίο ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ.

Μ., αντάλλαξε με τον απώτερο δικαιοπάροχο των λοιπών εναγόντων Ε. Π. ακίνητο επιφάνειας 8.500 τ.μ., που είχε περιέλθει στην κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία μετά την άτυπη παραχώρηση τούτου το 1927 από τον πατέρα του Γ. Μ.α, ο οποίος ήταν κύριος ακινήτου επιφάνειας 8.000 τ.μ. με βάση το παραχωρητήριο του Υπουργείου Γ.

του έτους 1926, μη συνορεύοντος με άλλη ιδιοκτησία του Κ. Μ.. Επίσης δέχεται ότι ο αρχικός ενάγων, μετά την ανταλλαγή κατέστη συγκύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία μετά από άτυπη παραχώρηση ποσοστού 67,50% από τον παραπάνω Ε. Π. και ήδη κύριο του παραπάνω ακινήτου μετά την ανταλλαγή και ότι οι λοιποί ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά το υπόλοιπο ποσοστό του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως κληρονόμοι του ίδιου (Ε.

Π.). Δηλαδή δέχθηκε το Εφετείο ότι με το επίμαχο συμβόλαιο ανταλλάχθηκε και περιήλθε στην κυριότητα του Ε. Π. ολόκληρο το ακίνητο που αναφέρεται στο παραχωρητήριο και με βάση αυτή την παραδοχή δέχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής και ακολούθως περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων.

Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι το ακίνητο που αναφέρεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής συνορεύει βόρεια κατά ένα μέρος επί πλευράς μήκους 21 μ. με δρόμο και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς μήκους 49 μ. με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας τη νομή είχε ο Π. Χ., νότια επί πλευράς 55 μ. με ρέμα, ανατολικά σε πλευρά 160 μ. με ιδιοκτησία Δ.

Ζ. και δυτικά κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ. σε πλευρά 47 μ. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μ. Επομένως, εφόσον το ακίνητο που αναφέρεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής συνορεύει βόρεια και δυτικά με ακίνητο του Κ. Μ., αρχικού ενάγοντος και συμβληθέντος στην ανταλλαγή, χωρίς περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτός είχε στην κυριότητά του πλην του αναφερομένου στο παραχωρητήριο ακινήτου των 8.000 τ.μ.

και άλλο όμορο ακίνητο, δεν διευκρινίζεται πως ανταλλάχθηκε ολόκληρο το ακίνητο των 8.000 τ.μ., το οποίο είναι και μεγαλύτερο κατά 500 τ.μ. του ακινήτου που αναφέρεται στο παραχωρητήριο.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης οριστικής απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι βάσιμος.

Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Αρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Αρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, όπως ανωτέρω προσδιορίζονται (Α1 έως Α12 και Β 13), ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται εις βάρος των αναιρεσειόντων ως προς το σκέλος της απόρριψης της αίτησης αναίρεσης ελλείψει ειδικού προς τούτο αιτήματος, πλην εκείνου του υπό στοιχείο Γ 16 καθού αυτή Χ. Α. του Π., ως προς τον οποίο και πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή τους, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα κατωτέρω καθορίζεται.

Συγκεκριμένα, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής συνίσταται στην απαλλαγή τους από την υποχρέωση καταβολής των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο και, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο.

Η ανωτέρω απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.

Ο διορισμός δικηγόρου ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 ΚΠολΔ, εκτός εάν η απόφαση με αίτηση του δικαιούχου την επεκτείνει ή την περιορίζει. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 - 3 του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα

ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου κλπ, ποσά που αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής. Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α` του αυτού νόμου 3226/2004 με κοινή υπουργική απόφαση ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.

Κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. πρωτ. 98535/18.12.2014 (ΦΕΚ Β 3578/31.12. 2014) Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το άρθρο μόνο περ. Α της οποίας η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

Με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β` του ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004, σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, ανέρχεται για παράσταση σε 459 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 534 ευρώ (ΑΠ 334/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 2236/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ` αριθ.60/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του αναιρεσίβλητου περί παροχής σε αυτόν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν.3226/2004, ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Κ. προκειμένου να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση για την συζήτηση της ένδικης αίτησής αναίρεσης.

Με την ίδια ως άνω Πράξη ο αναιρεσίβλητος απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004. Κατά την δικάσιμο αυτή ο αναιρεσίβλητος παρέστη δια του προαναφερομένου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Επομένως τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε εκείνος και τα οποία επιβάλλονται σε βάρος των αναιρεσειόντων, ταυτίζονται με την αποζημίωση του δικηγόρου του αναιρεσίβλητου για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ανέρχονται στο ποσό των 974,056 ευρώ [νόμιμη αμοιβή 459 ευρώ για παράσταση + 534 ευρώ για σύνταξη προτάσεων επί 24% ΦΠΑ, μείον συντελεστή απομείωσης 20%].

Τα ως άνω δικαστικά έξοδα πρέπει κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3226/2004 να επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ό,τι έκρινε ως απορριπτέο.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Καταδικάζει τους μεν αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του καθού η αίτηση αναίρεσης Χ. Α. του Π., την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και μηδέν πενήντα έξι λεπτών (974,056 ευρώ), που επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τους δε αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ