Supreme Court dismisses appeal on false accusation charge due to lack of evidence regarding false reporting.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a criminal conviction for false accusation. The court found that the lower court properly relied on documents read during the trial, and the omission of certain historical documents did not violate the defendants' rights. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 224(2) and 229(1) of the Criminal Code; Article 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure: The failure to read specific documents at trial does not constitute a violation of the accused's rights if their content is derived from other legally admitted evidence and the documents were not essential for forming the conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1223 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1223/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γ. Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα , Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Μ. του Ι., κάτοικο ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη και 2)Δ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 344/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2015 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 2 Μαρτίου 2016, κοινούς προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1245/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 30-10-2015 και με αριθμ. πρωτ. …/2-11-2015 κοινή αίτηση των Γ. Μ. του Ι. και Δ. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 344/2015 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ανατολικής Κρήτης καθώς και οι από 2-3-1016 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο την 1-4-2016, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι’ αυτήν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ’ αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 ΠΚ, η οποία ορίζει ότι με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υφίσταται άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως κ.λ.π ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 344/2015 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Ανατολικής Κρήτης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : "Με επίσπευση της ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και ήδη MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και σε εκτέλεση των με αρ. 69/2004, 75/2004, 96/2004 και 97/2004 Διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό το ευρισκόμενο στη Χερσόνησο Ηρακλείου Κρήτης, ξενοδοχειακό συγκρότημα ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας ...
ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., αποτελούμενο από δέκα συνεχόμενα επιμέρους ακίνητα, που είχαν κατασχεθεί με τη με αρ. .../6-9-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Χ. Κ., ορίστηκε δε με τη με αρ..../21-12-2006 Α’ Επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων, του ίδιου δικαστικού επιμελητή ως ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 7-2-2007.
Η ως άνω επισπεύδουσα τράπεζα αναγγέλθηκε για ποσό 4.078.358,80 ευρώ. Κατά τη παραπάνω ημερομηνία (7-2-2007) ο πλειστηριασμός διεξήχθη στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου ενώπιον του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γ. Σ. και εμφανίστηκε σ’ αυτόν και πλειοδότησε ο Γ. Μ., δικηγόρος Ηρακλείου, για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Κ.
Κ.. Το παραπάνω ξενοδοχείο κατακυρώθηκε στην ως άνω υπερθεματίστρια αντί του ποσού των 5.334.000 ευρώ. Ακολούθως εκδόθηκε από τον ίδιο συμβολαιογράφο, η με αρ. .../7-2-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου στις 7-3-2007, ενώ με τη με αρ. .../29-3-2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηράκλειου, Η.
Δ., η υπερθεματίστρια εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο. Στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της ... άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της με αρ..../7-2-2007 έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης με αρ. .../6-3-2007 κατακυρωτικής έκθεσης του παραπάνω συμβολαιογράφου.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκαν η με αρ.313/2008 οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού και η με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, οι οποίες απέρριψαν την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από το πρώτο κατηγορούμενο, η οποία όμως απορρίφθηκε με τη με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατέθεσε στις 27-3-2009, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηρακλείου, την από 20-3-2009 μήνυση του, εναντίον των Σ. Γ., συμβολαιογράφου, Κ. Ι., δικαστικού επιμελητή, Γ. Μ. και Κ. Κ., νομίμου εκπροσώπου της υπερθεματίστριας, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους, για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό προσπορισμού οφέλους, άνω των 73.000 ευρώ, για παράβαση καθήκοντος, για ψευδορκία μάρτυρα, για ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα και άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση.
Μετά δε τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, εκδόθηκε το με αρ. 508/2011 απαλλακτικό βούλευμα για όλους τους κατηγορουμένους, κατά του οποίου δεν έχει ασκηθεί κανένα ένδικο μέσο. Εξάλλου, ο Σ. Γ. μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του, κατόπιν της προαναφερθείσας από 20-3-2009 εγκλήσεως του Γ. Μ., κατέθεσε στις 30-5-2009 ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηρακλείου, την με ίδια ημερομηνία μήνυση τους σε βάρος των Γ.
Μ., Μ. Δ. και Κ. Ν. για ψευδή καταμήνυση, και ψευδορκία μάρτυρα, για τις οποίες δικάζονται στο παρόν δικαστήριο μετά την άσκηση εφέσεως κατά της με αρ. 1124/2014 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου.
Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και σε σχέση με το διενεργηθέντα πλειστηριασμό, αποδείχτηκε ότι κατά τη προσδιορισμένη ημερομηνία της 7ης Φεβρουαρίου 2007, εντός του Δημοτικού καταστήματος του Δήμου Χερσονήσου, και περί ώρα 12:00 ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ι. Κ. βρισκόταν στο χώρο τούτο, προκειμένου να βεβαιώσει την έναρξη του πλειστηριασμού, διενεργούμενο από άλλη συμβολαιογράφο.
Μετά την έναρξη του πλειστηριασμού τούτου, κατόπιν εντολής που έλαβε από το συμβολαιογράφο Γ. Σ., κήρυξε την έναρξη του πλειστηριασμού στα ως άνω ακίνητα της εταιρείας ..., λίγο μετά τις 12. Στο σημείο τούτο αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η έναρξη όσο και οι πλειστηριασμοί λαμβάνουν χώρα στο Δημοτικό Κατάστημα Χερσονήσου, στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, δίχως ωστόσο τούτο να είναι δεσμευτικό.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο επίδικος πλειστηριασμός διενεργήθηκε εντός του Δημοτικού Καταστήματος Χερσονήσου και έξωθεν του κυλικείου. Παρόντες στον πλειστηριασμό τούτο, πέραν του Συμβολαιογράφου ήταν και ο δικηγόρος Γ. Μ., πληρεξούσιος της υπερθεματίοτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".
Πλην του τελευταίου , ο οποίος είχε εμφανώς έννομο συμφέρον να παρακολουθεί τη διενέργεια του πλειστηριασμού, λόγω αφενός του υψηλού τιμήματος 5.334.000 ευρώ, η τιμή της πρώτης προσφοράς, και λόγω του ότι σε προγενέστερη ημερομηνία, την 20 Δεκεμβρίου 2006 είχε διενεργηθεί πλειστηριασμός δίχως να εμφανιστεί κανένας πλειοδότης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση του πλειστηριασμού, παρόντες ήταν και οι Κ.
Κ., ως ενδιαφερόμενος πλειοδότης, ο οποίος ενώ επέδειξε στο συμβολαιογράφο μια επιταγή, εντούτοις δεν πλειοδότησε, όπως και η κ. Μ., σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου, η οποία και μετέβη στο χώρο μετά την 1.15 έως 1.40μμ. συνοδευόμενη από το δικηγόρο του συζύγου της Φ. Δ.. Να σημειωθεί ότι δεν παρευρέθηκαν ποτέ στο χώρο αυτό ο κατηγορούμενος Μ.
Δ.. Εξάλλου αποδείχτηκε ότι είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις του πρώτου κατηγορουμένου, με τους αρμόδιους υπαλλήλους της επισπεύδουσας, διευθυντή και δικηγόρο, κατά τη διάρκεια των οποίων οι τελευταίοι, προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον συμβολαιογράφο Σ. στο γραφείο του, δίχως η ενέργεια τούτη να τελεσφορήσει.
Οι συναντήσεις αυτές είχαν ως περιεχόμενο την προσπάθεια ματαίωσης του πλειστηριασμού, λόγω καταβολής μέρους των οφειλομένων. Ωστόσο, οι όποιες ενέργειες απέβησαν άκαρπες. Κατόπιν τούτων, ο συμβολαιογράφος Σ. αφού έλαβε τη με αριθμό ... επιταγή της ALPHA BANK ποσού 1.776.000 ευρώ, ίσου με το 1/3 του ποσού της πρώτης προσφοράς, ημερομηνίας 7-2-2007 από τον, δικηγόρο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ο οποίος προσέφερε το ποσό των 5.334.000 ευρώ και εν απουσία άλλων πλειοδοτών, κατακύρωσε τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα στην υπερθεματίστρια, δίδοντας της ταυτόχρονα και προθεσμία δεκαπέντε ημερών για την καταβολή του υπολοίπου, δίχως ωστόσο ο δικηγόρος της υπερθεματίστριας να υπογράψει την ημέρα εκείνη, γεγονός που βεβαιώθηκε στην έκθεση.
Ο δικηγόρος της επισπεύδουσας, Ε. Π. και σύμφωνα με πάγια τακτική, που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές και λόγω του ότι είχε προηγηθεί ματαίωση του πλειστηριασμού, το Δεκέμβριο του 2006 και προκειμένου να μη πάρει άλλος δανειστής τα ηνία της εκτέλεσης, μη έχοντας πληροφορηθεί την επίτευξη του εκπλειστηριάσματος και την κατακύρωση των πλειστηριαζόμενων, έδωσε εκ νέου παραγγελία στον δικαστικό επιμελητή Ηρακλείου Χ.
Κ., από την 7-2-2007 προκειμένου να συνεχίσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναβολής του. Την επόμενη ημέρα (8/2) το πρωί ο δικαστικός επιμελητής κατέθεσε στην υπάλληλο του ως άνω συμβολαιογράφου την εντολή συνέχισης, την οποία η τελευταία, παρέλαβε, ως είχε υποχρέωση και μη έχοντας προλάβει ο πληρεξούσιος της επισπεύδουσας να την ανακαλέσει.
Η εντολή τούτη ωστόσο κατέστη κενή περιεχομένου, μόλις ο κ. Π. πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Σ., τα ως άνω αναφερθέντα. Με βάση τα ανωτέρω ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με τον τρόπο που περιγράφεται στη με αριθμό ... έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων, δηλαδή κηρύχθηκε από το δικαστικό επιμελητή Κ.
η έναρξη του, εντός του Δημοτικού καταστήματος Χερσονήσου, παρουσία του πληρεξουσίου της υπερθεματίστριας, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός πλειοδότης, και τρίτων. Ο πλειστηριασμός έληξε περί των 14.00 δίχως να προβληθεί ουδεμία αντίρρηση από τους παρόντες, και δη τη σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου και από το συνήγορο του Δ.
Φ.. Ο κ. Σ., είχε συντάξει μέρος της έκθεσης στο γραφείο του, πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ενώ κατά τη διάρκεια κράτησε τις σημειώσεις του, προκειμένου να ολοκληρώσει τη σύνταξη της έκθεσης και την καθαρογραφή της στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του συμβολαιογραφείου του. Ο δικηγόρος της επισπεύδουσας αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την κατακύρωση ήτοι την 8 Φεβρουαρίου 2007 ανακάλεσε την εντολή συνέχισης του πλειστηριασμού προς το δικαστικό επιμελητή Πρωτοδικείου Ηρακλείου, Χ.Κ..
Εξάλλου όλες οι παραπάνω αιτιάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού έχουν κριθεί αμετάκλητα με αποφάσεις μετά την άσκηση εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, ανακοπών και έχουν απορριφθεί με τις προαναφερθείσες με αρ. 313/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ,με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, και με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι στο Ηράκλειο ο μεν πρώτος κατηγορούμενος, Γ. Μ., την 27-3-2009, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτή (την πράξη) και ειδικότερα την 27-3-2009 με την υποβολή της με ΑΒΜ Δ2009/480 εγκλήσεώς του σε βάρος του εγκαλούντα Γ.
Σ., εν γνώσει του, τον καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και της παράβασης καθήκοντος με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του, αφού ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή βεβαίωση με σκοπό πορισμού αθέμιτου οφέλους, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και για παράβαση καθήκοντος.
Μάλιστα τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των όσων καταμήνυε, αφού ψευδώς ανέφερε στην ως άνω έγκληση του ότι ο Γ. Σ., Συμβολαιογράφος Χερσονήσου Πεδιάδος Ηρακλείου, την 7-2-2007 σε δημόσιο έγγραφο και συγκεκριμένα στην με αριθμό .../7-2-2007 έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες δηλαδή ότι δήθεν διενεργήθηκε πλειστηριασμός της κατασχεθείσης ξενοδοχειακής μονάδας ιδιοκτησίας της οφειλέτιδος ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...
Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις" ότι προσήλθε πλειοδότης, ότι κατατέθηκε από τον πλειοδότη επιταγή, ότι έκανε προσφορά, με σκοπό να προσπορίσει στην υπερθεματίστρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." αθέμιτο όφελος. Μάλιστα αναφέρει ψευδώς ότι ο Σ. δεν πήγε στον τόπο του πλειστηριασμού καθόλου παρά μόνο στις 13:30 ώρα της 7-2-2007 ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο Σ.
ως συμβολαιογράφος μετέβη στον τόπο του πλειστηριασμού περί ώρα 12 παρά 10 το μεσημέρι. Έπραξε δε τα παραπάνω (κατάθεση ψευδούς μήνυσης) ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας όλων όσων είχε σ’ αυτή αναφέρει. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος, Δ. Μ. στο Ηράκλειο την 9-1-2008 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, ή αναφερόμενος στον όρκο που είχε δώσει, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, και ειδικότερα την 9-1-2008 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά τη συζήτηση της από 29-3-2007 ανακοπής της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις" που εκπροσωπείται από τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. Μ., με την οποία αιτούνταν την ακύρωση της με αριθμό .../7-2-2007 έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης κατακυρωτικής έκθεσης του εγκαλούντα Γ. Σ. (Συμβολαιογράφου Χερσ/σου), εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι ενώ βρισκόταν στο Δημαρχείο Χερσονήσου όπου θα γινόταν ο πλειστηριασμός αυτός, κατά τη διάρκεια παραμονής του στο χώρο δεν αντιλήφθηκε να διενεργείται πλειστηριασμός, καθ’ ότι όπως ισχυρίστηκε (ψευδώς) έψαξε όλο το κτίριο του Δημοτικού καταστήματος από το υπόγειο ως το ανώγεια και δεν είδε κανέναν".
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο πλειστηριασμός του ξενοδοχείου ... ενώπιον του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γ. Σ. διεξήχθη κανονικά, στο ισόγειο του Δημαρχείου Χερσονήσου, σε εμφανή χώρο αυτού, σε κεντρικό σημείο αυτού, κοντά στο κυλικείο, ενώ τον πλειστηριασμό εκφώνησε κανονικά ο κήρυκας, ότι ο δικηγόρος Ηρακλείου Γ.
Μ. εμφανίστηκε για λογαριασμό του πελάτη του Κ. Κ. και πλειοδότησε σε αυτόν, καταθέτοντας σε επιταγή το προσφερόμενο ποσό. Ότι στον χώρο του πλειστηριασμού πριν την έναρξη αυτού, περί τις 11.30πμ, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γ. Μ. συνοδευόμενος από τον πελάτη του Κ. Κ. και τον γιό του Γ., ότι ο συμβολαιογράφος του πλειστηριασμού Γ.
Σ. έφτασε λίγο πριν τις δώδεκα. Στον προαύλιο χώρο του Δημαρχείου, καθ’ όλη σχεδόν την χρονική διάρκεια του πλειστηριασμού παρευρισκόταν ο Κ. Κ., με τον γιό του Γ., ενώ κατά τη 1.15μμ με 1.40 η ώρα περίπου, κατέφθασε ο δικηγόρος κ. Φ. με την σύζυγο του κατηγορούμενου κυρία Μ.. Εκεί επίσης βρισκόταν και ο Κ. πρώην δήμαρχος της ...
ως ενδιαφερόμενος πλειοδότης, ο οποίος ενώ επέδειξε στο συμβολαιογράφο μια επιταγή, εντούτοις δεν πλειοδότησε, ενώ δεν παρευρέθηκε ποτέ στο χώρο αυτό ο κατηγορούμενος Μ. Δ..
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών" Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, του ότι: "Στο Ηράκλειο κατά τα χρονικά διαστήματα 27-3-2009 ο πρώτος και 9-1-2008 ο δεύτερος, με πρόθεση τέλεσαν τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις και συγκεκριμένα:
Α) Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. την 27-3-2009, εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για αυτή (την πράξη) και ειδικότερα την 27-3-2009 με την υποβολή της με ΑΒΜ Δ2009/480 εγκλήσεώς του σε βάρος του εγκαλούντα Γ. Σ. εν γνώσει του τον καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως και της παράβασης καθήκοντος με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του, αφού ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή βεβαίωση με σκοπό πορισμού αθέμιτου οφέλους που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και για παράβαση καθήκοντος.
Μάλιστα τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των όσων καταμήνυε, αφού ψευδώς ανέφερε στην ως άνω έγκληση του ότι ο Γ. Σ., Συμβολαιογράφος Χερσονήσου Πεδιάδος Ηρακλείου, την 7-2-2007 σε δημόσιο έγγραφο και συγκεκριμένα στην με αριθμό .../7-2-2007 έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων, με πρόθεση βεβαίωσε ψευδή περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες δηλαδή ότι δήθεν διενεργήθηκε πλειστηριασμός της κατασχεθείσης ξενοδοχειακής μονάδας ιδιοκτησίας της οφειλέτιδος ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "...
Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις" ότι προσήλθε πλειοδότης, ότι κατατέθηκε από τον πλειοδότη επιταγή, ότι έκανε προσφορά, με σκοπό να προσπορίσει στην υπερθεματίστρια ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." αθέμιτο όφελος. Μάλιστα αναφέρει ψευδώς ότι ο Σ. δεν πήγε στον τόπο του πλειστηριασμού καθόλου παρά μόνο στις 13:30 ώρα της 7-2-2007 ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο Σ.
ως συμβολαιογράφος μετέβη στον τόπο του πλειστηριασμού περί ώρα 12 παρά 10 το μεσημέρι, Β] Ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Μ. στο Ηράκλειο την 9-1-2008 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφερόμενος στον όρκο που είχε δώσει κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα, και ειδικότερα την 9-1-2008 εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά τη συζήτηση της από 29-3-2007 ανακοπής της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις" που εκπροσωπείται από τον πρώτο κατηγορούμενο Γ. Μ., με την οποία αιτούνταν την ακύρωση της με αριθμό .../7-2-2007 έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης κατακυρωτικής έκθεσης του εγκαλούντα Γ. Σ. (Συμβολαιογράφου Χερσ/σου), εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και συγκεκριμένα κατέθεσε ότι ενώ βρισκόταν στο Δημαρχείο Χερσονήσου όπου θα γινόταν ο πλειστηριασμός αυτός, κατά τη διάρκεια παραμονής του στο χώρο δεν αντιλήφθηκε να διενεργείται πλειστηριασμός, καθ’ ότι όπως ισχυρίστηκε (ψευδώς) έψαξε όλο το κτίριο του Δημοτικού καταστήματος από το υπόγειο ως το ανώγειο και δεν είδε κανέναν".
Εξάλλου όλες οι παραπάνω αιτιάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού έχουν κριθεί αμετάκλητα με αποφάσεις μετά την άσκηση εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, ανακοπών και έχουν απορριφθεί με τις προαναφερθείσες με αρ. 313/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, και με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου".
Με αυτά που δέχτηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τις οποίες καταδικάστηκαν αντίστοιχα οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, /,229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Γ. Μ. παρατίθεται στην απόφαση : α) ότι ούτος στις 27-3-09 υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου την από 20-3-09 μήνυση κατά του εγκαλούντος Γ. Σ., β) ότι όσα ανέφερε σ’ αυτήν για τον εγκαλούντα ήσαν ψευδή με παράλληλη αναφορά των αληθών πραγματικών περιστατικών και γ) ο σκοπός αυτού, που ήταν να προκαλέσει αδίκως την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για τις αναφερόμενες στην ανωτέρω μήνυση του πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της παράβασης καθήκοντος.
Επίσης, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εν λόγω αναιρεσείοντα, αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτού, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των αναφερομένων στη μήνυση του, θεμελιούμενη, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αφ’ ενός μεν στο γεγονός ότι προ της διενέργειας του πλειστηριασμού απέβησαν άκαρπες οι προσπάθειες του ματαιώσεως αυτού λόγω καταβολής προς την επισπεύδουσα μέρους των οφειλομένων αφετέρου δε στο ότι τόσον η σύζυγος του όσον και ο συνήγορος του Δ.
Φ., οι οποίοι παρευρίσκοντο στον τόπο του πλειστηριασμού, ουδεμία αντίρρηση προέβαλαν παραδοχές από τις οποίες σαφώς προκύπτει άμεση γνώση αυτού περί της διενέργειας του πλειστηριασμού κατά την 7-2-2007. Επομένως, δεν απαιτείτο παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών. Περαιτέρω, αναφορικά με τον δεύτερο αναιρεσείοντα Δ.
Μ., αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση α) η αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχή (Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου) ενώπιον της οποίας εξετάσθηκε ενόρκως ο εν λόγω κατηγορούμενος-αναιρεσείων, β) τα ψευδή γεγονότα, που αυτός κατέθεσε κατά την ένορκη εξέταση του, γ) τα αληθή περιστατικά που γνώριζε ο εξετασθείς και αντ’ αυτών κατέθεσε τα ψευδή και δ) αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος του εν λόγω αναιρεσείοντος, στηριζόμενος σε ιδία αυτού αντίληψη, αφού κατά ρητή παραδοχή της προσβαλλομένης ούτος "δεν παραβρέθηκε ποτέ στον χώρο του πλειστηριασμού" κατά την ανωτέρω ημέρα διενέργειας του.
Εξάλλου, από το σύνολο του παραπάνω σκεπτικού της προσβαλλομένης και την επισκόπηση των πρακτικών αυτής, προκύπτει με βεβαιότητα ότι, για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες κρίσης του, συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όλα τα προσφερθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων Α.
Δ. και Δ. Φ., οι απολογίες των κατηγορουμένων καθώς και η από 8-2-07 (εκ παραδρομής αναφέρεται 7-2-07) εντολή συνέχισης πλειστηριασμού του δικηγόρου της επισπεύδουσας Ε. Π., την οποία το Δικαστήριο ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του και σχολιάζει ειδικά δεχόμενο ότι "η εντολή τούτη ωστόσο κατέστη κενή περιεχομένου, μόλις ο κ.
Π. πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Σ., τα ως άνω αναφερθέντα", ήτοι "την επίτευξη του εκπλειστηριάσματος και την κατακύρωση των πλειστηριαζομένων" και ότι τελικά "ο δικηγόρος της επισπεύδουσας αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την κατακύρωση, ήτοι την 8 Φεβρουαρίου 2007, ανακάλεσε την εντολή συνέχισης του πλειστηριασμού προς το δικαστικό επιμελητή Πρωτοδικείου Ηρακλείου, Χ.
Κ.", δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση όλων των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη ή να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ενώ το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξαίρει ορισμένα δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα υπόλοιπα, ως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται ελλιπής και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 229 παρ. 2 και 224 παρ. 2 ΠΚ δια της εκ πλαγίου παραβιάσεώς τους καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Όλες οι λοιπές, περιεχόμενες στους παραπάνω λόγους, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης, την ανωτέρω εντολή συνέχισης πλειστηριασμού και την κατάθεση του εγκαλούντα, πρέπει ν’ απορριφθούν ως απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α" ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Περίπτωση όμως τέτοιας ακυρότητας δεν συντρέχει όταν το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο καθώς και όταν το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση του, εκτός των άλλων εγγράφων και 1) στις υπ’ αριθμ. 69/2004, 75/2004, 96/2004 και 97/2004 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 2) την υπ’ αριθμ. .../6-9-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Χ.
Κ., 3) τη με αριθμό .../21-12-2006 Α’ επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου δικαστικού επιμελητή, 4) τη με αριθμό .../29-3-2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του Δικαστικού Επιμελητή Ηρακλείου, Η. Δ., 5) το δικόγραφο της ανακοπής με την οποία ζητείτο η ακύρωση της με αριθ. .../7-2-2007 έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης με αριθ. .../6-3-2007 κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Γ.
Σ., 6) τη με αριθ. ... επιταγή της ALPHA BANK και 7) την από 7-2-2007 εντολή προς το δικαστικό επιμελητή Χ. Κ. για συνέχιση του πλειστηριασμού, χωρίς, όμως, τα έγγραφα αυτά να αναγνωσθούν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και χωρίς το περιεχόμενο τους να προκύπτει από άλλα νομίμως ληφθέντα υπόψη και αναφερόμενα στο σκεπτικό αποδεικτικά στοιχεία.
Όμως, από την, επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης και των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει ότι τα ανωτέρω υπό στοιχ. 4 και 7 έγγραφα, προσκομισθέντα μάλιστα από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, αναγνώσθηκαν υπό αυξ.αριθ. "3" και "9" στη σελίδα 6 της προσβαλλομένης, η δε εντολή συνέχισης του πλειστηριασμού (υπό στοιχ. 7 έγγραφο), η οποία σημειωτέον είναι και η μοναδική, εκ προφανούς παραδρομής στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ως η από 7-2-07 τοιαύτη αντί του ορθού 8-2-07.
Από τα υπόλοιπα έγγραφα τα υπό στοιχ. 1, 2 και 3, αφορώντα την προηγηθείσα του ένδικου πλειστηριασμού διαδικασία, αναφέρονται απλώς ιστορικά-διηγηματικά στο αιτιολογικό της απόφασης και δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες, ενώ το περιεχόμενο των υπό στοιχ. 5 και 6 εγγράφων, μνημονεύεται στο περιεχόμενο εγγράφων που αναγνώσθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα το μεν υπό στοιχ. 5 στις αναγνωσθείσες με αύξοντες αριθμούς "12, 13, 14" υπ’ αριθμ. 313/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 276/11 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και 1401/12 απόφαση του Αρείου Πάγου, προσκομισθείσες μάλιστα από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων, το δε υπό στοιχ. 6 στην αναγνωσθείσα με αύξοντα αριθμό "4" (σελ. 6 της προσβαλλομένης) έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων του συμ/φου Γ.
Σ. (εγκαλούντα) . Επομένως, η μη ανάγνωση τους στο ακροατήριο δεν συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, ουδεμία δε ακυρότητα και μάλιστα απόλυτη επήλθε στο ακροατήριο εκ του λόγου τούτου. Κατά συνέπεια ο προαναφερθείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστούν οι αναιρεσείονες στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2015 και με αριθμ. πρωτ. …/2-11-2015 κοινή αίτηση των Γ. Μ. του Ι., κατοίκου Ηρακλείου Κρήτης, οδός ... και Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ομοίως, οδός ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 344/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ανατολικής Κρήτης καθώς και τους από 2-3-1016 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο την 1-4-2016. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ