1223/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1223/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 8, 11, 16 και 19 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1223 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1223/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Ψ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη - Αντωνία Κοροβέση, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 30-4-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1458/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-12-2009 αίτησή του και τον από 8-1-2012 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 15-2-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και του μοναδικού πρόσθετου λόγου.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 8, 11, 16 και 19 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους αμέσως παρακάτω λόγους του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1458/2009 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 110/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος δέχτηκε την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων μισθωτής να της αποδώσει την χρήση του περιγραφομένου στην αγωγή της μισθίου ακινήτου λόγω καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως που ασκήθηκε με την αγωγή αυτή για καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες:
α) από τους αριθμούς 8, 11 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στον πρώτο λόγο, διότι δεν έλαβε υπ' όψη την προσκομισθείσα και επικαλεσθείσα απ' αυτόν υπ' αριθ. 203/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, κατά το σκέλος της που είχε κρίνει ότι η επίδοση της καταγγελίας της μίσθωσης είναι άκυρη, β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, καθόσον αφορά στον τέταρτο λόγο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχτηκε ότι παραδεκτώς, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια προέβαλε το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ισχυρισμό περί αποκλεισμού της ευθύνης της για νομικά ελαττώματα του μισθίου, αντί να απορρίψει αυτόν ως απαραδέκτως προβληθέντα, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, γ) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στον πέμπτο λόγο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το προσκομισθέν απ' αυτόν με επίκληση υπ' αριθμ.
πρωτ. 3102/12-5-1993 έγγραφο του Δασαρχείου Πειραιά, το οποίο απαντώντας στην από 19/2/1993 αίτηση της αναιρεσίβλητης την πληροφορεί ότι η εκισθωθείσα απ' αυτήν έκταση, εμβαδού 1000 τ.μ. διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, αποτελεί τμήμα ευρύτερης όμοιας έκτασης, το δε υποβληθέν συμφωνητικό μίσθωσης είναι απόλυτα άκυρο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 ν. 4173/1929 και 60 ν.δ/τος 86/69, επειδή δεν εξασφαλίστηκε προηγούμενα σχετική άδεια κατατμήσεως, χορηγούμενη αποκλειστικά από το Υπουργείο Γεωργίας, δ) από τους αριθμούς 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στον έκτο λόγο, διότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών που αντιστοιχούν στην χρονική περίοδο από 1-7-2000 μέχρι τέλη Δεκεμβρίου 2005 δεν έλαβε υπ' όψη την προσκομισθείσα απ' αυτόν αμετάκλητη υπ' αριθμ. 220/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, με την οποία, ακυρώθηκε εκδοθείσα σε βάρος του κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης διαταγή απόδοσης του επίδικου μισθίου λόγω μη καταβολής από αυτόν των μηνιαίων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από 1-7-2000 έως 30-9-2002 από δυστροπία με την αιτιολογία, ότι δεν υπήρχε υποχρέωση του εναγομένου για πληρωμή μισθωμάτων της μισθωτικής περιόδου, λόγω νομικού ελαττώματος, το οποίο δεν ήταν γνωστό στον αναιρεσείοντα μισθωτή κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης και το οποίο του παρεμπόδισε τη χρήση του μισθίου, ε) από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στον έβδομο λόγο, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δεδικασμένο που απορρέει από την προσκομισθείσα απ' αυτόν προαναφερόμενη υπ' αριθ. 220/2003 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, στ) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στο δέκατο λόγο, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με το δικόγραφο της έφεσής του ισχυρισμό του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ζ) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στο δωδέκατο λόγο, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κρίσιμου όρου περί αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας και η) από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στο δέκατο τρίτο λόγο, διότι το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα μισθωτή να αποδώσει στην αναιρεσείουσα εκμισθώτρια το μίσθιο ακίνητο, παρά το ότι δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται μ' αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στο άρθρ. 560 ΚΠολΔ, για τους οποίους μόνο επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 597 παρ. 1 ΑΚ "Αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση τουλάχιστον πριν από ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο και πριν από δέκα μέρες στις άλλες μισθώσεις. Δεν αποκλείεται αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση εξ αιτίας της πρόωρης λύσης της μίσθωσης.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 167 ΑΚ που αναφέρεται στην ενέργεια των απευθυντέων δηλώσεων βουλήσεως σε άλλο όπως η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, η οποία είναι μονομερής και ληψιδεής δήλωση της βουλήσεως του συμβαλλόμενου μέρους "η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί".
Σύμφωνα με τη θεωρία της παραλαβής ή λήψεως, που δέχεται ο ΑΚ, η δήλωση θεωρείται συντελεσθείσα όχι απλώς από την αποτύπωσή της στον εξωτερικό κόσμο (θεωρία της εκδηλώσεως) ούτε από τη γνώση του περιεχομένου της εκ μέρους του παραλήπτη, προς τον οποίο απευθύνεται (θεωρία της γνώσεως), αλλά από την περιέλευσή της στο νόμιμο παραλήπτη.
Περιέλευση στο λήπτη της δήλωσης, η οποία απαιτείται για να παράγει η δήλωση τα αποτελέσματά της, υπάρχει, ανεξάρτητα αν πρόκειται μεταξύ παρόντων ή απόντων μερών, αφότου η δήλωση βούλησης, η οποία αποτελεί απαραίτητο όρο του πραγματικού της δικαιοπραξίας, περιέλθει στον κύκλο επιρροής του λήπτη και αυτός βρίσκεται σε θέση, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να λάβει γνώση του περιεχομένου της.
Συνεπώς απαιτείται πρόσθετο στοιχείο της δυνατότητας γνώσης από το λήπτη του περιεχομένου της δήλωσης βούλησης και όχι γνώση αυτού. Έτσι, μεταξύ απόντων, μεταξύ άλλων, αρκεί η δήλωση να εναποτίθεται σε χώρο που βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του αποδέκτη. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με το να δεχτεί ότι επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, λόγω καθυστέρησης του μισθώματος αν και η επίδοση της αγωγής στην οποία περιεχόταν αυτή ήταν άκυρη, δεδομένου ότι έγινε στην αναγραφόμενη στην έκθεση διεύθυνση του επίδικου μισθίου και ουδέποτε έλαβε κάποια ειδοποίηση για την αγωγή ή την καταγγελία της μίσθωσης, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 159 παρ. 1 ΑΚ με την οποία ορίζεται ότι "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο είναι άκυρη" και τα άρθρα περί καταγγελίας μίσθωσης του ΑΚ και του Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση γεγονός για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας είναι αν η σχετική δήλωση περί καταγγελίας της συμβάσεως, η οποία μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να περιέλθει στο μισθωτή με δικαστικό επιμελητή, διαβιβάστηκε κατά τρόπο, κατά τον οποίον αυτός προς τον οποίο έγινε μπορούσε ή όχι να λάβει γνώση αυτής, γεγονός το οποίο δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, και όχι το κύρος της αναγκαίας για την άσκηση της αγωγής, στην οποία περιέχεται αυτή επιδόσεως, ή η γνώση από τον παραλήπτη της εν λόγω δηλώσεως.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 εδ. α' ΑΚ, όπως το εδ. α', ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 3043/2002 αν εξαιτίας κάποιου δικαιώματος τρίτου αφαιρεθεί από το μισθωτή ολικά ή μερικά η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, (νομικό ελάττωμα), εφαρμόζονται, αναλόγως, οι διατάξεις των άρθρων 576 έως 579 και 582.
Με το άρθρο 582 ΑΚ, υπό τον τίτλο "Ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του εκμισθωτή" όπως, επίσης, ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3043/2002 οριζόταν ότι "Η συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη είναι άκυρη, αν ο εκμισθωτής αποσιώπησε με δόλο το ελάττωμα του μισθίου ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας".
Μετά δε την κατάργηση του άρθρου 582 ΑΚ το κύρος της απαλλακτικής ρήτρας του εκμισθωτή για πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων του μισθίου κρίνεται με βάση την γενική διάταξη του άρθρου 332 § 1 ΑΚ, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 § 1 του Ν. 3043/ 2002 - η οποία αντικατάσταση κατέστη αναγκαία μετά την κατά τα άνω κατάργηση του άρθρου 582 ΑΚ - που υπό τον τίτλο "συμφωνία για μη ευθύνη από πταίσμα" ορίζει ότι "άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια".
Η ως άνω διάταξη του άρθρου 332 § 1 ΑΚ, απειλεί ακυρότητα της απαλλακτικής ρήτρας που έχει τεθεί "από πριν", μόνον όταν αυτή αφορά αποκλεισμό ή περιορισμό της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια, και συνεπώς με βάση τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ είναι επιτρεπτή η θέση ρήτρας, μεταξύ άλλων, στη σύμβαση μισθώσεως περί απαλλαγής από την ευθύνη του εκμισθωτή για πραγματικά και νομικά ελαττώματα του μισθίου για την περίπτωση για την περίπτωση της συνδρομής ελαφράς αμέλειας.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 1170/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ενδέκατο λόγο της αίτησης αναίρεσης με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το δικάσαν κατ' έφεση Πολυμελές Πρωτοδικείο έχει υποπέσει στην πλημμέλεια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, στους οποίους έπρεπε να προσφύγει, παραθέτοντας τα σχετικά πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, προς αναζήτηση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων στο 10° όρο της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως περί αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας για την ύπαρξη πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου, αφ' ενός δια της μη εφαρμογής του τιθέμενου από το άρθρο 173 ΑΚ κανόνα περί αναζητήσεως κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθούς βουλήσεως χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αφ' ετέρου δια του εσφαλμένου προσδιορισμού των προϋποθέσεων εφαρμογής του κανόνα του άρθρου 200 ΑΚ περί ερμηνείας των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Και ναι μεν αποδείχθηκε, ότι κατά την διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε το προαναφερθέν νομικό ελάττωμα εξαιτίας του οποίου ο εναγόμενος παρεμποδίστηκε στην συμφωνημένη χρήση του μισθίου, πλην όμως, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 12-1-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συνήφθη η υπό κρίση σύμβαση και συγκεκριμένα από τον όρο με αριθμό 10 αυτού, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τον αποκλεισμό της ευθύνης της εκμισθώτριας για την ύπαρξη πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου, (συμφωνία την οποία νομίμως επικαλείται η εφεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την διάταξη του άρθρου 527 καθώς δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής της).
Ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι: "Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν ευθύνεται δια την πραγματικήν και νομικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο, ήτις είναι απολύτως γνωστή εις τον μισθωτήν, ην και αποδέχεται ούτος. Ως εκ τούτου, η εκμισθώτρια δεν υποχρεούται εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος λόγω της κακής πραγματικής ή νομικής καταστάσεως του μισθίου ή εξ' οιουδήποτε ετέρου λόγου.
Αλλά και ο μισθωτής δεν δύναται να απαλλαγεί των υποχρεώσεών του προς πληρωμήν του μισθώματος λόγω της τυχόν κακής πραγματικής ή νομικής καταστάσεως του μισθίου ή εξ οιουδήποτε ετέρου λόγου και εάν έτι δεν εποιήσατο χρήσιν του μισθίου ...". Εξάλλου, ο εναγόμενος δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει, ότι κατά την συνομολόγηση της ως άνω συμφωνίας η ενάγουσα γνώριζε ή έστω από βαριά αμέλεια αγνοούσε την ύπαρξη του ελαττώματος.
Επομένως, ο εναγόμενος παρά την εμφάνιση του ως άνω νομικού ελαττώματος, ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει το μηνιαίο μίσθωμα". Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει η διαπίστωση από το δικάσαν κατ' έφεση Πολυμελές Πρωτοδικείο, έστω και εμμέσως, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται, κενού ή ασάφειας ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων στον προαναφερόμενο όρο 10 του από 12-1-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού καταρτίσεως της ένδικης μισθώσεως περί αποκλεισμού της ευθύνης της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας για την ύπαρξη πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου, ώστε να προσφύγει σε ερμηνεία του ως άνω όρου ούτε επιχείρησε τέτοια ερμηνεία, για την αναζήτηση της αληθούς έννοιας της περιεχόμενης σ' αυτόν δηλώσεως των συμβαλλομένων, αφού αρκέστηκε προς τούτο στη διατύπωσή του σχετικού κειμένου της σύμβασης, χωρίς να λάβει υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός αυτού ή να χρησιμοποιήσει επιχειρήματα και συνεπώς ορθώς το ως άνω Δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη διαπίστωση της αληθούς βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τους τρίτο, όγδοο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχτηκε ότι η ένδικη καταγγελία λόγω μη καταβολής του μισθώματος επέφερε τα αποτελέσματά της (λύση της μίσθωσης) αν και η μη καταβολή δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του (δόλο ή αμέλεια) την ύπαρξη των οποίων (δόλου, αμέλειας) προϋποθέτει ο νόμος διά των οικείων άρθρων του ΑΚ και του Κ.Πολ.Δ.
για την καταγγελία της μισθωτικής σχέσης αλλά σε παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου απ' αυτόν λόγω νομικού ελαττώματος τούτου και συνεπώς δεν θεμελιώνεται κατ' αυτού λόγος καταγγελίας της μίσθωσης για την ανωτέρω καθυστέρηση ή μη καταβολή μισθωμάτων όσο διαρκεί η παρακώλυση της συμφωνημένης χρήσης παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 576 ΑΚ το οποίο ορίζει ότι "Αν κατά το χρόνο της παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ...", καθώς και τα οικεία άρθρα του ΑΚ και του Κ.Πολ.Δ.για την καταγγελία της μισθωτικής σχέσης.
Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης αλυσιτελώς προβάλλονται, και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ενόψει της παραδοχής του δικάσαντος ως εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου ότι ο εναγόμενος - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων μισθωτής παρά την εμφάνιση του επικαλούμενου απ' αυτόν νομικού ελαττώματος του μισθίου, ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει το μηνιαίο μίσθωμα, ενόψει του ότι οι συμβαλλόμενοι επιτρεπτώς συμφώνησαν τον αποκλεισμό της ευθύνης της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας για την ύπαρξη πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου, η πραγματική και νομική κατάσταση του οποίου, όπως αναφέρεται στον ως άνω όρο ήταν απολύτως γνωστή στο μισθωτή, ο οποίος και την αποδέχτηκε και της μη επικλήσεως και αποδείξεως από τον αναιρεσείοντα ότι κατά την συνομολόγηση της ως άνω συμφωνίας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια γνώριζε ή έστω από βαριά αμέλεια αγνοούσε την ύπαρξη του ελαττώματος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ και ο αντίστοιχος από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, που βάσει αυτών καταγνώσθηκε, και γ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων με την επίκληση του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προβάλλει ως αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη Εκκλησία της Ελλάδος γνώριζε ότι το μίσθιο είναι δασική αναδασωτέα έκταση, ως ανήκουσα στο Δασαρχείο Πειραιά, διότι με δική της αίτηση προκλήθηκε η χορήγηση του από 12/5/93 με αρ.
πρωτ. 3102/93 εγγράφου της Νομαρχίας Πειραιά, το οποίο της κοινοποιήθηκε με τη σύσταση ότι το συμφωνητικό της μίσθωσης που της υποβλήθηκε είναι απόλυτα άκυρο σύμφωνα με τις διατάξεις (Σχ. Αρ. 216 ν. 4173, άρθρο 60 ν.δ/τος 86/69) και παρά ταύτα συνέχιζε να εισπράττει τα μισθώματα μέχρι πρότινος και να μην καταβάλει τα χιλιάδες επιβληθέντα σε βάρος της πρόστιμα, παραβιάζουσα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τις αρχές της καλής πίστης, συναλλακτικών ηθών, αρχή αναλογικότητας, το Νόμο, το Σύνταγμα, την αρχή της δίκαιης δίκης, της ισοπολιτείας ή ισονομίας ενεργώντας δολίως, έχοντας ως μοναδικό σκοπό να εκδιωχτεί αυτός από το ξένο μίσθιο.
Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον ουδεμία αναιρετική πλημμέλεια και μάλιστα από τις αναφερόμενες στο άρθρο 560 ΚΠολΔ αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντιθέτως οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα, όλως αορίστως, παραβιάσεις (κανόνα ουσιαστικού δικαίου, των αρχών της καλής πίστης, συναλλακτικών ηθών, αρχής αναλογικότητας, του Νόμου, του Συντάγματος, της αρχής της δίκαιης δίκης, της ισοπολιτείας ή ισονομίας) αναφέρονται στη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (άρθρο 183 ΚΠολΔ), το οποίο κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-12-2009 αίτηση και τον από 8-1-2012 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1458/2009 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ