1223/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1223/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α' του ν. 2081/1992 (ΑΠ 338/2012, ΑΠ 1529/2008), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914 προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1223 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1223/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Θ.-Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Δημήτριο Σακαλόγλου και Αλέξανδρο-Χρήστο Μίντζια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Οκτωβρίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5806/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6289/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιουλίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 6289/2012 του Εφετείου Αθηνών ως προς όλους τους λόγους αυτής.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 και 13 παρ. 1-3 του ν. 146/1914 (περί αθεμίτου ανταγωνισμού), του άρθρου 4 παρ. 1, 2 και 3 και του άρθρου 8 εδαφ. α' του ν. 1089/1980 (περί εμπορικών, βιομηχανικών, επαγγελματικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων), του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 4 έως 8 διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την κατάργησή του με τα άρθρα 21 του ν. 1746/1988 και 7 παρ. 1 του ν. 2081/1992, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ, που έχουν συμπληρωματική εφαρμογή λόγω και της ευθείας παραπομπής σ' αυτές του άρθρου 8 εδαφ.
α' του ν. 2081/1992 (ΑΠ 338/2012, ΑΠ 1529/2008), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914 προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή.
Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού οικονομικού κλάδου με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα του κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του στην αγορά.
Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη και παράνομη όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη, με προσδιοριστικό κριτήριο τις ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου του οικείου συναλλακτικού κύκλου, ο οποίος, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται και ενεργεί με φρόνηση και χρηστότητα (ΟλΑΠ 2/2008).
Για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 146/1914, με τη χρήση εμπορικής επωνυμίας ή διακριτικού τίτλου που χρησιμοποιείται ήδη νόμιμα από άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτείται και αρκεί να προκαλείται, με ή χωρίς σκοπό ανταγωνισμού, σχετικός κίνδυνος σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, από την ομοιότητα των εν λόγω διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί σε ένα εμπορικά αξιόλογο μέρος του συναλλακτικού κοινού, και ειδικότερα στον άπειρο μέσο καταναλωτή, η πλανημένη εντύπωση ότι πρόκειται για την ίδια επιχείρηση ή για διαφορετικές επιχειρήσεις με οργανωτικό ή οικονομικό δεσμό ή συνεργασία μεταξύ τους.
Κίνδυνος σύγχυσης δεν απαιτείται μόνο σε περίπτωση διακριτικού γνωρίσματος με εδραιωμένη φήμη για την ποιότητα των προϊόντων που εμπορεύεται ή των υπηρεσιών που παρέχει η συγκεκριμένη επιχείρηση, οπότε η χρησιμοποίηση αυτού από άλλον, που εμπορεύεται τα ίδια προϊόντα ή τις ίδιες υπηρεσίες αλλά με κατώτερη ποιότητα, δημιουργεί κίνδυνο υπόσκαψης της φήμης του προϊόντος ή της υπηρεσίας του δικαιούχου, γεγονός που καθιστά προστατευτέο το διακριτικό γνώρισμα φήμης και χωρίς την ανάγκη κινδύνου σύγχυσης.
Η εμπορική επωνυμία ανήκει στα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου, προσδιορίζει υποχρεωτικά στις συναλλαγές τον φορέα της επιχείρησης (επιχειρηματία) και διαφοροποιείται τόσο από το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης ή του εμπορικού καταστήματός της (διακριτικό τίτλο) όσο και από τα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της επιχείρησης (σήμα και ιδιαίτερος σχηματισμός).
Το δικαίωμα στην εμπορική επωνυμία και στον διακριτικό τίτλο αποκτάται κατά το ουσιαστικό σύστημα με κριτήριο την αρχή της προτεραιότητας ως προς την πραγματική χρησιμοποίησή τους στις συναλλαγές, η δε προβλεπόμενη καταχώρηση αυτών έχει μόνο δηλωτικό χαρακτήρα και στηρίζει μαχητό τεκμήριο, ότι εκείνος που προηγήθηκε χρονικά είναι ο πραγματικός δικαιούχος.
Ειδικότερα, το δικαίωμα στον διακριτικό τίτλο αποκτάται με μόνη την πραγματική χρησιμοποίηση της σχετικής ένδειξης στις συναλλαγές, εάν αυτή διαθέτει διακριτική δύναμη, ενώ, αν η χρησιμοποιούμενη ένδειξη δεν διαθέτει τέτοια δύναμη, προσαπαιτείται αυτή να επικρατήσει στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, με κριτήριο την αντίληψη και εκτίμηση ενός μη αμελητέου μέρους του οικείου συναλλακτικού κύκλου.
Για την απόκτηση δικαιώματος στον διακριτικό τίτλο, κεντρική σημασία έχει καθεαυτή η διακριτική δύναμη της ένδειξης, και ιδίως η πρωτοτυπία ή η ονοματική ικανότητα αυτής, δηλαδή η ικανότητα της ένδειξης να αποτελέσει όνομα της επιχείρησης ή του καταστήματός της. Τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης ή καταστήματος αυτής προστατεύονται με τον σκοπό να αποτρέπεται η εκμετάλλευση ξένης φήμης, αλλά και να προφυλάσσεται το καταναλωτικό κοινό από τον κίνδυνο σύγχυσης.
Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης από τη χρήση εμπορικής επωνυμίας δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε ότι το αντικείμενο δραστηριότητας των δύο επιχειρήσεων συμπίπτει ή είναι όμοιο, αφού αυτή αφορά τον φορέα της επιχείρησης και συνδέεται με τη φερεγγυότητα και την καλή συναλλακτική πίστη αυτού, ενώ δεν αποκλείεται η σύννομη χρήση ταυτόσημης επωνυμίας, εφόσον προστεθεί σ' αυτή διακριτικό στοιχείο, που την καθιστά ευδιάκριτη και αποτρέπει τη σύγχυση με τη χρονικά προγενέστερη.
Το δικαίωμα της εμπορικής επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου είναι απόλυτο και κάθε προσβολή αυτού είναι παράνομη, εάν δεν συντρέχει λόγος που να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της. Η προσβολή της επωνυμίας συντελείται είτε με μόνη την αμφισβήτηση του δικαιώματος σ' αυτή είτε με τη χρήση της από άλλον.
Ο δε παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 13 του ν. 146/1914, έγκειται στη χρήση της επωνυμίας με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ενώ, κατά την έννοια του άρθρου 58 ΑΚ, προκύπτει μετά από στάθμιση ορισμένων κρισίμων στοιχείων, όπως η προτεραιότητα στη χρήση, ο τομέας συναλλαγών όπου γίνεται η χρήση και ο κίνδυνος σύγχυσης που προκαλείται από τη χρήση.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 297, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση παράνομης προσβολής διακριτικού τίτλου, εμπορικής επωνυμίας, ιδιαίτερου διασχηματισμού ή άλλου διακριτικού γνωρίσματος, ο φορέας αυτών έχει αξίωση για άρση της παράνομης προσβολής και για παράλειψή της στο μέλλον, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του προσβολέα, καθώς και για αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών και του άρθρου 59 ΑΚ, εφόσον συντρέχει και υπαιτιότητα του τελευταίου, εάν δηλαδή αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι, από την παράνομη ανταγωνιστική χρήση από τον ίδιο συγκεκριμένης ένδειξης ως διακριτικού γνωρίσματος, μπορούσε να προκληθεί σύγχυση με το διακριτικό γνώρισμα του δικαιούχου.
Ειδικότερα ο δικαιούχος ονοματικού διακριτικού γνωρίσματος, του ίδιου ως φορέα της επιχείρησης ή της επιχείρησης ή του προϊόντος αυτής, εφόσον προκαλείται κίνδυνος σύγχυσης από τη μεταγενέστερη χρήση στις συναλλαγές συνώνυμης ένδειξης ως διακριτικού γνωρίσματος, έχει δικαίωμα να αξιώσει από τον μεταγενέστερο χρήστη και φορέα της ίδιας ονοματικής ένδειξης να προβεί σε λεκτικές προσθήκες (και όχι άλλα σύμβολα) πρόσφορες και ικανές να αποτρέψουν τον κίνδυνο σύγχυσης, και γενικά να αξιώσει από τον ανταγωνιστή του να μη χρησιμοποιεί την ονοματική του ένδειξη κατά τρόπο που να προκαλείται στον οικείο συναλλακτικό κύκλο κίνδυνος σύγχυσης με την συνώνυμη ένδειξη του δικαιούχου (βλ.
σχετικά ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 338/2012, ΑΠ 1529/2008, ΑΠ 1019/2010, ΑΠ 711/1988, ΑΠ 718/1984).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, α) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, β) η νομική πλημμέλεια, ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και γ) εφόσον η αγωγή ή ο αυτοτελής ισχυρισμός (ένσταση, αντένσταση κλπ.) απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, (πρέπει να περιέχεται στο αναιρετήριο) η ιστορική βάση της αγωγής ή του αυτοτελούς ισχυρισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεστεί ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή τους, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν αρκεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αναίρεσης η εκδοχή του αναιρεσείοντος για το προβαλλόμενο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει να περιέχεται με σαφήνεια και πληρότητα η ελάσσων πρόταση του οικείου νομικού συλλογισμού του, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα ή αβασιμότητα της αγωγής ή του αυτοτελούς ισχυρισμού και τα οποία αποτέλεσαν τη βάση της προβαλλόμενης ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, μόνο ενόψει αυτών των ουσιαστικών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27-28/1998 και 32/1996).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "αίτηση" νοείται οποιαδήποτε αυτοτελής αίτηση διαδίκου για παροχή έννομης προστασίας κάθε μορφής, η οποία δημιουργεί εκκρεμοδικία, όπως είναι ιδίως η αγωγή, η κύρια παρέμβαση, τα ένδικα μέσα κλπ., καθώς και η μη αυτοτελής αίτηση διαδίκου κατά τη διαδρομή δικαστικού αγώνα, εφόσον αυτή προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας με σκοπό την έκδοση οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Αντίθετα, ως "αίτηση" δεν νοείται η ένσταση ή η αντένσταση ή ο λόγος έφεσης και γενικά κάθε ισχυρισμός, ο οποίος περιέχει αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης για πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες ως προς ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η παράνομη λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό αυτόν (8).
Επίσης ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν θεμελιώνεται αν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται σιωπηρή απόρριψή του ή αν το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή αλυσιτελές. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρετήριο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τον λόγο αναίρεσης, ώστε να συνάγεται από αυτόν σε ποιον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 ΚΠολΔ εμπίπτει, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου απαιτείται, τις παραδοχές αυτής, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν προσάπτεται στην απόφαση η αιτίαση ότι άφησε αίτηση αδίκαστη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν κάνει καμία μνεία ως προς την αίτηση που φέρεται ως αδίκαστη, καθώς επίσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αίτησης που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτή ήταν παραδεκτή και νόμιμη και, ως εκ τούτου, ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε και παρέσχε προστασία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων προσβολής της προσωπικότητας και προστασίας του ονόματος, όχι επί του αιτήματος της αγωγής, για παροχή έννομης προστασίας του ιδιαίτερου σχηματισμού του ονόματός της "..." με τέτοια γραμματοσειρά και ιδιαίτερη γραφή, που παραπέμπει ευθέως στην ίδια ως δημιουργό των έργων της, αλλά επί του ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος του ονόματός της "Β." με λατινικούς χαρακτήρες, που, κατά την αναιρεσείουσα, συνιστά αίτημα διαφορετικό από το αίτημα της αγωγής.
Επίσης με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, κρίνοντας ως ορθή και επικυρώνοντας τη διάταξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για καθολική απαγόρευση του ονόματος της εναγόμενης - αναιρεσείουσας "Β." με λατινική γραφή, ενώ με την αγωγή είχε ζητηθεί η απαγόρευση της ιδιαίτερης καλλιγραφικής γραφής με λατινικούς χαρακτήρες του ονόματος της εναγόμενης, ώστε να μην είναι όμοια με την ιδιαίτερη καλλιγραφική γραφή με λατινικά στοιχεία του ονόματος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης "...".
Ακόμη με τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον ισχυρισμό και τέταρτο λόγο έφεσης αυτής, ότι η πρωτόδικη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα περισσότερα από ό,τι είχε ζητήσει.
Ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως επειδή δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο τι επιπλέον έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
Σχετικά με τους λοιπούς λόγους αναίρεσης που προαναφέρθηκαν και μετά από επισκόπηση της αγωγής και της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα : Στο δικόγραφο της αγωγής περιέχονται, μεταξύ άλλων, και οι περικοπές : Στη σελ. 2 "... Το όνομά μου, με την ιδιαίτερη γραφή του με λατινικά στοιχεία "..." ως γλύπτρια, συγγραφέας, ζωγράφος, σχεδιάστρια κοσμημάτων, είναι παγκόσμια αναγνωρισμένο με απήχηση και καθολική αποδοχή ανά την υφήλιο ...".
Στη σελ. 3 "... Η παρουσία μου στον διεθνή χώρο των δραστηριοτήτων μου, με τη χρήση του ονόματός μου "V.", με τον συγκεκριμένο (αλλά και με άλλο, απλούστερο) τρόπο γραφής, που συνιστά το συγκεκριμένο σήμα, είναι μακρά, διηνεκής και οικουμενική ...". Στη σελ. 6 "... Το σήμα "..." με αριθμό .../21-11-2005, που έγινε δεκτό, προορίζεται να διακρίνει προϊόντα κλάσεων 14 ...".
Στη σελ. 7 "... Με έκπληξή μου διαπίστωσα περί το θέρος του έτους 2005 ότι στο κοσμηματοπωλείο της εναγομένης στην οδό ... 18 στο Κολωνάκι χρησιμοποιείται το όνομα ..., που είναι βέβαια το βαφτιστικό όνομά της, αλλά με τέτοια γραμματοσειρά και ιδιαίτερη γραφή, που σαφώς αντιγράφει το όνομα και την υπογραφή μου, που χρησιμοποιώ στα έργα μου ...".
Στη σελ. 8 (από το σκεπτικό της απόφασης 6687/2007 της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, που δέχτηκε σχετική δήλωση κατάθεσης σήματος της αναιρεσίβλητης και απέρριψε αντίστοιχη δήλωση της αναιρεσείουσας) "... Η Β. Μ. διεθνής καλλιτέχνης και εικαστική δημιουργός κατέθεσε πρώτη το όνομά της ως σήμα "..." (.../21-11-05) με λατινικά στοιχεία και καλλιτεχνική γραφή".
Και στη σελ. 11 (από το σκεπτικό της ίδιας απόφασης) " ...Το υπό κρίση σήμα με αριθμό .../27-11-06 αποτελείται από την κυρίαρχη ένδειξη "..." με λατινικά στοιχεία, κατά τρόπο που ομοιάζει έντονα με το ήδη προγενέστερα κατοχυρωμένο σήμα της Β. Μ. και επειδή η ένδειξη “T.” με τη σχετική απεικόνιση δεν είναι από μόνη της ικανή να διαφοροποιήσει την κυρίαρχη εντύπωση της δεσπόζουσας ένδειξης "...", όπως ενδεικτικά (θα ήταν) το επώνυμο της τριτανακόπτουσας (αναιρεσείουσας) και επειδή δημιουργείται βέβαιος κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού ως προς τη διάκριση των ανωτέρω σημάτων και την προέλευση των εκατέρωθεν διακρινομένων προϊόντων και υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, όπως και κίνδυνος συσχέτισης του υπό κρίση σήματος με το προγενέστερο σήμα, πρέπει επομένως η υπό κρίση δήλωση να απορριφθεί ...".
Επίσης στο αιτητικό της αγωγής διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής αιτήματα: "... Να αναγνωριστεί το δικαίωμά μου επί του διακριτικού γνωρίσματος, "..." με τέτοια γραμματοσειρά και ιδιαίτερη γραφή, που ευθέως παραπέμπει στο ότι τα έργα έχουν δημιουργηθεί και εμπνευστεί από εμένα ... Να διαταχθεί η αφαίρεση από οποιοδήποτε έντυπο ...
Και από οποιονδήποτε άλλο υλικό φορέα εικόνας που χρησιμοποιεί η εναγομένη, το όνομα ... με τον ως άνω ιδιαίτερο τρόπο γραφής ... Να διαταχθεί η αφαίρεση, καθαίρεση, αποβολή από τα καταστήματα και από κάθε άλλο χώρο στον οποίο δραστηριοποιείται η εναγομένη .... Το όνομα "...", με την ιδιαίτερη γραφή, γραμματότυπο και τεχνοτροπία που παραπέμπει ευθέως και αποκλειστικώς στο όνομά μου.
Εξάλλου, στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις "... Υποχρεώνει την εναγομένη να άρει την προσβολή με την αφαίρεση από οποιοδήποτε έντυπο, υλικό συσκευασίας, τιμοκατάλογο, πινακίδα κ.α. του ονόματος "Β." γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες.
Υποχρεώνει την εναγομένη να παραλείπει στο μέλλον τη χρήση του ονόματος "Β." γραμμένο με λατινικούς χαρακτήρες μόνο του ή και σε συνδυασμό με σύμβολο οικόσημο ...". Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι οι διατύπωση του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης είναι ταυτόσημη με τη διατύπωση του αγωγικού αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, όπως αυτό προσδιορίστηκε από το ιστορικό και αιτητικό της αγωγής, η δε έννομη προστασία που ζητήθηκε και παρασχέθηκε περιέχει και τις επί μέρους δυνατές εκδοχές εμφάνισης και συναλλακτικής χρήσης του κυρίου ονόματος της ενάγουσας "Β." με λατινικούς χαρακτήρες, δηλαδή με στοιχεία μικρά ή κεφαλαία, με καλλιτεχνικό ή απλό τρόπο γραφής, σε συνδυασμό ή όχι με οικόσημο ή σύμβολο κλπ., υπό τις οποίες εκδοχές κρίθηκε ότι η χρήση αυτού από την εναγόμενη - αναιρεσείουσα παραπέμπει ευθέως στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και προσβάλλει παράνομα την ονοματική εμπορική επωνυμία της τελευταίας κατά την έννοια του άρθρου 58 ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο ως ορθή και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, αποφάνθηκε επί του αιτήματος που είχε υποβληθεί με την αγωγή και δεν παρέσχε περισσότερη ή διαφορετική προστασία από εκείνη που είχε ζητηθεί, οι δε αντίθετες αιτιάσεις δεν ευσταθούν και οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης (πρώτος και πέμπτος ως προς το πρώτο μέρος του) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα, αφού αναφέρει ότι ορθά απορρίφθηκε η αγωγική βάση που στηριζόταν στις διατάξεις 1 και 13 του ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού (λόγω παραγραφής των σχετικών αξιώσεων) και η αγωγική βάση που στηριζόταν στις διατάξεις του ν. 2239/1994 περί σημάτων (ως μη νόμιμη), ακολούθως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα έκρινε ως νόμιμη και βάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 57 επ.
ΑΚ, οι οποίες, κατά την αναιρεσείουσα, δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη εμπορική διαφορά, επειδή το δικαίωμα επί της προσωπικότητας είναι προσωπικό, και όχι περιουσιακό. Όπως προαναφέρθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ έχουν εφαρμογή και για την προστασία της ονοματικής εμπορικής επωνυμίας, όταν κριθεί ότι συντρέχουν οι όροι της παράνομης προσβολής της, μετά από στάθμιση ορισμένων κρισίμων κριτηρίων (προτεραιότητα στη χρήση, τομέας συναλλαγών όπου γίνεται η χρήση της επωνυμίας, πρόκληση κινδύνου από τη χρήση αυτής κλπ.).
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57 και 58 ΑΚ, αποδίδοντας εσφαλμένη έννοια στον όρο της "παράνομης" χρήσης ξένου ονόματος, στην οποία, κατά την αναιρεσείουσα, δεν εμπίπτει η χρήση του ιδίου ονόματος σε περίπτωση συνωνυμίας. Δεν αναφέρει, όμως, στο αναιρετήριο τις συγκεκριμένες εσφαλμένες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνο περικοπές από αντίστοιχες νομικές σκέψεις αυτής, η ενδεχόμενη μη ορθότητα των οποίων δεν στοιχειοθετεί παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ και έκρινε ως ορθή την αναγνωριστική επιδίκαση υπέρ της αναιρεσίβλητης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ποσού 5.000 ευρώ, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και δεχόμενη ότι συνέτρεχαν οι όροι της παράνομης προσβολής της ένδικης ονοματικής επωνυμίας της αναιρεσίβλητης και της υπαιτιότητας από μέρους της αναιρεσείουσας.
Και αυτός ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές (πλην μιας μικρής περικοπής έξι σειρών στη σελ. 14) της εφετειακής απόφασης, στις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε τη σχετική ουσιαστική κρίση του και βάσει των οποίων ελέγχεται αναιρετικά η ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων νόμου.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην εφετειακή απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, που αυτή είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, και συγκεκριμένα μία βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Βεροίας και ένα πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Ημαθίας, από τα οποία προέκυπτε η έναρξη της δικής της επιχειρηματικής δραστηριότητας κατά το έτος 1993.
Από τη βεβαίωση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης (4ο φύλλο πίσω σελ. "... από όλα γενικά τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ... αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..." και από όλο το περιεχόμενο αυτής (ιδίως 5ο φύλλο πίσω σελ. "...
η εναγομένη ... από το 1993 ξεκίνησε την εμπορική της δραστηριότητα ... μέσω ... και εμπορικών καταστημάτων τα οποία ίδρυσε αρχικά στη ...") προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του για τα ουσιώδη ζητήματα της δίκης.
Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τους έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ως προς τη δημιουργία κινδύνου σύγχυσης μεταξύ των δύο ονοματικών επωνυμιών και την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ενδιαφέρον μέρος της, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, από όλα γενικά τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ, ΑΠ 1456/1996 Αρχ.Ν.48, 311, ΑΠ 692/1990 ΝοΒ 1992,67) ενώ, δεν θα ληφθούν υπόψη οι προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα με αριθμούς 2635 και 2636/30-5-2011 ένορκες βεβαιώσεις τρίτων που λήφθηκαν με την επιμέλειά της ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ανατολής Φυραρίδου, καθόσον δεν αποτελούν νέα αποδεικτικά μέσα, αφού η ενάγουσα τις προσκόμισε και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά την ενώπιόν του συζήτηση της αγωγής, επικαλούμενη αυτές με το δικόγραφο της κατατεθείσας προσθήκης της παρ.6 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, ήτοι, κατά παράβαση των άρθρων 237 παρ.1β' και 3, 270 παρ.2 και 6 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα από το έτος 1980 δραστηριοποιείται στον καλλιτεχνικό χώρο ασχολούμενη με τη γλυπτική, τη ζωγραφική με τη συγγραφή κειμένων και ποιημάτων καθώς και με το σχεδιασμό κοσμημάτων και κυρίως σταυρών τους οποίους εκθέτει, αλλά και εμπορεύεται στην Ελλάδα μέσω επιλεγμένων καταστημάτων. Πλέον συγκεκριμένα, τα έργα γλυπτικής και τρισδιάστατης ζωγραφικής που δημιούργησε από το 1988 στα ατελιέ της στην Ελλάδα και στην Ιταλία, γνωστά διεθνώς ως "Πολιτείες των Σταυρών", "Πολιτείες των Σταυροσχημιτών", "Πολιτείες των Παιχνιδιών", "Πολιτείες των Ονείρων" εκτέθηκαν σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους της Αθήνα (στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων), αλλά και στην αλλοδαπή (στην Ιταλία, στο Βατικανό, στην πλατεία Βαστίλης στο Παρίσι, στην Ιαπωνία) και έχουν χαρακτηριστεί ως μοναδικά, λόγω του κύριου σημείου τους που είναι το σχήμα του σταυρού, της αφηρημένης τεχνοτροπίας τους και του μεγάλου μεγέθους τους για την έκθεση των οποίων και απαιτήθηκε η κάλυψη των διεθνώς μεγαλύτερων σε έκταση χώρων, ενώ οι σταυροί που από 1998 σχεδίασε και κατασκεύασε, τόσο σε κοσμήματα όσο και σε διακοσμητικά αντικείμενα εφαρμοσμένης τέχνης, εκτέθηκαν σε εικαστικούς χώρους αλλά και διατέθηκαν στο εμπόριο σε συνεργασία με παγκοσμίως γνωστούς κοσμηματοπώλες (Αρμάος, Ζολώτας), συλλέκτες έργων τέχνης και τέλος, τα λογοτεχνικά της κείμενα και ποιήματα ("Περί έρωτος και αγάπης", "Περί σταυρού", "Περί αντοχής") εκδόθηκαν από γνωστούς ελληνικούς εκδοτικούς οίκους (Καστανιώτη).
Όλα τα ως άνω δημιουργήματά της, ήδη από το 1990 υπέγραφε και συνεχίζει να υπογράφει με το κύριο όνομά της (Β.), γραμμένο με λατινικούς καλλιγραφικούς χαρακτήρες (...), και έκτοτε έτσι διακρίνονται και απολαμβάνουν διεθνούς αναγνώρισης. Για τις ως άνω πολυδιάστατες εικαστικές της δραστηριότητες γίνονται καταχωρήσεις στον ημεδαπό και διεθνή τύπο με αναφορές στο πρόσωπό της ως εικαστικός ...
ή γλύπτρια ..., δηλαδή για την αναφορά τόσο στο πρόσωπό της όσο και στα έργα της γίνεται χρήση της ένδειξης "..." που απέκτησε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 διακριτική δύναμη και συνακόλουθα, χαρακτήρα διακριτικού γνωρίσματος των έργων της και μέσω αυτών καταξιώθηκε και έγινε παγκοσμίως γνωστή και η ίδια ως "...".
Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα δημοσιεύματα του ημερήσιου και περιοδικού τύπου, στα οποία η ενάγουσα αναφέρεται ως "...", όπως στην εφημερίδα "Μακεδονία" της 1ης -12-1993 με άρθρο "Ο κόσμος του πνεύματος προσεγγίζει τη μουσική των σχημάτων. Το πλούσιο έργο της ζωγράφου ...", στην εφημερίδα "Νίκη" της 4ης -12-1993 με το άρθρο "Προπομπός.
Η μουσική των σχημάτων" όπου γίνεται αναφορά στην "...", στο περιοδικό "The Art Magazine" του 1995 που αναφέρεται στην έκθεση ζωγραφικής της "..." που έλαβε χώρα στην πινακοθήκη Πιερίδη με τίτλο "...'s prayer", στο περιοδικό του Δήμου Αθηναίων "100 Χρόνια Έλληνες" όπου πέραν του σύντομου βιογραφικού της "...", γίνεται και αναφορά της καλλιτεχνικής της προσφοράς από το 1980 και εντεύθεν, στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών στο οποίο περιλαμβάνεται και η ενάγουσα ως "..." όπου παρατίθεται και μέρος των ατομικών εκθέσεών της, καθώς και η βιβλιογραφία στην οποία γίνεται αναφορά στο πρόσωπό της ως "..." και τέλος, στο περιοδικό "Life & Style" του 7ου 2003 όπου γίνεται εκτεταμένη - πολυσέλιδη αναφορά στην "διεθνή ελληνίδα καλλιτέχνιδα "...", απεικονίζονται έργα της και γίνεται φωτογραφική παρουσίαση των ατελιέ της στη Φλωρεντία και στην Εκάλη.
Η εναγομένη, της οποίας ομοίως το κύριο όνομα είναι Β., ασκούσε από τη δεκαετία του 1980 καλλιτεχνική και εμπορική δραστηριότητα που συνίσταται στην αγιογράφηση ναών, στο σχεδιασμό κοσμημάτων και αντικειμένων από πέτρα ή μέταλλα και στη διασκευή μουσειακών εκθεμάτων αρχαϊκών, βυζαντινών και νεότερων χρόνων τα οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται.
Ειδικότερα, το 1986 ανέλαβε την αγιογράφηση ναών που της ανέθεσε η Ι.Μ. Αργολίδας, έργα που υπέγραψε με το ονοματεπώνυμό της σε βυζαντινή γραφή. Ακολούθως ασχολήθηκε με τη σχεδίαση κοσμημάτων, βραβευθείσα το 1990 στον 5° Πανελλήνιο Διαγωνισμό φιλοτέχνησης σχεδίου κοσμήματος, ενώ από το 1993 ξεκίνησε την εμπορική της δραστηριότητα με αντικείμενο την σχεδίαση και εμπορία κοσμημάτων, την εμπορία ρολογιών, την αγιογράφηση και εμπορία ιερογραφιών και εικόνων μέσω εμπορικών αιθουσών τέχνης αλλά και εμπορικών καταστημάτων τα οποία ίδρυσε αρχικά στην Βέροια (το 1993), στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη (το 2000) αλλά και στην Αθήνα, όπου τα έτη 2004 και 2009 έθεσε, αντίστοιχα, σε λειτουργία τα επί των οδών ... 18 στο Κολωνάκι και ...
και ... στην Πλάκα καταστήματά της, μέσω των οποίων έκτοτε εμπορεύεται κοσμήματα και ιδιαίτερα σταυρούς καθώς και αντικείμενα μετάπλασης αρχαίων έργων, ως προερχόμενα από τον ιδρυθέντα απ' αυτήν Οίκο Κοσμημάτων "Θ.". Από το 2001 συμμετείχε σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ (το Νοέμβριο του 2001 στη Θεσσαλονίκη στο Μουσείο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μουσικών Οργάνων - Πολιτιστικό Κέντρο Τράπεζας Πειραιώς, το Φεβρουάριο -Μάρτιο του 2003 στο γενικό Προξενείο της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη με την έκθεση "Βεργίνα, Αίθουσα του Θρόνου του Μακεδονικού Βασιλείου" που παρουσιάστηκε και στην Θεσσαλονίκη το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους «2003») ενώ τον Ιανουάριο του 2004 φιλοτέχνησε ένα ειλητάριο που δώρισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στον Φιντέλ Κάστρο κατά την επίσκεψή του στην Κούβα.
Μέχρι τότε (το 2004) στις προσκλήσεις, στα εκδοθέντα δελτία τύπου και στις, με την επιμέλειά της, καταχωρήσεις στον ημερήσιο τύπο των ως άνω πολιτιστικών εκδηλώσεών της, αναφέρεται ότι αυτές διοργανώθηκαν από τον οίκο κοσμημάτων "Θ." και τη σχεδιάστρια κοσμημάτων - αγιογράφο Β. (ή και ...) Θ.. Δηλαδή, η αναφορά στο πρόσωπό της γινόταν όχι μόνο με το κύριο όνομά της αλλά με την προσθήκη και του επωνύμου της, ενώ στις προσκλήσεις απεικονιζόταν επιπλέον και ένα οικόσημο των βυζαντινών χρόνων, το οποίο η εναγομένη, στη συνέχεια, καταχώρησε ως ημεδαπό σήμα.
Ειδικότερα, με την 8421/2003 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης έγινε δεκτή η με αριθμό 163171/19-6-2002 δήλωσή της για καταχώρηση ημεδαπού σήματος, που συνίστατο στην ονομασία "Θ." γραμμένη με κεφαλαίους καλλιγραφικούς τυπογραφικούς χαρακτήρες τύπου βυζαντινής γραφής στο επάνω μέρος απεικόνισης οικόσημου σε σχήμα ασπίδας (θυρεού), στην εξωτερική άνω πλευρά του οποίου υπάρχει στέμμα οι δε λοιπές τρεις εξωτερικές του πλευρές περιβάλλονται από φύλλα δάφνης, ενώ στο εσωτερικό του εμπεριέχεται απεικόνιση δικέφαλου πτηνού με στέμμα ανάμεσα στα δύο κεφάλια του, μικρός λέων ευρισκόμενος ανάμεσα στα φτερά του πτηνού καθώς και δύο σπαθιά, από ένα στην κάτω δεξιά και αριστερή γωνία του έχοντος τετράγωνο σχήμα θυρεού, προκειμένου το ως άνω (λεκτικό "Θ." με απεικόνιση) σήμα να διακρίνει προϊόντα της κλάσης 14 (κοσμήματα και είδη γραφείου και χρηστικά αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών).
Το ως άνω οικόσημο χρησιμοποιούσε η εναγόμενη, όπως προαναφέρθηκε, από το 2001 ως διακριτικό γνώρισμα των δημιουργημάτων της, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με το ονοματεπώνυμο της (Β. Θ.) γραμμένο το κύριο όνομά της κυρίως με βυζαντινούς χαρακτήρες (B.), σύμφωνα και με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρος - αδελφού της, αλλά και όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την ίδια φωτογραφίες αγιογραφιών της, κατ' εξαίρεση δε, με λατινικούς χαρακτήρες.
Το θέρος του 2005 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι η εναγομένη στις συναλλαγές της μέσω του επί της οδού ... 18 κοσμηματοπωλείου της και στις καταχωρήσεις που προβαίνει στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, χρησιμοποιεί είτε μόνο το κύριο όνομα της γραμμένο με λατινικούς καλλιτεχνικούς χαρακτήρες (...) τέτοιας γραμματοσειράς και ιδιαίτερης γραφής που ομοιάζει με τον τρόπο γραφής του δικού της ονόματος ως διακριτικού γνωρίσματος, είτε σε συνδυασμό μόνον με την λέξη Θ.
ή και με απεικόνιση του προαναφερόμενου οικόσημου, δίδοντας όμως, στην τελευταία περίπτωση, προέχουσα και δεσπόζουσα θέση στην λέξη ... . Με την από 21-11-2005 εξώδικη δήλωσή της η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από την εναγομένη να καθαιρέσει από τις προθήκες των καταστημάτων της το κατά τα ως άνω γραφέν όνομα, ως διακριτικό τους τίτλο, να το αφαιρέσει από κάθε έντυπο και να προβεί σε καταχώρηση στον Τύπο με την οποία να δηλώνει ότι ουδεμία σχέση έχουν ή είχαν τα εμπορεύματά της με τις δημιουργίες της ενάγουσας.
Παράλληλα η τελευταία την ίδια ημέρα κατέθεσε δήλωσή της στο Υπουργείο Ανάπτυξης για το με αριθμό ... λεκτικό με απεικόνιση σήμα που αποτελείτο από την απεικονιζόμενη με λατινικούς καλλιτεχνικούς χαρακτήρες λέξη "...", που έγινε δεκτή με την 6591/2006 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (η οποία σημειωτέον δεν προκύπτει ότι έχει γίνει αμετάκλητη ούτε ότι το ως άνω σήμα έχει καταχωρηθεί στο οικείο βιβλίο) και χαρακτήριζε προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 14 (πολύτιμα μέταλλα και κράματα αυτών ως και αντικείμενα από αυτά τα υλικά, είδη χρυσοχοΐας και πολύτιμους λίθους), 21 (υαλουργικά, πορσελάνη και φαγεντιανά), 40 (επεξεργασία υλικών) και 41 (εκπαίδευση, επιμόρφωση, ψυχαγωγία και πολιτιστικές εκδηλώσεις).
Η εναγομένη αφενός άσκησε τριτανακοπή κατά της ως άνω απόφασης και αφετέρου κατέθεσε στις 27-11-2006 δήλωση του με αριθμό ... λεκτικού με απεικόνιση σήματος, που αποτελείτο από τη λέξη "T." με απεικόνιση του ως άνω περιγραφόμενου (και ήδη γενόμενου δεκτού ως σήματος) οικοσήμου και τη λέξη "V." γραμμένη με πλάγιους λατινικούς καλλιτεχνικούς χαρακτήρες δεξιά του οικοσήμου, για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 14, 18, 21, 24 και 40.
Αμφότερες, ήτοι η τριτανακοπή και η δήλωση σήματος της εναγομένης απορρίφθηκαν με την 6687/2007 απόφαση της ως άνω Δ.Ε.Σ., που σημειωτέον επικυρώθηκε με την (εκδοθείσα μετά τη δημοσίευση της εκκαλουμένης) 3831/2012 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα από την εναγομένη προσφυγή κατά της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης (6687/2007) της Δ.Ε.Σ.
Η εναγομένη παραβλέποντας τόσο την 6687/2007 απορριπτική απόφαση της Δ.Ε.Σ., όσο και την από 21-11-2005 διαμαρτυρία της ενάγουσας, συνέχισε να χρησιμοποιεί "εν είδει" σήματος στα εμπορεύματα - έργα της, ως διακριτικό τίτλο των καταστημάτων της στην Αθήνα και ως αναφορά της καλλιτεχνικής της ταυτότητας τη λέξη "..." χωρίς να τη συνοδεύει με το επώνυμό της, άλλοτε μόνη της, άλλοτε σε συνδυασμό μόνο με τη λέξη T.
ή και με το οικόσημο και να γνωστοποιεί συνάμα στο κοινό τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες, μέσω του ημερησίου τύπου αλλά και με έντυπες προσκλήσεις. Τα ανωτέρω προκύπτουν, μεταξύ άλλων και από: α) την από 04-5-2009 πρόσκληση που απηύθυνε στον τότε Δήμαρχο Αθηναίων για να παραστεί στις 19-6-2009 στην τελετή εγκαινίων του Πολυχώρου Τέχνης "Θ." επί της οδού ...
στην Ακρόπολη όπου, η αναφορά στο πρόσωπό της γίνεται, ως δημιουργός "...", β) το άρθρο με τον τίτλο "Τα αρχαία ως καθημερινά" του από 18-6-2009 φύλλου της ημερησίας εφημερίδας "Ελευθεροτυπία", όπου η αναφορά στο πρόσωπό της γίνεται, ως "η ... σε μια έκθεση και μια συναυλία", γ) το από 17-6-2009 φύλλο της εφημερίδας "Ελεύθερος Τύπος" στο άρθρο με τίτλο "Στο Ηρώδειο με τους Αχαιούς" γίνεται αναφορά στην εναγομένη "στη σκιά των γλυπτών της ..., ...
με έκθεση της εικαστικής καλλιτέχνιδας ... ... Πρεμιέρα του "Θυρεού" με ..., ... η γλύπτρια ..., δ) το από 28-6-2009 φύλλο της εφημερίδας "Η Ναυτεμπορική" που αναφερόμενο στην εναγομένη αναγράφει "... Έκθεση γλυπτών κοσμημάτων της .... ... Τα έργα της δημιουργού ... ... ε) τις με αριθμούς 595 και 596 /16-7-2009 Εκθέσεις αφαίρεσης, καθαίρεσης και αποβολής του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., σύμφωνα με τις οποίες, ο ως άνω επιμελητής, δυνάμει της παραβιασθείσας από την εναγομένη από 25-6-2009 Προσωρινής Διαταγής του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, προέβη στην αφαίρεση από την θύρα εισόδου του επί της οδού ... 18 καταστήματός της αυτοκόλλητης ταινίας στην οποία ήταν γραμμένη η λέξη "..." καθώς και στην καθαίρεση από τους εξωτερικούς τοίχους του επί της οδού ...
καταστήματός της τριών πανό στα οποία αναγραφόταν η ως άνω λέξη "...", ως διακριτικός τίτλος αυτών (των καταστημάτων της). Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές και λαμβανομένου υπόψη, αφενός ότι οι διάδικοι δραστηριοποιούνται στον ίδιο καλλιτεχνικό και εν μέρει οικονομικό κλάδο, αφετέρου ότι η ως άνω λέξη ("..."), παρόλο που αποτελεί το κύριο όνομα αμφοτέρων των διαδίκων, λόγω όμως του τρόπου που γράφεται (με λατινικούς πλάγιους καλλιτεχνικούς χαρακτήρες) και χρησιμοποιείται τουλάχιστον από το 1993 από την ενάγουσα για να προσδιοριστεί η ίδια ως καλλιτέχνης - εικαστικός (διακριτικό τίτλο) αλλά και προς διάκριση των έργων και εμπορευμάτων της (εν είδει σήματος), απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα και δύναμη, καθίσταται σαφές, ότι με το να το χρησιμοποιεί από το έτος 2005 και η εναγομένη επίσης ως διακριτικό της γνώρισμα, έστω και με μικρές διαφοροποιήσεις, χωρίς την προσθήκη του επωνύμου της το οποίο μέχρι τότε προσέθετε, δηλαδή, όπως ακριβώς προγενέστερα χρησιμοποιείτο από την ενάγουσα και με το οποίο έγινε αυτή διεθνώς γνωστή, δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού ως προς την ταυτότητα των δύο καλλιτεχνών - διαδίκων, την διάκριση των έργων - υπηρεσιών τους και την προέλευση των προϊόντων -εμπορευμάτων τους.
Τούτο διότι, ακόμη και αν δεν είναι όλα τα δημιουργήματά τους όμοια ως προς το είδος, σε κάθε περίπτωση είναι συναφή, αφού απευθύνονται στον ίδιο κύκλο καταναλωτών, προορίζονται για παρεμφερείς χρήσεις (πχ. κοσμήματα, διακοσμητικά), εκτίθενται και διακινούνται από τους ίδιους χώρους (εκθέσεις, γκαλερί, κοσμηματοπωλεία).
Και πράγματι υπήρξε σύγχυση του κοινού όταν τον Ιούνιο του 2009 προβάλλοντας η εναγομένη, μέσω του τύπου και ειδικότερα μέσω των προαναφερομένων άρθρων των ως άνω εφημερίδων άλλα και των προσκλήσεων που απέστειλε ως "..." τα εγκαίνια του επί της ... πολυχώρου τέχνης "Θ." όπου θα εκτίθονταν γλυπτά αντικείμενα δημιουργίας της, γνωστοί της ενάγουσας θεώρησαν πλανημένοι, ότι η συγκεκριμένη έκθεση διοργανώθηκε από την τελευταία και αφορούσε στα έργα της.
Σημειώνεται ότι, ο κατά τα ανωτέρω προκαλούμενος κίνδυνος σύγχυσης του κοινού δεν αναιρείται από την προσθήκη εκ μέρους της εναγομένης του βυζαντινού οικοσήμου ή και της λέξης "Θ.", όπως αβάσιμα αυτή υποστηρίζει, καθόσον κυρίαρχη θέση, υπό την έννοια της διακριτικής δύναμης, κατέχει η λεκτική - ονοματική ένδειξη (...), όπως εξάλλου έκρινε και η προαναφερόμενη με αριθμό 3831/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ασκηθείσα από την τελευταία (εναγομένη) προσφυγή κατά της προαναφερομένης απορριπτικής απόφασης (6687/2007) της Δ.Ε.Σ.
με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων και: α) ότι το επιδιωκόμενο να χρησιμοποιηθεί (από την νυν εναγομένη - τότε προσφεύγουσα) ως άνω σήμα ("T.-...") είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με απεικόνιση οικοσήμου σε σχήμα θυρεού, δεν το είχε αυτή χρησιμοποιήσει μέχρι το 2008, ως επωνυμία εταιρείας της, ούτε ως διακριτικό γνώρισμα - τίτλο, καθώς και ότι η ονομασία "..." αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με την παράσταση του βυζαντινού ως άνω οικοσήμου επίσης δεν είχε χρησιμοποιηθεί από την εναγομένη πριν από το 2009, σε αντίθεση με την τότε παρεμβαίνουσα - νυν ενάγουσα, που χρησιμοποιούσε καλόπιστα το ως άνω όνομα "..." ήδη από το 1993 ως σήμα και διακριτικό τίτλο και β) ότι η αναγραφή με τον ιδιαίτερα αναφερόμενο τρόπο (καλλιτεχνική γραφή των λατινικών χαρακτήρων) της ονομασίας "..." στη δεξιά πλευρά της απεικόνισης του υπό καταχώρηση σήματος της νυν εναγομένης, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις της γραφής της και της προσθήκης της λέξης T., ελαχιστοποιεί την δυνατότητα διάκρισης μεταξύ των δύο σημάτων, ήτοι αυτό της ενάγουσας ("...") και της εναγομένης (T.
με απεικόνιση οικοσήμου σε σχήμα θυρεού - ...) λόγω της δεσπόζουσας θέσης του ονόματος επί αμφοτέρων των σημάτων, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού σχετικά με τη διάκριση των σημάτων, των προϊόντων και υπηρεσιών που αυτά διακρίνουν καθώς και την προέλευσή τους. Με την ως άνω συμπεριφορά της η εναγομένη, ήτοι την εκ μέρους της συνέχιση χρησιμοποίησης στις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες και τις εν γένει συναλλαγές της, κατά τον ως άνω τρόπο και "εν είδει σήματος" του κυρίου ονόματός της ("..."), ναι μεν δεν αποδείχθηκε ότι απέβλεπε στην εκμετάλλευση της φήμης της ενάγουσας, ή στην απόσπαση πελατών της τελευταίας προκειμένου να αυξήσει τις πωλήσεις και την αξία των δικών της έργων, πλην όμως, προσέβαλε, χωρίς σχετικό δικαίωμα, το "καλλιτεχνικό όνομα" της ενάγουσας με το οποίο η τελευταία έχει καταξιωθεί διεθνώς ως καλλιτέχνης και έγιναν γνωστά τα έργα της (διακριτικό γνώρισμα), προσβολή που, υπό τις προεκτιθέμενες περιστάσεις, είναι αφενός παράνομη, ως αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και γι' αυτό ευθύνεται (αντικειμενικά) να άρει την προσβολή και να παραλείπει αυτήν στο μέλλον, αφετέρου υπαίτια καθόσον ενήργησε ως ανωτέρω, παρόλο που γνώριζε, ιδιαίτερα μετά την έκδοση της προαναφερθείσας 6591/2007 απορριπτικής απόφασης της Δ.Ε.Σ., και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο δημιουργίας κινδύνου σύγχυσης στο κοινό ως προς την ταυτότητα των δύο καλλιτεχνών - διαδίκων και την προέλευση των έργων, αιτία για την οποία ευθύνεται να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη που υπέστη η ενάγουσα".
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, ότι η αναιρεσείουσα από το έτος 2005 χρησιμοποιεί στις συναλλαγές της και στις καταχωρήσεις της στον τύπο ως διακριτικό γνώρισμα, αυτοτελώς ή ως δεσπόζουσα διακριτική ένδειξη με τη λέξη "T." και με το προαναφερόμενο οικόσημο, το κύριο όνομά της γραμμένο με λατινικά στοιχεία "..." ή "..." με τρόπο και τύπο γραφής που ομοιάζει με τη συνώνυμη λεκτική ένδειξη "...", η οποία χρησιμοποιείται από το έτος 1993 και η οποία είχε ήδη καθιερωθεί στο καλλιτεχνικό και συναλλακτικό κοινό ως διακριτικό γνώρισμα της αναιρεσίβλητης και των έργων της στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Ότι και οι δύο διάδικοι απευθύνονται και δραστηριοποιούνται στον ίδιο καλλιτεχνικό και στον εν μέρει ίδιο οικονομικό κλάδο. Ότι, λόγω της κυριαρχικής διακριτικής δύναμης που έχει η επίμαχη ονοματική ένδειξη και της ταύτισης (ολικής ή μερικής) του καλλιτεχνικού και οικονομικού κλάδου που απευθύνονται οι διάδικοι, προκαλείται στο καταναλωτικό τους κοινό κίνδυνος σύγχυσης ως προς την ταυτότητά τους και ως προς τη διάκριση και προέλευση των έργων τους.
Και ότι η αναιρεσείουσα συνέχισε, και μετά την απόρριψη της δήλωσής της για κατάθεση ως σήματος της ονοματικής ένδειξης "..." με τις προαναφερόμενες δευτερεύουσες προσθήκες, να χρησιμοποιεί την εν λόγω ονοματική ένδειξη, αποφεύγοντας (από το 2005 και εφεξής) την προσθήκη του επιθέτου της ή άλλου ικανού διακριτικού στοιχείου και αποδεχόμενη συνειδητά το ενδεχόμενο κινδύνου σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού ως προς την ταυτότητα των δύο καλλιτεχνών διαδίκων και την προέλευση των έργων τους.
Ακολούθως, με βάση τις ουσιώδεις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως εφαρμοστέες στην ένδικη διαφορά τις διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να άρει την παράνομη προσβολή και να παραλείπει να χρησιμοποιεί στο μέλλον την επίμαχη ονοματική ένδειξη, μόνη της ή σε συνδυασμό με σύμβολο - οικόσημο, και επιδικάστηκε αναγνωριστικά στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του, με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση των σχετικών ενδίκων αξιώσεων και διατύπωσε το αποδεικτικό πόρισμά του με σαφήνεια και βεβαιότητα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών των διατάξεων.
Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι υπήρξε σύγχυση του κοινού από την προβολή μέσω του τύπου και από προσκλήσεις της αναιρεσείουσας ως ... για τα εγκαίνια έκθεσης γλυπτών αυτής σε πολυχώρο τέχνης επί της οδού ... τον Ιούνιο 2009, οπότε γνωστοί της αναιρεσίβλητης θεώρησαν ότι πρόκειται για έκθεση δικών της έργων β) ότι δεν αποδείχτηκε ότι η αναιρεσείουσα απέβλεπε στην εκμετάλλευση της φήμης και στην απόσπαση πελατείας της αναιρεσίβλητης, για να αυξήσει την αξία και τις πωλήσεις των δικών της έργων και γ) ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε υπαίτια, επειδή γνώριζε, ιδίως μετά την 6591/2007 απορριπτική απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο δημιουργίας στο κοινό κινδύνου σύγχυσης, ως προς την ταυτότητα των δύο καλλιτεχνών και την προέλευση των έργων τους, δεν συνιστούν αντίφαση αιτιολογιών, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού καμία από τις παραδοχές αυτές δεν βρίσκεται σε λογική και νομική ανακολουθία με τις λοιπές, η δε παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε και αποδέχτηκε το ενδεχόμενο κινδύνου σύγχυσης του καλλιτεχνικού και πελατειακού κοινού των διαδίκων θεμελιώνει πλήρως την απαιτούμενη από το άρθρο 59 ΑΚ μορφή υπαιτιότητας για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και δεν είναι ανακόλουθη και ασυμβίβαστη με τις άλλες δύο παραδοχές.
Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι έβδομος και όγδοος είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 6289/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ