1223/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1732/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2010 αίτησή του και τους από 16/12/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1223/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι αναίρεσης για να είναι ορισμένοι και συνεπώς παραδεκτοί πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτήν πλημμέλεια.
Full text
Απόφαση 1223 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1223/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυριακού και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1732/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2010 αίτησή του και τους από 16/12/2010 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 5/5/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 του Ν 2238/1994 κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου αν δεν προσκομισθεί το κατά την παράγραφο 1 πιστοποιητικό του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας από το οποίο να προκύπτει ότι τα μισθώματα του ακινήτου δηλώθηκαν στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταία διετία πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης.
Η διάταξη αυτή είναι φορολογικής φύσης και θεσπίσθηκε για να διασφαλισθεί το φορολογικό δικαίωμα του Δημοσίου, η δε παράβασή της δεν δημιουργεί διαδικαστικό απαράδεκτο, εξαιτίας του οποίου να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε απαράδεκτα που οδηγούν στην απόρριψη του ένδικου βοηθήματος (ΟλΑΠ 1331/1985).
Ούτε εξάλλου η παράβαση της εν λόγω διάταξης ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ που προϋποθέτει παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής φύσης διατάξεων φορολογικών νόμων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή, αφού αντικείμενο της αγωγής ήταν ότι υπάρχει ενεργή σύμβαση μίσθωσης για το ακίνητό του μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή εξαιτίας της μη προσκομιδής του προβλεπόμενου από την προαναφερόμενη διάταξη πιστοποιητικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 118 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι αναίρεσης για να είναι ορισμένοι και συνεπώς παραδεκτοί πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σε αυτήν πλημμέλεια.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια α) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, β) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του συλλογισμού και η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε και γ) το νομικό σφάλμα δηλαδή σε ποιο σημείο βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνος δικαίου.
Εξάλλου, σε περίπτωση αιτίασης για παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται παραβίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός για να είναι ορισμένος πρέπει να περιλαμβάνει α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία της παντελούς ελλείψεως αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό, καθώς και τα προταθέντα προς θεμελίωσή του περιστατικά, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αα) αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία της έλλειψης αυτής, ββ) αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και γγ) αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσείων, κατ' εκτίμηση, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, προτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε πως είχε συναφθεί με προφορική συμφωνία μίσθωση για το ακίνητό του μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να προκύπτει κάτι τέτοιο από τις αποδείξεις , χωρίς αιτιολογίες και κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, εκθέτοντας και αναπτύσσοντας τον τρόπο με τον οποίο κατά την κρίση του έπρεπε να έχει εκτιμήσει τις αποδείξεις το Εφετείο και επομένως να απορρίψει την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ότι δεν υφίσταται σύμβαση μίσθωσης μεταξύ αυτών για το ακίνητό του.
Στους ανωτέρω λόγους όμως δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι έχουν παραβιασθεί, ούτε το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα.
Επίσης δεν προσδιορίζονται οι τυχόν ελλείψεις στις αιτιολογίες και ποια περιστατικά έπρεπε επιπλέον να αναφέρονται, ή οι τυχόν αντιφάσεις στις αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, οι οποίες, όπως σημειώθηκε δεν προσδιορίζονται, οι αναπτυσσόμενες δε αιτιάσεις που διατυπώνονται υπό μορφή ερωτημάτων πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Οι ανωτέρω λόγοι, επομένως, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρει, καθώς και όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι. Με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον ανωτέρω αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος κατά τα ανωτέρω είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην απόφαση και η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση αντιφάσεων στο αιτιολογικό της, ο οποίος επίσης δεν ιδρύεται διότι προϋποθέτει ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτό του ιδίου. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί πως το μονομελές πρωτοδικείο, εφόσον το αίτημα της αγωγής ήταν να αναγνωριστεί ότι υφίσταται σύμβαση μίσθωσης μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου για το ακίνητό του, δεν ήταν αρμόδιο καθύλην να δικάσει την υπόθεση και κατόπιν τούτου να παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση στο πολυμελές πρωτοδικείο. Σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται παραπάνω ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
V. Κατά τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης για απόδειξη.
Τέτοια όμως απόφαση δεν εκδίδεται κατά τη διαδικασία εκδίκασης των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 649 παρ. 1α και 654 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Οι αιτιάσεις, επομένως, που προτείνονται με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης από την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 661 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
VI. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως *πράγματα* θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι " η αιτία από την οποία ανέκυψε η ένδικη διαφορά, συνίσταται στο γεγονός ότι, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης .....
ο ενάγων βρισκόταν πάντοτε σε νομική αδυναμία να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του έναντι του εναγομένου ...." παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί από κάποιο διάδικο. Ο λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν πρόκειται για αυτοτελή ισχυρισμό αλλά για επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για την αιτιολογία της κρίσης του.
VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2010 αίτηση του Ι. Π., και τους πρόσθετους επ' αυτής λόγους για αναίρεση της 1732/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 8 Ιουλίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ