Supreme Court dismisses appeal discussion due to procedural defects in service of process and absence of appellants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal discussion inadmissible because the appellants failed to appear or be represented by a lawyer during the hearing. While the appellees argued that service of process was valid, the court found no proof that the summons reached the two foreign appellants residing in the US or that the third appellant's lawyer had proper authority to sign the appeal. Consequently, the court ruled that the discussion must be declared inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 134(1)(a), 136(1), 568(1), 568(2), 573(1), 576(1), 576(2), 576(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether a discussion is properly convened if a party is absent; if the opposing party convenes the discussion, the court verifies whether the absent party was legally summoned and notified in advance, otherwise the discussion is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1223 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1223/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. ..., 2. ....και 3. Ψ1, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Καλαμπόκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/1998 μη οριστική, 82/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-11-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-3-2006 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη -Αντιπροέδρου Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 134 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση. Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον νόμο 1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των Χωρών, που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η .οποία, σύμφωνα με την από 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ρυθμίστηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.
Κατά την παρ.1 του άρθρου 15 της Συμβάσεως αυτής, την οποία έχουν επικυρώσει και οι Η.Π.Α, αν μία πράξη δίκης ή ισοδύναμη πράξη χρειαστεί να διαβιβαστεί για τον σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις διατάξεις της σύμβασης και ο εναγόμενος δεν προσέλθει, ο δικαστής υποχρεούται να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως για όσο χρόνο δεν διαπιστώνεται:
α) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με τον τύπο τον προδιαγραφόμενο από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση για την επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων που συντάχθηκαν σ* αυτό το κράτος και που προορίζονται για άτομο που βρίσκονται στο έδαφός του και β) είτε ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του σύμφωνα με άλλη διαδικασία που προβλέπεται στη σύμβαση αυτή και ότι σε καθεμία απ' αυτές τις περιπτώσεις είτε η επίδοση είτε η κοινοποίηση ή η παράδοση έγιναν έγκαιρα ώστε να μπορέσει ο εναγόμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ 1, 96 παρ, 1.97 παρ. 1 και 104 Κ,Πολ.Δ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτηση της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με έγγραφο της αρχής, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των πιο πάνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως ο πληρεξούσιος του, που υπέγραψε την κλήση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, ο Αρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο.
Εάν δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (ΟλΑΠ 2/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους (άρθρ. 573 παρ. 1 και 242 Κ.Πολ.Δ).
Οι αναιρεσίβλητοι οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, επικαλούνται και προσκομίζουν την ... επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Πειραιά ...., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 9-8-2006 κλήσης του με κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-2-2007 και μετ' αναβολή για την 19-3-2008 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής (14-1-2009), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην τρίτη αναιρεσείουσα Ψ1.
Περαιτέρω, από τις εκθέσεις επιδόσεως ... και ... του Δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείο Πειραιά ...., τις οποίες προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω από από 9-6-2006 κλήσης επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τις δύο πρώτες αναιρεσείουσες, οι οποίες φέρονται ότι κατοικούν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σε γνωστή διεύθυνση, χωρίς όμως να προκύπτει αν η κλήση αυτή επιδόθηκε περαιτέρω, πράγματι στις δύο προαναφερόμενες αναιρεσείουσες, διότι η υπάρχουσα στη δικογραφία απάντηση της αρμόδιας αλλοδαπής Αρχής, που αφορά την επίδοση αυτών και αναφέρεται στα υπ' αριθ. 68947 και 68950/2007 σχετικά έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ελλάδος προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, δεν προσκομίζονται σε νόμιμη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα.
Τέλος, από την .../9-11-2006 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή, προκύπτει ότι η ανωτέρω κλήση (από 9-6-2006) επιδόθηκε και στο δικηγόρο Γρηγόριο Ν. Παππά, ο οποίος συνυπογράφει την αναίρεση, πλην όμως, δεν προσκομίζεται πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός είχε πληρεξουσιότητα για την υπογραφή του ενδίκου αυτού μέσου.
Ενόψει τούτων και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16 Νοεμβρίου 2004 αίτησης των ... κλπ, για αναίρεση της 184/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20-5-2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ