Legislator Case Law & Legislation
1223/2007 AI generated

1223/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1223/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5604/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2171/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 2 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1223/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και αποτελείται από σαλοτραπεζαρία, τρείς κρεββατοκάμαρες, κουζίνα, λουτρό και λοιπούς χώρους, καθώς επίσης και από δύο μπαλκόνια. Ότι, το διαμέρισμα αυτό, κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, βρισκόταν στο στάδιο του σκελετού από σκυρόδεμα (στάδιο μπετόν).Ότι, είχε ανεγερθεί πάνω από ισόγεια οικοδομή που είχε ήδη ανεγείρει ο πατέρας της εναγομένης, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, με δική του επιμέλεια και δικές του δαπάνες.

Keywords

AI generated
family allowance contribution splitting of pensions for spouses reduction of maintenance contribution parents' pension enforcement of child support pay-as-you-go system
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1223 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1223/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαστεργίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5604/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2171/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 2 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

Α.Π. 30/1997, Ολομ. Α.Π. 28/1997).Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της εκ του άρθρου 1400 Α.Κ. αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ο πρώτος, επικαλούμενος ότι συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της δεύτερης, συζύγου του, ο με την οποία γάμος του λύθηκε αμετάκλητα, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία και του καταβάλει το αναφερόμενο ποσό, που αποτελεί την σε χρήμα αξία της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, δέχθηκε ανελέγκτως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τα ακόλουθα:

Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο στην Πετρούπολη Αττικής στις 25-5-1991, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Ότι, ο γάμος αυτός λύθηκε αμετάκλητα στις 28-1-1997, με την 342/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι, κατά την τέλεση του γάμου τους (25-5-1991) η εναγομένη ήταν αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που βρίσκεται σε διώροφη οικοδομή, επί της οδού Θράκης 10 στην Πετρούπολη Αττικής, συνολικής επιφανείας 122, 18 τ.μ.

και αποτελείται από σαλοτραπεζαρία, τρείς κρεββατοκάμαρες, κουζίνα, λουτρό και λοιπούς χώρους, καθώς επίσης και από δύο μπαλκόνια. Ότι, το διαμέρισμα αυτό, κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, βρισκόταν στο στάδιο του σκελετού από σκυρόδεμα (στάδιο μπετόν).Ότι, είχε ανεγερθεί πάνω από ισόγεια οικοδομή που είχε ήδη ανεγείρει ο πατέρας της εναγομένης, επί οικοπέδου ιδιοκτησίας του, με δική του επιμέλεια και δικές του δαπάνες.

Ότι, το διαμέρισμα αυτό περιήλθε στην εναγομένη κατά πλήρη κυριότητα από τον πατέρας της με το.... συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Περιστερίου Μαριέττας Παπαμακαρίου-Φίλιππα. Ότι, το εν λόγω διαμέρισμα, ευρισκόμενο, όπως προαναφέρθηκε, στο στάδιο του μπετόν κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, αποπερατώθηκε σταδιακά με δαπάνες των ιδίων και των γονέων τους το Μάιο του έτους 1993.

Ότι, για την αποπεράτωση του διαμερίσματος αυτού εκτελέσθηκαν οι λεπτομερώς αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση εργασίες και δαπανήθηκαν (για αγορές των σχετικών υλικών και την τοποθέτησή τους) τα αναλυτικώς αναφερόμενα σ αυτή (προσβαλλομένη) ποσά. Ότι, επομένως, η συνολική δαπάνη αποπεράτωσης του διαμερίσματος αυτού ανήλθε στο ποσό των 4.019.885 δραχμών, από το οποίο ο ενάγων, είτε ο ίδιος προσωπικά είτε δια χειρός του πατέρα του, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.671.350 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 66% της άνω δαπάνης και υπερβαίνει το όριο της δικής του υποχρεώσεως συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες, ενώ η εναγομένη, είτε η ίδια προσωπικά είτε δια χειρός του πατέρα της, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.348.535 δραχμών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 34% της δαπάνης (αποπεράτωσης του διαμερίσματος).Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και με αυτές το δικαστήριο τούτο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 και 1400 του Α.Κ.

Ειδικώτερα, για την επάρκεια της αιτιολογίας του Εφετείου δεν απαιτείτο να αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό στο οποίο ανέρχονταν οι οικογενειακές ανάγκες και από αυτό, ποιο ποσό ήταν, κατ άρθρο 1389 Α.Κ., υποχρεωμένος να συνεισφέρει ο ενάγων για την κάλυψη των αναγκών αυτών, ούσης επαρκούς της αιτιολογίας του Εφετείου ότι το άνω ποσό (των 2.671.350 δραχμών) που δαπάνησε (κατέβαλε) ο ενάγων για την αποπεράτωση του άνω διαμερίσματος υπερβαίνει το όριο της δικής του υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και επομένως αποτελεί τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της υποχρέου συζύγου (εναγομένης-αναιρεσείουσας).Περαιτέρω, ναι μεν αναφέρεται αρχικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το διαμέρισμα αποπερατώθηκε με δαπάνες των διαδίκων και των γονέων τους, πλην, όμως, διευκρινίζεται τελικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, από το άνω δαπανηθέν για την αποπεράτωση του διαμερίσματος συνολικό ποσό, ο ενάγων (είτε ο ίδιος προσωπικά είτε δια χειρός του πατέρα του) κατέβαλε το ποσό των 2.671.350 δραχμών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 66% της δαπάνης αυτής.

Επομένως, δεν υφίσταται στο σημείο αυτό αντίφαση στις αιτιολογίες του Εφετείου. Κατά ταύτα, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1389 και 1400 του Α.Κ., είναι αβάσιμοι.

Εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα και τα χρήματα που κατέβαλε ο ενάγων για την αποπεράτωση του διαμερίσματος "δια χειρός του πατέρα του" είναι χρήματα δικά του και καταβλήθηκαν από αυτόν, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό μη περιεχόμενο στην αγωγή και μη προταθέντα με αυτή, ο οποίος άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.

και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο, με την επιδίκαση του ποσού που αποτελεί την σε χρήμα αξία της συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, δεν παραβίασε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ., σε συνδυασμό με την εισαχθείσα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αντίθετος δέκατος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε περαιτέρω ότι δεν αποδείχθηκε η εργασιακή απασχόληση της εναγομένης στην CAVA ποτών που διατηρούσε ο ενάγων από 1-5-1989 μέχρι 15-5-1991, αφού η ίδια δεν προσκομίζει για επίρρωση του ισχυρισμού της κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο για την απασχόλησή της και συνεπώς η προβληθείσα από αυτήν (εναγομένη) ένσταση συμψηφισμού, με την αγωγική απαίτηση, της ανταπαίτησής της σε βάρος του ενάγοντος, ύψους 2.626.302 δραχμών, προερχόμενης από μισθούς εργασίας της στο άνω κατάστημα (CAVA) του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου, με τις οποίες αυτό απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από την εναγομένη ως άνω ένσταση συμψηφισμού, είναι επαρκείς και με αυτές το δικαστήριο αυτό δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 440 επ.του Α.Κ. και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Το Εφετείο, όπως από της προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε επίσης ότι η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δια της αγωγής ασκηθέντος δικαιώματος του ενάγοντος, για το λόγο ότι την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, άσκησε αυτός (ενάγων) γιατί της χρωστούσε τα ανωτέρω χρήματα και γιατί αυτή ζήτησε πρώτη διαζύγιο, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι τα άνω περιστατικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. και δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του (δια της αγωγής ασκηθέντος) δικαιώματος του ενάγοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 281 του Α.Κ., δεν το παραβίασε και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 Α.Κ. "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή".Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Eιδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή της ακυρώσεως του γάμου ή της συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την περαιτέρω, όμως αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της εγέρσεως της αγωγής.

Τέλος, η συμβολή του δικαιούχου συζύγου μπορεί να πραγματοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και με την επί πλέον συνεισφορά αυτού στις οικογενειακές ανάγκες, ήτοι στο μέτρο που θα αποδειχθεί ότι η συνεισφορά του αυτή υπερβαίνει το κατά το άρθρο 1389 Α.Κ. όριο υποχρέωσής του. Στην προκείμενη περίπτωση, στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ο ενάγων εκθέτει ότι με την εναγομένη τέλεσε νόμιμο γάμο στην Πετρούπολη Αττικής στις 25-5-1991, ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα στις 28-1-1997.

Ότι, η εναγομένη σύζυγός του είχε κατά την τέλεση του γάμου τους την κυριότητα του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου μιας διώροφης οικοδομής κείμενης στην Πετρούπολη Αττικής, περιγραφόμενου στην αγωγή και ευρισκόμενου κατά το χρόνο αυτό στο στάδιο του εκ σκυροδέματος σκελετού και ότι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων η περιουσία της εναγομένης αποτελείτο από το παραπάνω διαμέρισμα πλήρως αποπερατωμένο.

Ότι, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων η εμπορική αξία του διαμερίσματος αυτού (αποπερατωμένου) ανερχόταν στα 30.000.000 δραχμές, ενώ, αν παρέμενε στο στάδιο του σκελετού εκ σκυροδέματος, στο οποίο βρισκόταν κατά την τέλεση του γάμου, η εμπορική του αξία κατά τον ίδιο χρόνο (της αμετάκλητης λύσης του γάμου) θα ανερχόταν σε 12.000.000 δραχμές.

Ότι, συνεπώς, από το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων μέχρι την αμετάκλητη λύση του η περιουσία της εναγομένης συζύγου του αυξήθηκε κατά το ποσό των 18.000.00 δραχμών (30.000.000-12.000.000= 18.000.000 δραχμές). Ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας της εναγομένης συνέβαλε και ο ίδιος κατά ποσοστό 90% με την πληρωμή από δικά του αποκλειστικά χρήματα (προερχόμενα από την εργασία του, μισθώματα και προσωπική εργασία), ύψους, πέραν αυτών που διέθεσε για τη διαβίωσή τους, 11.568.000 δραχμών, το οποίο (ποσοστό) αντιστοιχεί κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους στο ποσό των 16.200.000 δραχμών, που αποτελεί τη συμβολή του και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Με βάση αυτά τα περιστατικά ζητεί με την αγωγή ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη και του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 16.200.000 δραχμών, που αποτελεί την σε χρήμα αξία της ως άνω εξ 90% συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, που προήλθε από την αποπεράτωση του άνω διαμερίσματος, άλλως να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 5.400.000 δραχμών, ήτοι το κατά το άρθρο 1400 Α.Κ.

τεκμαιρόμενο ποσοστό (1/3) συμβολής του στην αύξηση αυτή. Εφόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων εκθέτει σ αυτή ότι τέλεσε με την εναγομένη νόμιμο γάμο στις 25-5-1991, ότι ο γάμος αυτός λύθηκε αμετάκλητα στις 28-1-1997, ότι η εναγομένη είχε κατά την τέλεση του γάμου τους ένα ημιτελές διαμέρισμα, την τελική αξία αυτού ως ημιτελούς κατά το χρόνο λύσεως του γάμου και της εγέρσεως της αγωγής και την τελική αξία αυτού ως αποπερατωμένου κατά τον ίδιο χρόνο, βάσει της οποίας, εφόσον πρόκειται για συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, υπολογίζεται η συμβολή του ενάγοντος και επίσης αναφέρεται η αύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τη διάρκεια του γάμου και η συμβολή του ενάγοντος σ αυτή, κατά το μέγεθος και την αξία της, με εισοδήματα από την εργασία του, μισθώματα και προσωπική εργασία, και δη κατά ποσό πέραν αυτού που διέθεσε για τις ανάγκες της οικογένειάς του, όσον αφορά την κύρια αξίωσή του για συμβολή του μεγαλύτερη του ποσοστού του τεκμηρίου, η αγωγή περιέχει τα κατ άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ.

αναγκαία στοιχεία και είναι ορισμένη. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείτο να αναφέρονται σ αυτή ποια ποσά (και από ποιόν) καταβλήθηκαν για τις αναφερόμενες από την αναιρεσείουσα επί πλέον εργασίες (αποπερατώσεως του διαμερίσματος), ως και δεν απαιτείτο να αναφέρονται στην αγωγή οι προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα περαιτέρω λεπτομέρειες για τις αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες αποπερατώσεως του διαμερίσματος.

Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής αρκούσε η αναφορά σ αυτή των εισοδημάτων του ενάγοντος και της πηγής προέλευσης εκάστου τούτων, μη απαιτουμένης της αναφοράς των επί πλέον για τα εισοδήματα αυτά λεπτομερειών που προβάλλει η αναιρεσείουσα. Η από την αναιρεσείουσα επικαλούμενη κατά τη διάρκεια του γάμου απόκτηση αυτοκινήτου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, βάση ένστασης της εναγομένης.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως αυτής απαραδέκτου λόγω αοριστίας και οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ. 340) με τις λοιπές αποδείξεις το ..... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αποστολοπούλου και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος όγδοος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο-αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθεισών από τον αναιρεσίβλητο αποδείξεων εισπράξεως μισθωμάτων και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο ενάγων εισέπραττε μισθώματα από δύο διαμερίσματά του, συνεκτίμησε τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τις επικληθείσες και προσκομισθείσες αποδείξεις εισπράξεως μισθωμάτων, χωρίς να εξαίρει τα έγγραφα αυτά, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος της εισπράξεως των άνω μισθωμάτων.

Επομένως, μη ιδρυομένου στην περίπτωση αυτή, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, ο ένατος αυτός λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. Μετά την απόρριψη της αιτήσεως, η με τις προτάσεις παραδεκτά υποβαλλόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση δεν πρέπει να εξετασθεί, αφού η εξέτασή της προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία έχει εκτελεσθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2006 αίτηση της .... για αναίρεση της 2171/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ