Legislator Case Law & Legislation
1222/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on procedural grounds regarding missed deadlines and lack of Legal Council opinion.

Case Number 1222/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's request to overturn a lower court's decision due to procedural violations. The State argued that force majeure prevented them from obtaining a timely opinion from the Legal Council of the State, which is required for appeals by public entities. The court rejected this claim, ruling that the Legal Council's opinion was not a prerequisite for the appeal itself and that the State failed to demonstrate valid force majeure preventing the submission of the opinion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12 of Law 2298/1995; Article 152 of the Code of Civil Procedure: An appeal by a public entity requires a positive opinion from the Legal Council of the State, but the absence of such opinion or the failure to obtain it within the deadline does not constitute a valid ground for appeal if the entity could not have reasonably secured it, and force majeure must be strictly proven to suspend procedural deadlines.

Keywords

AI generated
appeal by public entity Legal Council opinion requirement force majeure procedural missed procedural deadline inadmissible appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of Law 2298/1995
Article 28 paragraph 3 of Law 2579/1998
Article 42 of Law 2721/1999
Article 13 paragraph 9 of Law 3790/2009
Article 21 of Law 3790/2009
Article 152 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1beta of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1222 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1222/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 12η Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέα Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ρ. Γ. του Μ., 3) Α. Χ. του Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αυγουστή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη ανέγνωσε την από 26-4-2021 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντιστοίχως, με την παράγραφο 3 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 και το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυαν κατά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (23.6.2009), αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, απευθυνόμενη, πλην άλλων και προς τον Άρειο Πάγο, διαβιβάζεται σε αυτόν, μόνον εάν συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς ένα τουλάχιστον λόγο αναιρέσεως, η υπόθεση δε εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν πρόσθετους για τους οποίους υπάρχει θετική γνώμη του αρμοδίου τμήματος του Ν.Σ.Κ.

Μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, δημοσιεύθηκε ο ν. 3790/7-8-2009, στο άρθρο 13 παρ. 9 του οποίου ορίσθηκε ότι: "Το άρθρο 12 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999... καταργούνται", ενώ στη διάταξη του άρθρου 21 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επί μέρους διατάξεις του...".

Όπως προκύπτει από την διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 3790/2009, με την διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 αυτού καταργείται, εφ' όσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, από την δημοσίευσή του, δηλαδή από 7.8.2009, η μέχρι τότε προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία εκδόσεως γνωμοδοτήσεως από τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ.

περί του παραδεκτού και βασίμου των ασκουμένων από το Δημόσιο αιτήσεων αναιρέσεως, διότι, όπως εκτίθεται στη συνοδεύουσα το νόμο αυτό εισηγητική έκθεση "όχι μόνον δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ελάφρυνσης των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αλλά αντιθέτως επιβάρυνε υπέρμετρα το έργο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους...".

Επομένως, η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου, δεν καταλαμβάνει την υπό κρίση αίτηση, η οποία ήταν ήδη εκκρεμής κατά την δημοσίευσή του (Α.Π. 875/2020, ΑΠ 32/2017, Α.Π. 1688/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 391/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 77/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη).

Η αίτηση αυτή, η οποία κατατέθηκε στις 23.6.2009, συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα (εντός τριμήνου από την άσκησή της, άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 ν. 2721/1999 και άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου) υπ' αριθμ. 1572/25.11.2009 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς τον μοναδικό λόγο αυτής, ασκήθηκε δε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από τα άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου και λήγουν στις επτά το βράδυ της τελευταίας (δηλαδή εν προκειμένω της τριακοστής) ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης, της αναψηλάφησης και της αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση ή στη γραμματεία του πρωτοδικείου της μεταβατικής έδρας, αν προσβάλλεται απόφαση εφετείου που συνεδρίασε σε μεταβατική έδρα.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της άσκησης της έφεσης που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη.

Μάλιστα το εκπρόθεσμο της έφεσης αφορά τη δημόσια τάξη και κατά συνέπεια δεν είναι αναγκαία η προβολή ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αντιδίκου του εκκαλούντος, προκειμένου αυτό να χωρήσει στην σχετική έρευνα περί του εμπροθέσμου αυτής, ούτε τούτο απαιτείται να έχει λάβει χώρα για το παραδεκτό της προβολής του σχετικού λόγου αναίρεσης, κατ` εφαρμογή του άρθρου 562 παρ.2 περ.

γ του ΚΠολΔ (ΑΠ 532/2020, 1374/2017). Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ. ΚΠολΔ). Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης.

Η επαναφορά πρέπει να ζητηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ηµερών από την ηµέρα της άρσης του κωλύµατος που συνιστά την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου. Η αίτηση επαναφοράς γίνεται µε το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων ή µε τις προτάσεις ή µε ιδιαίτερο δικόγραφο και απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είναι αρµόδιο για την έφεση, όχι όμως και με προσθήκη των προτάσεων, που έγινε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, γιατί στο στάδιο αυτό δεν επιτρέπεται η επίκληση νέων ισχυρισμών παρά μόνο για αντίκρουση ήδη προταθέντων και συνεπώς πολύ περισσότερο επιβάλλεται αποκλεισμός νέων αιτήσεων (ΑΠ 254/1988).

Η αίτηση επαναφοράς πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η έφεση δεν ασκήθηκε εµπρόθεσµα, καθώς και τα αποδεικτικά µέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους. Η συζήτησή της γίνεται μαζί με την συζήτηση περί του παραδεκτού της έφεσης. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, κρίνεται παραδεκτή η έφεση, διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 824/2018, ΑΠ 2021/2017).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων περιοριστικώς εκεί αναφερομένων περιπτώσεων, και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή, αφού δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσαγόμενες νόμιμα με επίκληση υπ' αριθμ. 980Β/5-9-03 και 11874/8-9-03 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του πρωτοδικείου Ξάνθης Α.

Α. και του πρωτοδικείου Αθηνών Β. Π., αντίστοιχα, αντίγραφο της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 77/03 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, επιδόθηκε νόμιμα στις 5-9-2004 στον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ξάνθης (Θερμοπυλών 1) και στις 8-9-04 στον υπουργό Οικονομικών, νόμιμο εκπρόσωπο του ελληνικού δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα.

Αν ληφθεί υπόψη, ότι κατά τον χρόνο εκείνο υπήρχαν δικαστικές διακοπές (από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κατ' άρθρ. 11 Ν. 1756/88) που αποτελούν λόγο αναστολής των προθεσμιών και ειδικότερα σε βάρος του δημοσίου κατ' άρθρ. 11 Κ.Πολ.Δ. 26.6/10-7-44, ρύθμιση που διατηρήθηκε και μετά την ισχύ του Κ.Πολ.Δ......σε κάθε περίπτωση η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά της εκκαλουμένης απόφασης άρχισε στις 16-9-03 και συμπληρώθηκε στις 15-10-2003 ημέρα Παρασκευή και ώρα 19:00 (άρθρο 144 Κ.Πολ.Δ.).

Από το προσκομιζόμενο δικόγραφο της ένδικης εφέσεως, προκύπτει ότι αυτή κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Ξάνθης στις 4-11-2003 (βλ. αριθμ. κατάθ. υπ' αριθμ. 126/4-11-03), δηλαδή μετά την κατά τα παραπάνω πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την κοινοποίηση της εκκαλούμενης απόφασης στις 15-10-03. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, απαντώντας στην παραπάνω ένσταση απαραδέκτου της εφέσεως, που υπέβαλαν οι εφεσίβλητοι (αν και το θέμα αυτό εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο), ισχυρίζεται ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπροθέσμως την ένδικη έφεση, αλλά ούτε και την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, λόγω ανώτερης βίας και συγκεκριμένα λόγω συγκεκριμένου κωλύματος που συνέτρεχε στο πρόσωπο της πληρεξούσιας δικηγόρου του στην Ξάνθη, Ελένης Χατζηλιάδου, που είχε αναλάβει, και την εντολή προς άσκηση της έφεσης.

Ειδικότερα, στις 22-9-2003, ο σύζυγος της τελευταίας, εισήχθη κατεπειγόντως με σοβαρό πρόβλημα υγείας στο νοσοκομείο Ξάνθης, την ίδια δε ημέρα διακομίσθηκε στο νοσοκομείο "Γεννηματάς" της Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεινε εκεί σε κώμα μέχρι τις 15-10-2003, οπότε και απεβίωσε σε ηλικία 32 ετών. Ότι η παραπάνω πληρεξούσια δικηγόρος του ήταν στο πλευρό του συζύγου της μέχρι και την ημέρα του θανάτου του.

Οι υποθέσεις της στο γραφείο ήταν αδύνατο να ελεγχθούν από αυτήν, καθώς και οι προθεσμίες που έτρεχαν κατά τον μήνα εκείνο. Καθώς επίσης ήταν αδύνατο να επικοινωνήσει με κάποιον συνάδελφο της, διότι βρίσκονταν νυχθημερόν στο νοσοκομείο. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το κώλυμα δεν ήταν λίγων μόνο ημερών, αλλά διήρκεσε ένα περίπου μήνα.

Και πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και όχι για ιδιώτη δικηγόρο. Δεν είναι δυνατόν οι υποθέσεις του δημοσίου να λιμνάζουν επί ένα μήνα, λόγω κωλύματος της δικηγόρου του, χωρίς να επιληφθεί κάποιος άλλος δικηγόρος, με πρωτοβουλία είτε της δικηγόρου, είτε του ίδιου του δημοσίου. Εξάλλου, αφού η ένδικη έφεση κατατέθηκε στις 4-11-2003, ενώ μετά την άρση του κωλύματος της ανώτερης βίας, που στην προκειμένη περίπτωση, ήταν η επομένη ημέρα του θανάτου της συζύγου του δικηγόρου, δηλαδή η 26-10-2003, υπήρχε προθεσμία ενός μηνός, που η τελευταία μπορούσε παράλληλα με την έφεση την οποία μπόρεσε ν' ασκήσει μέσα στην προθεσμία αυτή, ν' ασκήσει και την προαναφερθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων λόγω ανώτερης βίας στην προτέρα κατάσταση και δεν μπορεί να επικαλείται και γι' αυτήν λόγους ανώτερης βίας, την στιγμή που τον ίδιο χρόνο άσκησε την ένδικη έφεση.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, το δικαστήριο δεν δέχεται ότι υπήρχε ανώτερη βία, με την έννοια ότι, όση προσπάθεια και να κατέβαλε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, ήταν αδύνατο να ασκήσει εμπρόθεσμα την ένδικη έφεση ή και την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Επομένως, αφού η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας".

Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρθ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος ως ασκηθείσα εκπρόθεσμα, διότι στο πρόσωπο της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελληνικού Δημοσίου, στην Ξάνθη, Ελένης Χατζηλιάδου, που είχε αναλάβει και την εντολή προς άσκηση της έφεσης, συνέτρεχε περίπτωση σοβαρού κωλύματος, συνεπεία του οποίου δεν ήταν δυνατή η εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης.

Ειδικότερα δε ότι στις 29-9-2003 ο σύζυγος της ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου του εισήχθη κατεπειγόντως με σοβαρό πρόβλημα υγείας στο νοσοκομείο της Ξάνθης και την ίδια ημέρα διακομίσθηκε στο νοσοκομείο Γεννηματάς στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμεινε εκεί σε κώμα μέχρι τις 25-10-2003, οπότε και απεβίωσε σε ηλικία 32 ετών, με αποτέλεσμα, οι υποθέσεις στο γραφείο της να ήταν αδύνατο να ελεγχθούν, καθώς επίσης και οι προθεσμίες που "έτρεχαν" το μήνα εκείνο, ενώ ήταν αδύνατο να επικοινωνήσει με κάποια υπηρεσία του αναιρεσείοντος, αφού βρισκόταν σε άκρως δεινή κατάσταση και στο νοσοκομείο νυχθημερόν.

Επομένως, και λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω δικηγόρος ήταν η μοναδική δικαστική πληρεξουσία του αναιρεσείοντος στην πόλη της Ξάνθης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν κατέστη δυνατό να ενημερωθεί εντός των νομίμων προθεσμιών η αρμοδία κεντρική υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και να αναθέσει σε άλλον δικηγόρο του Πρωτοδικείου Ξάνθης ή σε μέλος του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους την ένδικη υπόθεση, προκειμένου να ασκηθούν εμπροθέσμως είτε το ένδικο μέσο της εφέσεως κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως είτε το ένδικο βοήθημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 1 και 532 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις παραδοχές του που προαναφέρθηκαν, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, ενώ, ως εκ περισσού αναφέρθηκε στην ανωτέρα βία, τα περιστατικά της οποίας αναφέρονται και στον λόγο αναίρεσης, που, κατά τους ισχυρισμούς του, το εμπόδισαν να ασκήσει εμπρόθεσμα είτε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης είτε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Τούτο δε διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελούσε αίτηση από το άρθρο 152 ΚΠολΔ και επιπλέον προβλήθηκε απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να προσδοθεί στην κατά τα ως άνω εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση αυτού η έννομη συνέπεια που θα είχε αυτή αν ήταν εμπρόθεσμη.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι εφόσον δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, ήτοι για παράβαση από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του άρθρου 152 ΚΠολΔ, ήτοι κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της ανωτέρας βίας και είναι απαράδεκτη η σχετική αιτίαση που προβάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το αναιρεσείον με τον λόγο της αναίρεσής του.

Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-6-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 391/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ