Legislator Case Law & Legislation
1222/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for new evidence and procedural violations.

Case Number 1222/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Athens, ruling the request inadmissible. The appellant bank argued that the lower court improperly excluded tape recordings and violated constitutional rights by failing to provide sufficient reasoning. The court rejected these claims, stating that the appeal raised new procedural issues that should have been presented to the lower court and that the alleged violation was merely a failure to explain the exclusion of evidence, not a substantive legal error.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2, Art. 443 no. 3, Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds concern new evidence or procedural violations that could not be raised before the court of first instance, unless they involve public order or stem directly from the judgment itself.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal new evidence exclusion procedural violation insufficient reasoning Code of Civil Procedure constitutional rights tangible evidence

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 443 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 2 para. 1 of the Constitution
Art. 9 para. 1 letter b of the Constitution
Art. 8 of the ECHR

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1222 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1222/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΩΝ - ΧΥΜΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο "ΛΟΥΞ Μ. Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στο Κεφαλόβρυσο Σαραβάλιου Πάτρας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Απαλαγάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 20/4/2005 (2) αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 20/4/2005 αγωγή και από 12/1/2008 ανταγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6376/2013 μη οριστική και 438/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4655/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/2/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000). Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο, με αυτή, απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013, , ΑΠ 621/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, από την αναιρεσείουσα, κυρίως, η από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, το Εφετείο: α) με το να μη λάβει υπόψη του τον ισχυρισμό της, ότι η αντίδικός της καταχρηστικά επικαλείται την αυτοτέλειά της, ως νομικού προσώπου, αφού "εν τοις πράγμασι" αυτή αποτελεί οιονεί μονοπρόσωπη εταιρεία, έκρινε άκυρες τις επίδικες ενεχυράσεις, με αποτέλεσμα να δεχθεί τις ένδικες αγωγές της (αντιδίκου της) και να αναγνωρίσει ότι αυτή (αναιρεσείουσα) της οφείλει τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση χρηματικά ποσά, με τα οποία είχε (η αναιρεσείουσα) καλύψει, χρεώνοντας τους σχετικούς λογαριασμούς της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, ισόποσες απαιτήσεις της, κατά των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη φυσικών και νομικών προσώπων και ειδικότερα του προέδρου και των μελών του ΔΣ της τελευταίας, καθώς και της εκεί αναφερομένης εξωχώριας - Κυπριακής - εταιρείας, για τις οποίες (απαιτήσεις) είχαν συναφθεί, υπέρ των εν λόγω προσώπων, οι επίμαχες συμβάσεις ενεχύρασης, επί των ανωτέρω λογαριασμών της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας.

Και, β) επικουρικώς οι αιτιάσεις από τους αριθμ. 14, άλλως 1, άλλως 19 ΚΠολΔ, γιατί: "...υπό την εκδοχή ότι ο αναφερόμενος ισχυρισμός μας ελήφθη υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, και απορρίφθηκε σιωπηρά ως (α) απαράδεκτος, (β) άλλως ως μη νόμιμος, (γ) άλλως ως ουσία αβάσιμος, η προσβαλλόμενη απόφαση, αντίστοιχα: (α) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού ο ισχυρισμός μας προβλήθηκε κατά πάντα παραδεκτά και νόμιμα, όπως εκτέθηκε αναλυτικά προηγουμένως υπό 1.01, (β) άλλως παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ με το να μην την εφαρμόσει καίτοι εφαρμοστέα, ζητώντας περισσότερα και διαφορετικά στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της, και (γ) δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες σε ζήτημα, το οποίο, σύμφωνα και πάλι με όσα εκτέθηκαν προηγουμένως υπό 1.01, ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη, και έτσι παραβίασε και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ, και για τους λόγους αυτούς κατέστη αναιρετέα σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρ. 559 αριθμ. 14, άλλως 1, άλλως 19 ΚΠολΔ...".

Και ο λόγος αυτός, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αναιρεσείουσα ουδόλως προέβαλε νομίμως, με τις προτάσεις της, τέτοιον ισχυρισμό στα δικαστήρια της ουσίας, ως εναγομένη και εφεσίβλητη, επί των ενδίκων αγωγών και της έφεσης, αντίστοιχα, της αντιδίκου της (ΑΠ 4/2020).

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). 'Ετσι, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση τον δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως δεν στοιχειοθετούνται όταν αφορούν παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων (ΑΠ 652/88).

Περαιτέρω, εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης, με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε, οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1057/09).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 806, 822 και 830 ΑΚ, που συντελέσθηκε με την απόρριψη, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως αναπόδεικτου του προς αντίκρουση των εναντίον της αγωγικών ισχυρισμών της αντιδίκου της, νομίμως προταθέντος ισχυρισμού της: "...ότι οι δύο χρεώσεις (Ευρώ 2.076.788,17 και Ευρώ 468.131,52) του πρώτου υπ' αριθμ.

…-…-… λογαριασμού της αντιδίκου έγιναν νόμιμα, δυνάμει σχετικής εντολής που μας έδωσε ο Ι. Μ., υπό την ιδιότητά του ως οργανικός εκπρόσωπος της εταιρείας στο πλαίσιο ευρύτερης συμφωνίας ρύθμισης...". Ειδικότερα δε, η αναιρεσείουσα, κατ' ακριβή απόδοση της σχετικής αναιρετικής της αιτίασης, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για: "...ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με την ύπαρξη ή μη τέτοιας εντολής - συμφωνίας, ζήτημα που ασκεί ως άνω ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Τούτο διότι ενώ δέχεται ότι κατά τους ισχυρισμούς μας είχε προκύψει στις 30. 12. 2003 ζημία σε βάρος της Τράπεζας ποσού Ευρώ 2.806.363,17 από τις πράξεις επί συναλλάγματος, και στις 9. 1. 2004 ζημία ποσού Ευρώ 468.131,52 από την ίδια αιτία, ωστόσο δεν προσδιορίζει με ποιόν τρόπο θα καταβαλλόταν το ποσό των ζημιών αυτό, ώστε ακολούθως τα μέρη να προβούν στην παραπάνω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα διευθέτηση μέσω της εταιρείας FORSYTH HOLDINGS LTD...".

Ο λόγος αυτός, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι: α) Με τις προβαλλόμενες αιτιάσεις του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμελή αιτιολόγηση της απόρριψης αρνητικού ισχυρισμού, τον οποίον προέβαλε η αναιρεσείουσα προς αντίκρουση των εναντίον της ενδίκων αγωγών της αντιδίκου της, ο οποίος (ισχυρισμός), όμως, δεν αποτελεί "ζήτημα", κατά την έννοια της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, που έχει αυτοτέλεια και θεμελιώνει ένσταση ή αντένσταση καταλυτική των αγωγών αυτών, ώστε να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

β) Πλήττεται, αλυσιτελώς, πλεοναστική επιχειρηματολογία του Εφετείου, καθόσον το περί παραδοχής των ενδίκων αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης πόρισμα του Εφετείου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στηρίζεται, κυρίως, στην αιτιολογία ότι οι επίδικες συμβάσεις ενεχύρασης είναι άκυρες κατ' άρθρο 23α Ν. 2190/1920 και με βάση αυτή (την αιτιολογία) έκρινε παράνομη την άρνηση της ήδη αναιρεσείουσας - εναγομένης να αποδώσει στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά και, συνακόλουθα, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις εναντίον της ένδικες αγωγές της τελευταίας.

Και, γ) κατά τα λοιπά, με το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, επιχειρείται η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας, περί τα πράγματα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 443 αρ. 3 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Όταν όμως η μαγνητοταινία που προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη αφορά μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση ενός των συνομιλητών, καθίσταται απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, ανεξαρτήτως του προσώπου που επιχείρησε τη μαγνητοφώνηση και ασχέτως του χώρου, όπου έγινε η συνομιλία γιατί αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό της συνταγματικά προστατευόμενης ελεύθερης άσκησης της επικοινωνίας σύμφωνα με τα αρ. 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδαφ. β' και 19 του Συντάγματος και αρθ. 8 ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντ. Εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση ισχύει μόνον χάρη της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων εννόμων αγαθών, όπως λ.χ. η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη, τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο ποινικός κώδικας, είναι ανίσχυρος κατά το μέτρο, που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλΑΠ 1/2001).

Τέλος, όπως ήδη, προηγουμένως, αναφέρθηκε, ο αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ελλείψεων της νόμιμης βάσης της απόφασης, που σχετίζονται με την εφαρμογή τέτοιων κανόνων όχι δε και στη περίπτωση παραβιάσεως εκ πλαγίου κανόνα δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1595/2013, ΑΠ 996/2010, ΑΠ 1583/2007, ΑΠ 1104/2006).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται, επί λέξει, η αιτίαση ότι: "...Για να καταλήξει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, με την εξαίρεση των...απομαγνητοφωνημένων συνομιλιών.

Προς τούτο έκρινε, ότι οι απομαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι, κατά την περί πραγμάτων κρίση της "ελήφθησαν χωρίς τη συναίνεση του Ι. Μ., αφού, όπως προκύπτει από σχετικές περικοπές τους ήταν ιδιωτικές συνομιλίες και δεν έλαβαν χώρα στα πλαίσια της από 10.10.2002 σύμβασης των διαδίκων για την εκτέλεση κάποιας εντολής αγοραπωλησίας ξένου συναλλάγματος, και επομένως είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μεσο"...

Συναφώς επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε, κατά την κατά την περί πραγμάτων κρίση της, ότι με την ίδια από 10.10.2002 σύμβαση οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν και αποδέχονται το ενδεχόμενο οι παρεχόμενες μέσω τηλεφώνου οδηγίες να μαγνητοφωνούνται για την καλύτερη διελεύκανση οποιονδήποτε αμφιβολιών ενδέχεται να προκύψουν... 'Ετσι όμως που σκέφτηκε και έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ως άνω ουσιώδη επίδραση στη δίκη, και παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 9 παρ.1 εδαφ.

Β και 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, καθόσον ενώ δέχεται ότι ο Ι. Μ. είχε τις περιγραφόμενες συναλλαγές με την Τράπεζα στο πλαίσιο της από 10.10.2002 σύμβασης πράξεων επί συναλλάγματος, ωστόσο δεν προσδιορίζει (i) σε τι συνίσταται ο "ιδιωτικός χαρακτήρας" των συνομιλιών, και εάν ο Ι. Μ. είχε κάποια άλλη, πέραν των περιγραφόμενων συναλλαγών με την Τράπεζα, σχέση, και ποιά, με τους αναφερόμενους υπαλλήλους της Τράπεζας Ν.

Τ. και Δ. Θ.....". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη εκ πλαγίου παραβίαση λόγω έλλειψης αιτιολογιών αφορά την προαναφερθείσα δικονομική διάταξη (άρθρου 443 αρ. 3 ΚΠολΔ), έστω και αν αυτός αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, όπως είναι ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, με το πρόσχημα της ανεπάρκειας της αιτιολογίας, αναφορικά με το ότι λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη, για οποιοδήποτε λόγο, συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 996/2010).

ΙV. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις της, σχετικού, αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-02-2019 αίτηση αναίρεσης της 4655/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ