Legislator Case Law & Legislation
1222/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding statute of limitations start date for public property restitution claims.

Case Number 1222/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a property restitution case. The State argued that the statute of limitations began at the time of illegal occupation, but the Court held it starts only when a final judgment confirms the impossibility of restitution. Consequently, the Court ruled the State's claim for limitation bars was legally unfounded and rejected the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094, 1097, 1098 of the Civil Code; Article 90 of the Public Accounting Code; The statute of limitations for a claim for damages due to inability to return property begins when the impossibility of return is legally established by a final judgment, not at the time of illegal occupation.

Keywords

AI generated
statute of limitations public property restitution impossibility of return final judgment requirement civil code provisions limitation period start Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1094 of the Civil Code
Article 1097 of the Civil Code
Article 1098(a) of the Civil Code
Article 90 of the Public Accounting Code (Law 2362/1995)
Articles 249, 1097 of the Civil Code and Article 91 of Law 321/1969
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1222 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1222/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Ε. χήρας Φ. Κ., το γένος Α. και Τ. Σ., κατοίκου ... 2) Λ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 3) Ι.-Π. Κ. του Φ., κατοίκου ... ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Φ. Κ. του Ι. και της Π., κατοίκου εν ζωή ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τριανταφυλλίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2010 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικώς ενάγοντος Φ. Κ. του Ι. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 656/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3891/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 3891/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε εν μέρει, ως προς τη διάταξη της για τα δικαστικά έξοδα, την 656/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).

Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχον την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος, ενώ κατά το άρθρο 1097 ΑΚ ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο και κατά το άρθρο 1098 εδ.

α' ΑΚ αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και, μόνον, αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097 και 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος).

Η αξίωση αυτή του κυρίου για αποζημίωση, λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος γεννιέται από τότε που βεβαιώνεται στην απόφαση του δικαστηρίου ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος. Για την έκταση και τον προσδιορισμό της αποζημίωσης αυτής ισχύουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 297 επ ΑΚ.

Εξάλλου κατά το άρθρο 249 ΑΚ εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, ενώ κατά το άρθρο 91 του ν.δ 321/17.8.1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (90 του ν. 2362/1995) ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι στην περίπτωση της αξίωσης αποζημίωσης λόγω αδυναμίας απόδοσης του πράγματος η γέννηση αυτής και, συνακόλουθα, παραγραφή της αρχίζει από τότε που βεβαιώνεται με την απόφαση επί της σχετικής αγωγής ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος (ΑΠ 907/2015, 1932/2014).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος. (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 276/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 12-10-2010 αγωγή ο αρχικός ενάγων, Φ. Κ., ο οποίος απεβίωσε την 27-10-2016, (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατο αυτού ως μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι ήδη αναιρεσίβλητες), ισχυρίστηκε ότι δυνάμει των αναφερομένων στην αγωγή αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησε την κυριότητα δύο συνεχομένων αγροτεμαχίων, συνολικής εκτάσεως 5.942 τ.μ.

που βρίσκονται στην κτηματική περιοχή του ..." της Κοινότητας ... και ότι το έτος 1978 το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα τμήμα του παραπάνω ακινήτου του επιφανείας 663 τ.μ., όπως ειδικότερα προσδιόρισε αυτό κατά θέση, όρια και πλευρικές διαστάσεις, μετά των επ' αυτού φυομένων σαράντα (40) ελαιοδέντρων, χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη συντέλεση απαλλοτρίωσης αυτού και έκτοτε το κατέχει χρησιμοποιώντας το ως τμήμα της ..., έχοντας κατασκευάσει επ' αυτού ασφαλτικό τάπητα και έχοντας εκριζώσει τα υπάρχοντα ελαιόδεντρα και, τέλος, ότι ενώ με την υπ' αριθμ. 1573/2003 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ήδη αναγνωριστεί κύριος του ανωτέρω καταληφθέντος ακινήτου, το αναιρεσείον αρνείται να του αποδώσει το καταληφθέν τμήμα του ακινήτου του.

Ζήτησε δε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω την παρούσα αναιρετική δίκη, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να του αποδώσει το παραπάνω ακίνητό του άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ανέφικτη η αυτούσια απόδοση του, να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει την αξία του μετά των συστατικών του, ποσού 795.600 ευρώ για το έδαφος και 40.000 ευρώ για τα ελαιόδεντρα.

Με την υπ' αριθμ. 656/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κρίθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής για απόδοση του καταληφθέντος εδαφικού τμήματος δεδομένου ότι αυτή ήταν ανέφικτη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση της καταβολής της αξίας του ακινήτου και των ελαιοδέντρων και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αρχικό ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 362.054 ευρώ, απορρίπτοντας ως νόμω αβάσιμη την προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, λόγω παρόδου από την αποβολή χρονικού διαστήματος πέραν της πενταετίας.

Κατά της απόφασης αυτής το τελευταίο (αναιρεσείον) άσκησε την από 14-12-2015 έφεση του με την οποία και με το δεύτερο λόγο αυτής επανέφερε την προβληθείσα και πρωτοδίκως ένσταση παραγραφής της αξίωσης που πηγάζει από το άρθρο 1097 ΑΚ, την οποία το Τριμελές Εφετείο Αθηνών επίσης έκρινε ως μη νόμιμη και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ, στη συνέχεια, αφού απέρριψε και τους λοιπούς λόγους-εφέσεως, πλην του τελευταίου, έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μόνον, ως προς τη διάταξη της που αφορούσε την επιβολή της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία και συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων, ενώ επίσης απέρριψε και την ασκηθείσα από τις αναιρεσίβλητες αντέφεση ως ουσία αβάσιμη.

Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, όσον αφορά την προβληθείσα από το αναιρεσείον με τον σχετικό λόγο εφέσεως, ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την οποία κατά το άρθρο 90 του Ν. 2362/ 1995 "Κώδικας Δημοσίου Λογιστικού" αυτή ήταν πενταετής και είχε αρχίσει ήδη να τρέχει από το έτος 1978, οπότε έγινε η κατάληψη του ακινήτου ή έστω από το έτος 1980 οπότε το Δημόσιο φέρεται να αρνήθηκε να αποδώσει το καταληφθέν ακίνητο σε κάθε δε περίπτωση ήταν εικοσαετής, αφού από το χρόνο της καταλήψεως μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής και της επίδοσης της στο Ελληνικό Δημόσιο που έλαβε χώρα στις 14-10-2010 είχε ήδη συμπληρωθεί η εικοσαετία, τα εξής: "...

Ο ισχυρισμός αυτός περί παραγραφής που προέβαλε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν στην παραπάνω παρατεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας, η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος κατ' άρθρο 1097 ΑΚ αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ή κατά την εκτέλεση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος, εν προκειμένω δε η παραγραφή άρχισε μόνο από το χρόνο της έκδοσης της εκκαλουμένης απόφασης που βεβαίωσε το πρώτον την αδυναμία αυτούσιας απόδοσης του διεκδικούμενου ακινήτου και η οποία έλαβε χώρα στις 12.2.2013, ενώ δεν αποτελεί εναρκτήριο σημείο του χρόνου παραγραφής της εν λόγω αξίωσης ο χρόνος της παράνομης κατάληψης του ακινήτου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το Ελληνικό Δημόσιο κατά την πρόταση της σχετικής ένστασης του".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 249, 1097 ΑΚ και 91 του ν.δ. 321 της 17-18/10/1969 (άρθρο 90 του ν. 2362/1995, όπως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής), και επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που αφορά παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και υποστηρίζει τα αντίθετα, αναφορικά με το χρόνο έναρξης της παραγραφής της ένδικης αξίωσης αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης προβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, της πληττομένης απόφασης, λόγω μη νόμιμης, άλλως ελλιπούς αιτιολογίας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόρριψης της προαναφερθείσας ένστασης παραγραφής. Ο ως άνω λόγος,

είναι απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος, οπότε δεν μπορεί να ιδρυθεί λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ που προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-11-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3891/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ