Supreme Court dismisses appeal on EU competition law grounds regarding minimum engineer fees. The court rejects the claim that minimum wage regulations violate competition rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment concerning minimum engineer fees. The appellant argued that these statutory minimums violated EU competition rules, but the court found the fees were legislative acts, not anti-competitive agreements. Furthermore, the relevant EU provisions were not in force at the time the contract was signed, rendering the competition claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 101 and 106 of the Treaty on the Functioning of the European Union; The court established that statutory minimum wage regulations do not constitute anti-competitive agreements or practices prohibited by EU competition law, and that such provisions were not applicable to contracts concluded before their entry into force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1222 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1222/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ...... και παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ζαχαρία Παπαδόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Ανδρικόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 71/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4757/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 31-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 1161/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 4757/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 71/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της από 30-12-2009 αγωγής (με αριθμό κατάθεσης 254778/2009), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3). 2. Με τη διάταξη του άρθρ. 5 παρ 1 Σ ορίζεται ότι "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη, σκοπείται δε με αυτήν η κατοχύρωση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου, που αποτελεί το κύριο περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς του, και πραγματώνεται βασικά με την ελευθερία του ατόμου για την αδέσμευτη, μέσα στα όρια που ορίζονται με τη διάταξη, επιχείρηση ενεργειών που αναφέρονται στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δραστηριότητά του ( ΟλΑΠ 2/1997).
Η με τη διάταξη αυτή καθιερούμενη προστασία της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας δεν είναι απόλυτη και είναι δυνατόν να επιβάλλονται νομοθετικοί περιορισμοί, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος. 'Ορο παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο υπό τούτων σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, αναγνωριζόμενη παγίως, ως ισχύουσα, από τη νομολογία των δικαστηρίων και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή την 18.4.2001 (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β) και κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου 1969/1991, ο οποίος κατά τις παρακάτω σκέψεις εισάγει περιορισμό ατομικού δικαιώματος συνταγματικά προστατευομένου, απαιτεί όπως οι από το νομοθέτη ή τη διοίκηση επιβαλλόμενοι περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων οριοθετούνται με βάση τα εννοιολογικά στοιχεία της προσφορότητας και της αναγκαιότητας του λαμβανόμενου μέτρου και της αναλογίας του προς τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό.
Περαιτέρω, η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης έργου βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 Α.Κ.) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 Α.Κ.) ή, αν δεν συμφωνήθηκε ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της νόμιμης αμοιβής, ........την τελευταία, όπως αυτή καθορίζεται από το π.δ. 696/1974 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου μόνου του ν.δ 2726/1953, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με τον Ν.3919/2011, όπως ισχύει (AΠ 279/2016).
Συνάγεται έτσι ότι η ακυρότητα συμφωνίας που προβλέπει αμοιβές κατώτερες της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του μηχανικού, όπως αυτή η ακυρότητα προβλέποταν στην διάταξη της § 1 του άρθρου μόνου του ανωτέρω ν.δ. 2726/1953, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων των συμβαλλόμενων μερών (εργοδότη και μηχανικού ως προς το ύψος της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του μηχανικού) είναι περιορισμός που έχει κριθεί από τον νομοθέτη πρόσφορος και αναγκαίος για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με το νόμο αυτό σκοπών, ενώ δεν είναι και δυσανάλογος σε σχέση με την αντίστοιχη ζημία των συμβαλλομένων μερών, αντιπαραβαλλόμενη προς την αναμενόμενη από την υλοποίηση του σκοπού του νόμου ωφέλεια.
Ήτοι, ο περιορισμός αυτός αποσκοπούσε στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο συνίσταται αφενός μεν στην προστασία του επαγγέλματος των μηχανικών, αφετέρου δε στην ανάγκη για την εκπόνηση άρτιων μελετών, ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας δημοσίων έργων με την αποδοτική επένδυση σε αυτά του δημοσίου χρήματος. 3.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 30-12-2009 αγωγή, που άσκησε η ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα κατασκευαστική εταιρεία, με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου ανέλαβε τη μελέτη και εκτέλεση του έργου " ΕΡΓΟ ΕΕ1/01 Λεωφόρος Κηφισού, τμήμα από Χ.Θ.0+000 έως Χ.Θ.Ο + 700", ότι με σύμβαση που καταρτίστηκε το έτος 2003, μεταξύ της εναγομένης και της εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε", της οποίας είναι καθολική διάδοχος και η οποία ήταν μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος , όπως και η ίδια, η εναγομένη της ανέθεσε τη μελέτη του ανωτέρω έργου και ειδικότερα την εκπόνηση των περιγραφόμενων αναλυτικά στην αγωγή μελετών, με αμοιβή την προβλεπόμενη από το π.δ 696/1974, καταβαλλόμενη εντός μηνός από την παράδοση κάθε επιμέρους μελέτης και ότι από την αμοιβή της θα αφαιρούνταν οι προβλεπόμενες από το νόμο εκπτώσεις υπέρ του Δημοσίου, ότι η ίδια εκτέλεσε προσηκόντως το ανατεθέν σ' αυτή έργο, ήτοι, εκπόνησε και παρέδωσε τις εν λόγω μελέτες στην εναγομένη, κατά τους χρόνους που αναλυτικά εκθέτει στην αγωγή και η τελευταία τις ενέκρινε και τις χρησιμοποίησε για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, ότι η αμοιβή της, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του έργου, που εγκρίθηκε από τον κύριο του έργου και από την εναγομένη, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 1.975.276,47 ευρώ και μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων υπέρ του Δημοσίου στο ποσό των 1.683.387,06 ευρώ, πλην όμως η εναγομένη της κατέβαλε μέρος της συμφωνηθείσας - νόμιμης αμοιβής της ποσού 1.055.988 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 627.399,06 ευρώ.
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, που έγινε με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει, για λογαριασμό της, στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, τo χρηματικό ποσό των 627.399,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 31-12-2004, άλλως από την επίδοση της αγωγής, με βάση την ανωτέρω σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 71/2012 απόφαση του Μον Πρωτ Αθηνών, με την οποία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, λόγω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς στη διαιτησία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, παρέπεμψε την υπόθεση στην εν λόγω διαιτησία.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη η από 12-8-2014 έφεση και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των εξακοσίων είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και έξι λεπτών (627.399,06 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από 31-12-2004 και μέχρι την εξόφληση. 4.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία η οποία έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων, με την από 15-6-2001 σύμβαση και την από 17-3-2003 συμπληρωματική σύμβαση, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου, ανέλαβε τη μελέτη και εκτέλεση του έργου "ΕΡΓΟ ΕΕ1/01 Λεωφόρος Κηφισού, τμήμα από Χ.Θ.Ο +000 έως Χ.Θ.Ο + 700".
Με την από 28-1-2003 έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε", της οποίας, λόγω μετατροπής της σε Α.Ε, η ενάγουσα είναι καθολική διάδοχος, η τελευταία ανέλαβε την εκπόνηση των οριστικών μελετών του ανωτέρω έργου. Με το άρθρο 5° της ανωτέρω σύμβασης η αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε σε ποσοστό 75% της νόμιμης, όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τα Π.Δ 696/76 και 518/89, προεκτιμήθηκε στο συνολικό ποσό των 600.000 ευρώ καταβαλλόμενη ως εξής: 100.000 ευρώ ως προκαταβολή με την υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης και το υπόλοιπο με την πρόοδο των μελετών, μετά την υποβολή κάθε επιμέρους μελέτης, προφορικά δε οι διάδικοι συμφώνησαν να καταβληθεί στην ενάγουσα η αμοιβή της το αργότερο μέχρι την 31-12-2004.
Σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση και με προφορικές συμφωνίες που ακολούθησαν, η ενάγουσα, η οποία είναι μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ανέλαβε να εκτελέσει τις ακόλουθες μελέτες, τις οποίες εκτέλεσε και παρέδωσε εμπρόθεσμα στην εναγομένη και η τελευταία καθώς και το Ελληνικό Δημόσιο τις ενέκριναν και με βάση αυτές εκτελέστηκε το ανωτέρω έργο, για τις οποίες η νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του ανωτέρω έργου, ο οποίος εγκρίθηκε τόσο από το Ελληνικό Δημόσιο, όσο και από την εναγόμενη, και κατά τις διατάξεις του ΠΔ.696/76 ανερχόταν στα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) οριστική μελέτη γέφυρας αρτηρίας υποτμήμα Π, που παραδόθηκε την 1-7-2004, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 253.255,24 ευρώ, 2) οριστική μελέτη γέφυρας υποτμήμα Γ2- Γ 10, που παραδόθηκε την 1-3-2004, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 1.345.122,10 ευρώ, 3) οριστική μελέτη γέφυρας οδού ..., που παραδόθηκε την 1-3-2004, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 16.452,54 ευρώ, 4) οριστική μελέτη πεζογέφυρας ΧΘ.0+ 224,23, διέλευση μέσης τάσης ...
και δικτύου ...., που παραδόθηκε την 21-2-2003, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 9.267,99 ευρώ, 5) οριστική μελέτη γέφυρας διέλευσης μέσης τάσης ... (Χ.Θ.Ο + 333,25), που παραδόθηκε τη. 21-2-2003, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 880,95 ευρώ, 6) οριστική μελέτη πεζογέφυρας- γέφυρας διέλευσης μέσης τάσης .../Χαμηλή τάση ... (ΧΘ.0+475),η οποία παραδόθηκε την 21-2-2003, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 9,326,29 ευρώ, 7) οριστική μελέτη πεζογέφυρας - γέφυρας διέλευσης μέσης τάσης ... (ΧΘ.Ο + 698.50), η οποία παραδόθηκε την 21-1-2003, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 932,63 ευρώ, 8) οριστική μελέτη γέφυρας κλάδου 5.1 (...), η οποία παραδόθηκε την 1-7-2004,η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 42.568,01 ευρώ, 9) οριστική μελέτη γέφυρας κλάδου 5.2 (..., η οποία παραδόθηκε την 1-7-2004,η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 91.790,47 ευρώ, 10) έλεγχος γέφυρας αρτηρίας υποτμήμα Γ1, η οποία παραδόθηκε την 1-7-2004,η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 28.936,49 ευρώ, 11) έλεγχος γέφυρας αρτηρίας υποτμήμα Γ2-Γ10.η οποία παραδόθηκε την 1-3-2004, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 154.982,09 ευρώ, 12) οριστική μελέτη γέφυρας αρτηρίας υποτμήμα Γ1/κεφαλόδεσμος Α0,Μ1,Μ2 δυτικό ακρόβαθρο, 1η λύση με ύπαρξη πασσάλου Φ180 στη γωνία του κεφαλόδεσμου, η οποία παραδόθηκε την 1- 7-2004,η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 9.296,52 ευρώ και 13) οριστική μελέτη γέφυρας αρτηρίας υποτμήμα ΓΙ/κεφαλόδεσμος Α0, Ml,M2 δυτικό ακρόβαθρο, 2'Ί λύση με προσθήκη εννέα νέων πασσάλων Φ65, που παραδόθηκε την 1-7-2004, η νόμιμη αμοιβή για την οποία ανερχόταν στο ποσό των 12.465,15 ευρώ.
Η συνολική νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 1.975.276,47 ευρώ και μετά τις συμφωνηθείσες εκπτώσεις υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού 291.889,41 ευρώ, στο ποσό των 1.683.387,06 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 1.055.988 ευρώ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αρνείται η εναγόμενη, ισχυρίζεται όμως ότι , από το αιτούμενο ποσό της νόμιμης αμοιβής πρέπει να αφαιρεθεί :
α) το ποσό των 373.013,75 ευρώ, ήτοι το 25% αυτής, καθώς, με την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση η αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε σε ποσοστό 75% της νόμιμης, β) το ποσό των 183.918,58 ευρώ, καθώς, ο κύριος του έργου (Ελληνικό Δημόσιο) δεν της κατέβαλε το ποσό αυτό για την αμοιβή προμελέτης και οριστικής μελέτης για τη Γέφυρα Αρτηρίας - Υποτμήμα ΓΙ-έλεγχος και για την προμελέτη και οριστική μελέτη για τη Γέφυρα Αρτηρίας- Υποτμήμα Γ2- Γ10 - έλεγχος, επειδή δεν ενέκρινε τις εν λόγω μελέτες και γ) το ποσό των 35.000 ευρώ, καθώς από τον κύριο του έργου δεν της καταβλήθηκε το ποσό αυτό για το σύνολο των μελετών που εκπονήθηκαν από την ενάγουσα, λόγω αναθεώρησης τιμών και ότι το υπόλοιπο της οφειλόμενης στην ενάγουσα αμοιβής ανέρχεται στο ποσό των 63.053,25 ευρώ.
Ο υπό στοιχείο (α) ισχυρισμός της εναγομένης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, κατά τις αναφερόμενες στη σκέψη που πιο πάνω εκτίθεται διατάξεις, όπως ίσχυαν κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης και την εκτέλεση του έργου, η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για αμοιβή κατώτερη από τη νόμιμη, κατά ποσοστό 25%, είναι άκυρη κατά το υπολειπόμενο του ποσοστού αυτού νομίμου μέρους της.
Οι λοιποί ανωτέρω ισχυρισμοί της εναγομένης είναι απορριπτέοι, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, καθώς, η μη καταβολή σ' αυτή των ανωτέρω ποσών από τον κύριο του έργου, δεν αίρει την υποχρέωση αυτής να καταβάλλει στην ενάγουσα τη νόμιμη αμοιβή της, εξάλλου δεν επικαλείται τέτοια συμφωνία με την τελευταία, ενώ όπως προκύπτει από την από 2-10-2006 προσφυγή της και το από 16-10-2007 υπόμνημα αυτής προς το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά, για την επίλυση διαφορών της με το Ελληνικό Δημόσιο, από την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, ως προς τις ανωτέρω μελέτες, επικαλείται τη μη καταβολή της αντίστοιχης αμοιβής και όχι τη μη έγκριση από το Ελληνικό Δημόσιο των ανωτέρω μελετών.
Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα, για το υπόλοιπο της ανωτέρω αμοιβής της το χρηματικό ποσό των 627.399,06 ευρώ. Σύμφωνα με τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, πρέπει η ένδικη αγωγή, να γίνει δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, για λογαριασμό της ενάγουσας, το ποσό των 627.399,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 31-12-2004, έως την εξόφληση.
5. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές και με όσα αναλυτικά προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο 1ος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με τις παραπάνω παραδοχές και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο π.δ. 696/1974 αποφάνθηκε υπέρ των προβλεπομένων στο διάταγμα αυτό κατώτατων αμοιβών των μηχανικών τις οποίες χαρακτήρισε ως "νόμιμες" αμοιβές και εφάρμοσε το εν λόγω διάταγμα επιδικάζοντας την υπολειπόμενη αμοιβή από την κατώτερη, και αυτό το έπραξε (α) κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος και (β) εφαρμόζοντας την ανωτέρω διάταξη (άρθρο 1 του π.δ. 696/1974) εφάρμοσε αντισυνταγματική διάταξη, γεγονότα τα οποία συνιστούν πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι, αβάσιμος.
Τούτο δε, διότι με τον περιορισμό των προβλεπόμενων από το π.δ. 696/1974 κατώτατων αμοιβών μηχανικών δεν παραβιάζεται η αρχή της επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος), με την οποία κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας (ελευθερίας) αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και άσκησης ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, καθόσον, ο επιδιωκόμενος από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ανωτέρω ν.δ. 2726/1953, κατά τα εκτιθέμενα στην εισηγητική έκθεση αυτού, σκοπός εξυπηρέτησης επιτακτικού λόγου δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται αφ' ενός μεν στην προστασία του επαγγέλματος του μηχανικού, αφ' ετέρου δε στην ανάγκη για την εκπόνηση άρτιων μελετών, ικανών να διασφαλίσουν την κατασκευή υψηλής ποιότητας δημόσιων έργων με την αποδοτική επένδυση σε αυτά του δημόσιου χρήματος, είναι ικανός να δικαιολογήσει τη θέσπιση των προβλεπόμενων από το π.δ. 696/1974 κατώτατων αμοιβών μηχανικών, και επί πλέον, με την πρόβλεψη κατώτατων νόμιμων ορίων αμοιβών μηχανικών δεν θίγεται ο πυρήνας του κατοχυρωμένου με το άρθρο 5§1 του Συντάγματος δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας, διότι δεν τίθεται περιορισμός στην επιλογή και πρόσβαση στο επάγγελμα του μηχανικού, ούτε στην άσκηση αυτού εν γένει.
Ακόμη, ο ίδιος περιορισμός, δεν αντίκειται ούτε και στην αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο οποίο ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον ο περιορισμός αυτός, ο οποίος δικαιολογείται κατά τα προαναφερόμενα από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, είναι πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για την εξυπηρέτησή του σκοπού που επιδιώκεται με τη θέσπιση κατώτατων νόμιμων ορίων αμοιβών μηχανικών και, από απόψεως εντάσεως της επεμβάσεως στη σφαίρα της οικονομικής ελευθερίας, τελεί σε εύλογη αναλογία προς τη σπουδαιότητα του επιδιωκομένου να εξυπηρετηθεί λόγου δημοσίου συμφέροντος.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 101 της Σ.Λ.Ε.Ε., που ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τον ν.3671/2,7.2008 "1.Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής." Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 106 της ΣΛΕΕ: "1. Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε, διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες των Συνθηκών, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 18 και 101 μέχρι και 109, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. 2. Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες των Συνθηκών ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού........".
7. Η αναιρεσείουσα με τον 2ο λόγο της αίτησής της ισχυρίζεται ότι οι προβλεπόμενες από το π.δ. 696/1974 κατώτατες αμοιβές των μηχανικών αντίκεινται στα προαναφερθέντα άρθρα 101 και 106 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο κατόπιν κύρωσης της Συνθήκης της Λισσαβόνας με τον ν. 3671/2.7.2008) καθώς προκαλούν αδικαιολόγητη οικονομική επιβάρυνση.
Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, προεχόντως επειδή οι προβλεπόμενες από το π.δ.696/1974 κατώτατες αμοιβές των μηχανικών έχουν θεσπισθεί νομοθετικά και δεν αποτελούν αποτέλεσμα συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων και εναρμονισμένης πρακτικής, με αντικείμενο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, δυναμένων να επηρεάσουν το εμπόριο κρατών, μελών, επί πλέον δε γιατί στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η μεταξύ των διαδίκων αρχική σύμβαση καταρτίστηκε στις 15-6-2001 και η συμπληρωματική αυτής στις 17-3-2003 και με βάση τη σύμβαση αυτή και τις μεταξύ των διαδίκων προφορικές συμφωνίες που ακολούθησαν, η οφειλόμενη στην ενάγουσα αμοιβή έπρεπε να έχει καταβληθεί το αργότερο μέχρι την 31.12.2004 και συνεπώς κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν ήταν εφαρμοστέα καν τα επικαλούμενα από τα αναιρεσείουσα άρθρα 101 και 103 της ΣΛΕΕ, που ενσωματώθηκαν πολύ αργότερα στο εθνικό δίκαιο με τον ν. 3671/2.7.2008.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 4757/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ