1222/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΟι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας την από 4/12/2007 (αρ. κατ. 11669/2007) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την 4292/2009 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, ασκηθείσης δε κατ'αυτής εφέσεως από την εναγομένη εκδόθηκε η 4885/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατ'ουσία. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση οι ενάγοντες, η οποία έγινε δεκτή με την 1202/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Legislator headnote
AI generated1222/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1747/1990 ΕλλΔνη 33, 540, ΕΑ4512/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 2210/2004 ΕλλΔνη 47,264). Ενώ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1967 επ. και 1984 § 1 AK στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος (διαθέτης) κληροδοτεί αντικείμενο, το οποίο δεν του ανήκει ή εν μέρει ανήκει σε αυτόν η κληροδοσία είναι ισχυρή μόνο ως προς την προσπόριση του αντικειμένου που ανήκει στο διαθέτη ή της μερίδας αυτού (βλ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1222 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1222/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ασημάκη Κουρσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Φ. Σ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου ... 2.Φ. Σ. του Κ., κατοίκου .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος και μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο 2ος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Φώτιου Σοφιανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:4292/2009 του ιδίου Δικαστηρίου, 4485/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 27-5-2013 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1202/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4485/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης. Η ως άνω υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, που συγκροτήθηκε από άλλους δικαστές, πλην αυτών που ξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Εκδόθηκε η απόφαση 4909/2015 του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 6-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων, ζήτησαν να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της εναγομένης - αναιρεσείουσας την από 4/12/2007 (αρ. κατ. 11669/2007) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την 4292/2009 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, ασκηθείσης δε κατ'αυτής εφέσεως από την εναγομένη εκδόθηκε η 4885/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατ'ουσία. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναίρεση οι ενάγοντες, η οποία έγινε δεκτή με την 1202/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4909/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της για την επιβολή δικαστικών εξόδων στην εναγομένη. Ήδη με την από 6-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 4909/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (τακτικής διαδικασίας).
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 496/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ) Σύμφωνα με το άρθρο 1923 παρ. 1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει, έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο, την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο).
Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί, πάντως, να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη, να γίνει κάποιος κληρονόμος μόνο για ορισμένο διάστημα (TRACTUS TEMPORIS) και μετέπειτα κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος.
Ο καταπιστευματοδόχος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, που πληρώνεται με το θάνατο του διαθέτη και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία της εγκατάστασης του αρχικού άμεσου κληρονόμου. Είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης κάθε φορά πότε, από τον τρόπο διατύπωσης της τελευταίας βούλησης, ενυπάρχει σε αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιο είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου.
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονται οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις.
Εξάλλου έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που και ο διαθέτης θέλησε.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, ως αναγόμενη ανέλεγκτα στην εκτίμηση πραγμάτων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο μολονότι διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, παραλείπει να προσφύγει στη διάταξη του πιο πάνω άρθρου ή προσφεύγει στην εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της διαθήκης, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα ότι η διαθήκη είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή της, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσης του δικαστηρίου, αναφορικά με την ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη, αφού πρόκειται για εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου.
Η ερμηνεία της διαθήκης εξάλλου, κατά την αναγόμενη στο ρωμαϊκό δίκαιο αρχή FAVOR TESTAMENTI, πρέπει να κατατείνει στη διάσωση του κύρους της επίμαχης διάταξης επί δύο δυνατών νοημάτων οδηγούντος στη διατήρηση της ισχύος της αμφίβολης διατάξεως, αφού σε κάθε περίπτωση ο διαθέτης απέβλεψε σε κάποιο αποτέλεσμα εξ αυτής.
Για την άρση δε των γενομένων αμφιβολιών επιτρεπτά λαμβάνονται υπόψη από τον ερμηνευτή και στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης, όπως άτυπες δηλώσεις του διαθέτη προς τρίτους, το κοινωνικό του περιβάλλον, οι τυχόν προσωπικές (γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειες αυτού, επιστολές του, προηγούμενα σχέδια διαθηκών και γενικά, δικαστικά τεκμήρια προκύπτοντα από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.
Περαιτέρω εκτός από τα ρήματα που χρησιμοποιεί ο ΑΚ για την υποδήλωση των "παροχικών διατάξεων" του διαθέτη, ήτοι των διατάξεων με τις οποίες αυτός (διαθέτης) επιδίδει αιτία θανάτου σε ορισμένα πρόσωπα - τιμώμενους, διάφορα περιουσιακά στοιχεία, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα ρήματα, με τα οποία ο διαθέτης υποδηλώνει τον επιτακτικό και δεσμευτικό χαρακτήρα των διατάξεων της διαθήκης.
Ο ΑΚ για την υποδήλωση των "παροχικών" αυτών διατάξεων του διαθέτη χρησιμοποιεί διάφορα ρήματα, όπως π.χ. "μνημονεύω" (άρθρ. 1790, 1791 ΑΚ), "τιμώ" (αρθρ. 1790, 1793 ΑΚ), "γράφω" (αρθρ. 1802, 1803, 1806, 1807 παρ.2 ΑΚ), "αφήνω" (αρθρ 1800 ΑΚ), "καταλείπω" (αρθρ 1792 ΑΚ) ή "εγκαθιστώ" (άρθρο 1800 επ ΑΚ), ενώ ακόμη από τον διαθέτη μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα ρήματα "ορίζω", "αφήνω", "να πωληθεί", "να διατεθεί", "έχει την εντολή", "να κτισθεί", "επιθυμία μου".
Κατά δε το άρθρο 1937 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, διάθεση των αντικειμένων της κληρονομιάς, αν ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά, συγχωρείται μόνον όταν επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως ή έδωσε τη συναίνεση του ο καταπιστευματοδόχος ή στην περίπτωση του άρθρου 1939 Α.Κ. Κάθε άλλη διάθεση αποβαίνει άκυρη μόλις γίνει η επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 818 Κ.Πολ.Δ., και ιδίως από τη διατύπωση του άρθρου 1937 παρ. 2 Α.Κ. "αν ο διαθέτης δεν όρισε διαφορετικά", συνάγεται σαφώς ότι κάθε διάθεση αντικειμένου της κληρονομιάς, στην οποία προέβη ο βεβαρημένος χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων του άρθρου 1937 παρ. 2 Α.Κ.
και, χωρίς, στην περίπτωση της διάθεσης που είναι επιβεβλημένη από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, την άδεια του Δικαστηρίου του άρθρου 818 ΚΠολΔ, είναι άκυρη, η δε ακυρότητα είναι επιγενόμενη, δηλαδή αποβαίνει άκυρη με την επαγωγή του καταπιστεύματος, και είναι σχετική υπέρ του καταπιστευματοδόχου, προς το συμφέρον του οποίου έχουν ταχθεί οι όροι (ΑΠ 2242/2014, ΕΑ 1430/2007, ΕΠατρ 1061/2004 ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1939 καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ό,τι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομιά κατά το χρόνο επαγωγής σ' αυτόν του καταπιστεύματος, και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητώς με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριση διαχείριση της κληρονομιάς στο βεβαρυμμένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων με πράξη επαχθή ή χαριστική.
Από τις διατάξεις αυτές (1923 και 1939 ΑΚ) προκύπτει ότι με το καταπίστευμα ο διαθέτης αποβλέπει στην περιέλευση της κληρονομιάς ή ποσοστού αυτής από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο στον καταπιστευματοδόχο με περιορισμό της εξουσίας του βεβαρημένου να διαθέσει το κληρονομιαίο αντικείμενο. Με τη δεύτερη διάταξη προβλέπεται το καταπίστευμα του υπολοίπου, στο οποίο ο βεβαρημένος έχει την εξουσία να διαθέσει το κληρονομιαίο, ακόμη και με χαριστικές πράξεις, όχι όμως με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, ή άσκηση όμως του δικαιώματος του υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ492/2014, ΑΠΟλ1451/1998.
ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1747/1990 ΕλλΔνη 33, 540, ΕΑ4512/2010 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 2210/2004 ΕλλΔνη 47,264). Ενώ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1967 επ. και 1984 § 1 AK στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος (διαθέτης) κληροδοτεί αντικείμενο, το οποίο δεν του ανήκει ή εν μέρει ανήκει σε αυτόν η κληροδοσία είναι ισχυρή μόνο ως προς την προσπόριση του αντικειμένου που ανήκει στο διαθέτη ή της μερίδας αυτού (βλ.
Παπανικολάου, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1967 αρ. 3-4, άρθρο 1984, αρ. 6, ΕφΑΘ 6364/1999 ΝΟΜΟΣ). Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, ήτοι φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 περ.
α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας (ΑΠ 832/2007). Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος απόδειξης (ΑΠ 40/2014, ΑΠ164/2014, ΑΠ1729/2011, ΑΠ961/2010 ΝΟΜΟΣ).
Είναι δε αδιάφορο αν η πλάνη ή η άγνοια του νομέως-από την οποία προέρχεται η πεποίθηση-στρέφεται περί τα πραγματικά περιστατικά ή περί το νόμο και την έννοια αυτού, αρκεί να μην οφείλεται σε βαριά αμέλεια (Μπαλής Εμπρ. Δικ. 65 Α.Π. 92/2002 Ελλ.Δικ. 43-1065 Α.Π. 424/68 Νοβ 16-1054 448/2001 Ελλ.Δικ. 43-1065 Α.Π. 424/68 Νοβ 16-1054 Α.Π. 448/2001 Ελλ.Δικ. 43.773, ΕΑ531/2004 ΝΟΜΟΣ).
Κατά την αληθή έννοια των ανωτέρω διατάξεων νόμιμος τίτλος είναι κάθε μεταβιβαστικός της κυριότητας τίτλος, που παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, που εμποδίζουν την κτήση της κυριότητας, όπως και η έλλειψη εξουσίας διαθέσεως στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις αυτής.
Η παραμέληση ελέγχου της κυριότητας του δικαιοπαρόχου με έλεγχο των βιβλίων μεταγραφών δεν δικαιολογεί καλή πίστη (ΑΠ 40/2014, ΑΠ 164/2014, ΑΠ 13 66/2005 ΝΟΜΟΣ). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό (animus domini).
Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.
Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και^ όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή (ΑΠ1001/2014, ΑΠ1195/2011 ΝΟΜΟΣ).
3.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, 2/2011).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1413/2010), αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει "εκ του πράγματος", με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1014/2010).Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες τους δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτά πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29-12-1989 απεβίωσε στην Αθήνα ο παππούς των εναγόντων Φ. Σ. του Κ., ο οποίος με τη νομίμως δημοσιευθείσα, με τα .../10-5-1990 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, από 22-6-1982, ιδιόγραφη διαθήκη του εγκατέστησε κληρονόμους του:
α) τα τρία τέκνα του από τον πρώτο του γάμο Κ., Ι. και Γ., β) τον πρώτο ενάγοντα και γ) τη σύζυγο του από το δεύτερο γάμο του Ζ. Σ. το γένος Δ. Κ., στην τελευταία των οποίων άφησε, εκτός άλλων, μία παλαιά οικία που βρίσκεται στα Σεπόλια της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων και επί της οδού ..., εμβαδού 145 τ.μ., μαζί με την οικοσκευή της.
Στην ίδια ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη περιέλαβε και τη φράση "Μετά το θάνατον της Γυναίκας μου η επιθυμία μου είναι να δοθεί ολόκληρος η περιουσία της κινητή και ακίνητος εις τους δύο εγγονούς μου Φ. Γ.. § Φ. Κ. Σ.". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία της, προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς ν'απαιτείται, κατ'άρθρο 173 ΑΚ, ερμηνεία της και προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, αφού η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που και ο διαθέτης θέλησε, δηλαδή ότι με τη διαθήκη του αυτή ο διαθέτης εγκατέστησε τη σύζυγο του Ζ.
Σ. κληρονόμο του στην παραπάνω οικία, την οποία βάρυνε με καταπίστευμα υπέρ των εναγόντων, στους οποίους και όρισε να περιέλθουν τα αντικείμενα της κληρονομιάς που περιέρχονταν σε αυτή, μετά το θάνατο της τελευταίας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Έτσι η Ζ. Σ. καθίστατο βεβαρημένη κληρονόμος μέχρι του θανάτου της.
Η, εκ μέρους του (διαθέτη), χρήση της φράσης "η επιθυμία μου είναι να δοθεί ολόκληρος η περιουσία της, κινητή και ακίνητη...,", δεν εκφράζει ευχή του (διαθέτη) ή εξάρτηση των διατάξεων της διαθήκης του από τη βούληση της βεβαρυμμένης συζύγου του, αλλά αναμφίβολα αποτελεί εντολή του προς τη βεβαρυμμένη σύζυγο του ν' αφήσει την κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομιαία περιουσία στους ενάγοντες.
Το γεγονός ότι ο διαθέτης, κατά τη σύνταξη της διαθήκης του, αναφέρθηκε σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της συζύγου του, δεν δημιουργεί ασάφεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αφού η περιουσία που της κατέλειπε ο διαθέτης θα της ανήκε εφ' όρου ζωής της. Αλλά, και αν ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι, με τη φράση αυτή ο διαθέτης περιλαμβάνει στο καταπίστευμα και την ατομική περιουσία της συζύγου του (κάτι, που πάντως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης, αφού δεν αναφέρονται σε αυτή οποιαδήποτε άλλα ατομικά περιουσιακά της στοιχεία ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψε ότι αυτή είχε ατομική περιουσία), και στην:
περίπτωση αυτή δεν δημιουργείται ασάφεια, ως προς τη βούληση του διαθέτη για τη σύσταση καταπιστεύματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά, το καταπίστευμα θα ήταν ισχυρό μόνο ως προς την προσπόριση των κληρονομιαίων στοιχείων που ανήκαν σε αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, αν δηλαδή ήθελε γίνει δεκτό ότι η συγκεκριμένη διάταξη χρήζει ερμηνείας με τα κριτήρια του άρθρου 173 ΑΚ, θα οδηγούμασταν στο ίδιο συμπέρασμα, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη βούληση του κληρονομουμένου επιβεβαιώνεται τόσο από την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων Β.
Σ., όσο και από τις ενώπιον συμβολαιογράφου και Ειρηνοδίκη ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Σ., Κ. Σ. και Θ. Λ., οι οποίοι γνώριζαν, εξ ιδίας αντιλήψεως, από συζητήσεις που είχαν κάνει με τον κληρονομούμενο, ότι ο τελευταίος ήθελε, μετά το θάνατο της συζύγου του, η οικία του στην οδό ... να περιέλθει στα δύο εγγόνια του, υιούς των τέκνων του Γ.
και Κ., που είχαν το όνομα του, δηλαδή στους ενάγοντες, η δε αξιοπιστία της κατάθεσης των παραπάνω προσώπων ως προς το γεγονός τούτο δεν κλονίζεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού ακόμη και ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο με πρωτοβουλία της εναγομένης δεν είχε ιδία αντίληψη περί των πραγμάτων, παρά μόνο κατέθεσε όσα είχε πληροφορηθεί από την εναγόμενη αδερφή του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την 3289/26-9-1990 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 3705 και με αύξοντα αριθμό 275, η Ζ. Σ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομιά, παραλείποντας όμως να μνημονεύσει τη ρήτρα της διαθήκης για το συσταθέν καταπίστευμα υπέρ των εναγόντων, με αποτέλεσμα από το κείμενο της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομιάς να προκύπτει ότι αυτή είναι κληρονόμος του αποβιώσαντος συζύγου της, χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό.
Ενώ, μετά από τη, με ημερομηνία 2-4-1992} αίτηση κληρονομητηρίου των λοιπών κληρονόμων (τέκνων) του διαθέτη και του πρώτου ενάγοντος, που επιδόθηκε στη Ζ. Σ. με θυροκόλληση, λόγω της άρνησής της να την παραλάβει, όπως προκύπτει από την .../3-4-1992 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Τ., εκδόθηκε ερήμην της τελευταίας η 3021/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσιας δικαιοδοσίας) και δυνάμει αυτής το 1592/1992 κληρονομητήριο, στο οποίο αναφέρεται, σε σχέση με το κληρονομικό δικαίωμα της Ζ. Σ. επί της κληρονομιάς του συζύγου της, ότι σ' αυτήν περιέρχεται, εκτός άλλων, η προαναφερθείσα ισόγεια οικία της οδού ..., καθώς και ότι μετά το θάνατο της η αποκτηθείσα από αυτήν κληρονομιά θα περιέλθει εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρίαν στους ενάγοντες εγγονούς του κληρονομουμένου ως καταπιστευματοδόχους.
Το εν λόγω κληρονομητήριο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στις 6/11/1992, στον τόμο 3823 και με αύξοντα αριθμό …, καθώς και στην 935208 μερίδα της Ζ. Σ. στο βιβλίο μερίδων του ίδιου Υποθηκοφυλακείου με αύξοντα αριθμό 2. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Ζ. Σ., χωρίς να έχει σχετική εξουσία διάθεσης, μεταβίβασε στην εναγομένη το κληρονομιαίο ακίνητο της οδού ...
δυνάμει του 15872/16-5-1996 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τριπόλεως Αρκαδίας Σ. Β. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στο τόμο 4029 και με αύξοντα αριθμό …. Οι ενάγοντες, μόλις πληροφορήθηκαν τούτο, ήγειραν εναντίον της Ζ. Σ. και της εναγομένης την από 16-4-1999 αγωγή τους με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω μεταβιβαστικής πράξης και επ' αυτής εκδόθηκε η 995/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει έννομου συμφέροντος των εναγόντων, με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν είχε γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς στους ενάγοντες.
Στις 19-3-2003, ότε απεβίωσε η Ζ. Σ., η κληρονομιά επήχθη στους καταπιστευματοδόχους (ενάγοντες), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1935 ΑΚ, οι οποίοι κατέστησαν αφενός μεν αυτοδικαίως συγκληρονόμοι, κατ'ισομοιρία, του παππού τους ως προς τα αντικείμενα της κληρονομιάς που αποτελούσαν το καταπίστευμα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το ακίνητο της οδού ..., αφετέρου δε συγκύριοι, κατ' ίσα ιδανικά μερίδια του ακινήτου αυτού, κατόπιν μεταγραφής του προαναφερθέντος πιστοποιητικού κληρονομητηρίου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στο τόμο 4762 και με αύξοντα αριθμό …, καταχωρηθείσας της σχετικής εγγραφής και στις 905717 και 479557 μερίδες τους, αντίστοιχα, στα βιβλία μερίδων του ίδιου Υποθηκοφυλακείου.
Με την επαγωγή της κληρονομιάς στους ενάγοντες κατέστη άκυρη, ως προς αυτούς (σχετική ακυρότητα), η μεταβίβαση προς την εναγομένη του εν λόγω κληρονομιαίου ακινήτου. Η εναγομένη ισχυρίστηκε; επικουρικά, με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρει τον ισχυρισμό της αυτό με ξεχωριστό λόγο έφεσης, ότι η δικαιοπάροχος της είχε δικαίωμα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης, να διαθέσει ελεύθερα την κληρονομιαία περιουσία προς αντιμετώπιση των αναγκών της και ότι οι ενάγοντες θα εγκαθίσταντο σε ό,τι ήθελε βρεθεί στην κληρονομιά, κατά το χρόνο της επαγωγής σ' αυτούς (άρθρο 1939).
Δεν πρόκειται, όμως, για καταπίστευμα του "περιλιμπανομένου", δηλαδή για καταπίστευμα σε ό,τι βρεθεί στην κληρονομιά κατά το χρόνο της επαγωγής (του θανάτου της βεβαρημένης κληρονόμου), αφού στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να έχει συμπεριληφθεί στη διαθήκη ρητώς και σαφώς εκπεφρασμένη η σχετική βούληση του διαθέτη με τη χρήση αντίστοιχης ρήτρας, κάτι που δεν συμβαίνει εν προκειμένω και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης και ο συναφής λόγος έφεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη γνώριζε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου σ' αυτήν την ύπαρξη και την έκταση του κληρονομικού δικαιώματος της δικαιοπαρόχου της αναφορικά με το μεταβιβασθέν ακίνητο και συνεπώς ότι αυτό αποτελούσε καταπίστευμα υπέρ των εναγόντων, αφού κατά τον προηγηθέντα, της σύναψης του επίδικου συμβολαίου, έλεγχο τίτλων στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών,, είχε διαπιστωθεί από τον ενεργούντα, για λογαριασμό της δικηγόρο η μεταγραφή του …2/1992 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου και η καταχώρησή του στη μερίδα της πωλήτριας.
Επομένως είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, ισχυρισμός της εναγομένης για άγνοια του κληρονομικού δικαιώματος των εναγόντων, ανεξαρτήτως του ότι τυχόν παράλειψή της να πληροφορηθεί την ύπαρξη και το περιεχόμενο του κληρονομητηρίου θα αποτελούσε περίπτωση βαριάς αμέλειας, που, όπως και η γνώση, αποκλείουν την ύπαρξη καλής πίστης για την κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία, την οποία επικαλείται η εναγομένη για τη θεμελίωση της ένστασης ιδίας κυριότητας, που επανέφερε με συναφή λόγο έφεσης.
Αφού, λοιπόν, η εναγομένη γνώριζε, κατά το χρόνο κτήσης της νομής του επίδικου ακινήτου, ότι με το θάνατο της πωλήτριας και τη συνεπεία αυτούς επερχόμενη επαγωγή του κληρονομιαίου ακινήτου (καταπιστεύματος) στους ενάγοντες η μεταβίβαση αυτή θα απέβαινε άκυρη δεν τελούσε σε καλή πίστη ως προς την κτήση δικαιώματος κυριότητας επί του συγκεκριμένου ακινήτου.
Αφού, λοιπόν, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξης καλής πίστης της εναγομένης η προταθείσα από αυτήν, ένσταση ιδίας κυριότητας με βάση την τακτική χρησικτησία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και τούτο, ανεξάρτητα, από το αν η εναγομένη ασκούσε στο επίδικο τις επικαλούμενες από αυτήν πράξεις νομής επί μία δεκαετία (από τη μεταβίβασή του σε αυτή το Μάιο του έτους 1996 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 4.12.2007), αφού για την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία δεν αρκεί η άσκηση της νομής επί μία δεκαετία, αλλά πρέπει να συντρέχει σωρευτικά και το στοιχείο της καλής πίστης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο συναφής λόγος έφεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης μεταβίβασης του επιδίκου προς την εναγομένη και να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες τυγχάνουν, κατ'ίσο εξ αδιαιρέτου ποσοστό (50%) συγκύριοι του επιδίκου, τέλος, να διαταχθεί η εναγομένη να τους το αποδώσει κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου μερίδια κυριότητας.
Επομένους, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με συνοπτικότερη και διαφορετική, κατά ένα μέρος, αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα, όσα για το αντίθετο ισχυρίζεται η εναγομένη με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ, που παρατίθενται στην αρχή της προηγούμενης υπ'αριθμ.2 σκέψης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, σε κάθε δε περίπτωση με την επίκληση των πρώτου και δεύτερου εκ του αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικών λόγων επιχειρείται να ανατραπεί η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ειδικότερα γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως του διαθέτη είναι σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας και ότι από τα προκύψαντα και γενόμενα δεκτά ως αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις σύστασης καταπιστεύματος και μάλιστα όχι του "περιλιμπανομένου", όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου σ'αυτήν η αναιρεσείουσα εγνώριζε την ύπαρξη και την έκταση του κληρονομικού δικαιώματος της δικαιοπαρόχου της και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης.
Ο τρίτος αναιρετικός λόγος εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔμε τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της εναγομένης - αναιρεσείουσας περί καλής πίστης της για την κτήση κυριότητας στο επίδικο με τακτική χρησικτησία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε κατ'ουσία με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 του ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 496/2016 αίτηση για αναίρεση της 4909/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ