1222/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1222/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171§2 ΚΠολΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠολΔ αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1222 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1222/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την κοινή αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Γ. Μ. του Ι., κάτοικο ... που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη, 2)Δ. Μ. του Γ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη και 3)Ν. Κ. του Γ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Σπανουδάκη και Χρήστο Μαρκογιαννάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 343/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Γ. Μ. του Α., κάτοικο ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη και 2)Κ. Κ. του Γ., κάτοικο ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Βαρλάμη.
Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Οκτωβρίου 2015 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως και στους από 2 Μαρτίου 2016, κοινούς προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1244/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 30-10-2015 και 2-3-2016 αίτηση και πρόσθετοι λόγοι αντίστοιχα αναίρεσης κατά της 343/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Ανατολικής Κρήτης με την οποία καταδικάστηκαν ο μεν πρώτος, Μ. Γ. σε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή, ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, και τριών (3) μηνών σε καθένα των δεύτερου και τρίτου, ήτοι, τους Δ. Μ. και Ν. Κ. για την πράξη της ψευδορκίας, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του υπ' αυτής προβλεπομένου εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση, με οποιονδήποτε τρόπο, σε αρχή ότι τελέστηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση το δε περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως να είναι αντικειμενικώς ψευδές, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ήτοι ο μηνύσας ή ανακοινώσας να είχε γνώση ότι το περιεχόμενο της μηνύσεως ή ανακοινώσεως είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού.
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων/ 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν, τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του ά\\ου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 ΠΚ, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται, όποιος ,ενώ εξετάζεται, ενόρκως, ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση αρχής ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως, ενώπιον αρχής που είναι αρμόδια για την ένορκη εξέταση του, τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται, επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε", προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε.
Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με συμβουλές, απειλή, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας του και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με το φυσικό αυτουργό, υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών.
Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχείο του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί, ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π Κ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων.
Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως της συκοφαντικής δυσφήμησης της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμηνύσεως ή της καταθέσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: Με επίσπευση της "Λαϊκής Τράπεζας ήδη MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και σε εκτέλεση των με αρθ. 69/2004, 75/2004, 96/2004 και 97/2004 Διαταγών πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό το ευρισκόμενο στη Χερσόνησο Ηρακλείου Κρήτης ξενοδοχειακό συγκρότημα ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "..." της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, Γ.
Μ., αποτελούμενο από δέκα συνεχόμενα επιμέρους ακίνητα που είχαν κατασχεθεί με την υπ'αρθ. .../6-9-2004 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Χ. Κ., ορίστηκε δε με την με αριθμ. .../21-12-2006 Α' Επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων, του ίδιου δικαστικού επιμελητή ως ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 7-2-2007.
Η ως άνω επισπεύδουσα τράπεζα αναγγέλθηκε για ποσό 4.078.358,80 ευρώ. Κατά την παραπάνω ημερομηνία, (7-2-2007), ο πλειστηριασμός διεξήχθη στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου Χερσονήσου Ηρακλείου ενώπιον του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γ. Σ. και εμφανίστηκε σ' αυτόν και πλειοδότησε ο Γ. Μ., δικηγόρος Ηρακλείου, για λογαριασμό της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Κ.
Κ.. Το παραπάνω ξενοδοχείο κατακυρώθηκε στην ως άνω υπερθεματίστρια αντί του ποσού των 5.334.000 ευρώ. Ακολούθως, εκδόθηκε από τον ίδιο συμβολαιογράφο η με αρ. .../7-2-2007 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου στις 7-3-2007, ενώ με τη με αρ. .../29-3-2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Η.
Δ., η υπερθεματίστρια εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο. Στη συνέχεια, αποδείχτηκε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της "...", άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της με αρ. .../7-2-2007 έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης με αρ. .../6-3-2007 κατακυρωτικής έκθεσης του παραπάνω συμβολαιογράφου.
Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκαν η με αρ. 313/2008 οριστική απόφαση του δικαστηρίου αυτού και η με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, οι οποίες απέρριψαν την ανακοπή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από το πρώτο κατηγορούμενο, η οποία, όμως, απορρίφθηκε με τη με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατέθεσε στις 27-3-2009, ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηρακλείου, την από 20-3-2009 μήνυση του, εναντίον των Σ. Γ., συμβολαιογράφου, Κ. Ι., δικαστικού επιμελητή, Γ. Μ., δικηγόρου, και Κ. Κ., νομίμου εκπροσώπου της υπερθεματίστριας, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους, για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης με σκοπό προσπορισμού οφέλους, άνω των 73.000 ευρώ , για παράβαση καθήκοντος, για ψευδορκία μάρτυρα, για ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα και άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση.
Μετά τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, εκδόθηκε το 508/2011 απαλλακτικό βούλευμα για όλους τους κατηγορουμένους. Εξάλλου, ο Γ. Μ. και Κ. Κ. μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους, κατόπιν της προαναφερθείσας από 20-3-2009 εγκλήσεως του Γ. Μ., κατέθεσαν στις 9-10-2009 ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηρακλείου, την με ίδια ημερομηνία μήνυση τους σε βάρος των Γ.
Μ., Μ. Δ. και Κ. Ν. για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, συκοφαντική δυσφήμιση κατά συρροή, ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, για τις οποίες δικάζονται στο παρόν δικαστήριο μετά την άσκηση εφέσεως κατά της με αρ. 1056/2014 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα και σε σχέση με το διενεργηθέντα πλειστηριασμό, αποδείχτηκε ότι κατά τη προσδιορισμένη ημερομηνία της 7ης Φεβρουαρίου 2007, εντός του Δημοτικού καταστήματος του Δήμου Χερσονήσου, και περί ώρα 12:00 ο δικαστικός επιμελητής περιφέρειας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ι.
Κ. βρισκόταν στο χώρο τούτο, προκειμένου να βεβαιώσει την έναρξη του πλειστηριασμού, διενεργούμενο από άλλη συμβολαιογράφο. Μετά την έναρξη του πλειστηριασμού τούτου, κατόπιν εντολής που έλαβε από το συμβολαιογράφο…, κήρυξε την έναρξη του πλειστηριασμού στα ως άνω ακίνητα της εταιρείας ... λίγο μετά τις 12μμ.
Στο σημείο τούτο αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η έναρξη όσο και οι πλειστηριασμοί λαμβάνουν χώρα στο Δημοτικό Κατάστημα Χερσονήσου, στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, δίχως ωστόσο τούτο να είναι δεσμευτικό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο επίδικος πλειστηριασμός διενεργήθηκε εντός του Δημοτικού Καταστήματος Χερσονήσου και έξωθεν του κυλικείου.
Παρόντες στον πλειστηριασμό τούτο, πέραν του Συμβολαιογράφου ήταν και ο δικηγόρος Γ. Μ. πληρεξούσιος της υπερθεματίστριας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...". Πλην του τελευταίου, ο οποίος είχε, εμφανώς, έννομο συμφέρον να παρακολουθεί τη διενέργεια του πλειστηριασμού, λόγω, αφενός, του υψηλού τιμήματος 5.334.000 ευρώ η τιμή της πρώτης προσφοράς, και λόγω του ότι σε προγενέστερη ημερομηνία, την 20 Δεκεμβρίου 2006 είχε διενεργηθεί πλειστηριασμός δίχως να εμφανιστεί κανένας πλειοδότης, με αποτέλεσμα τη ματαίωση του πλειστηριασμού, παρόντες ήταν και οι Κ.
Κ., ως ενδιαφερόμενος πλειοδότης, ο οποίος ενώ επέδειξε στο συμβολαιογράφο μια επιταγή, εντούτοις δεν πλειοδότησε, όπως και η κ. Μ., σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου, η οποία και μετέβη στο χώρο μετά την 1.15 έως 1.40 μμ. συνοδευόμενη από το δικηγόρο του συζύγου της Φ. Δ. Να σημειωθεί ότι δεν παρευρέθηκαν ποτέ στο χώρο αυτό οι κατηγορούμενοι Μ.
Δ. και Κ. Ν.. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι είχαν προηγηθεί πολλές συναντήσεις του πρώτου κατηγορουμένου, με τους αρμόδιους υπαλλήλους της επισπεύδουσας, διευθυντή και δικηγόρο, κατά τη διάρκεια των οποίων οι τελευταίοι, προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον συμβολαιογράφο Σ. στο γραφείο του, δίχως η ενέργεια τούτη να τελεσφορήσει.
Οι συναντήσεις αυτές είχαν ως περιεχόμενο την προσπάθεια ματαίωσης του πλειστηριασμού, λόγω καταβολής μέρους των οφειλομένων. Ωστόσο, οι όποιες ενέργειες απέβησαν άκαρπες. Κατόπιν τούτων, ο συμβολαιογράφος Σ., αφού έλαβε τη με αριθμό ... επιταγή της ALPHA BANK ποσού 1.776.000 ευρώ, ίσου με το 1/3 του ποσού της πρώτης προσφοράς, ημερομηνίας 7-2-2007 από τον δικηγόρο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", Γ.
Μ., ο οποίος προσέφερε το ποσό των 5.334.000 ευρώ και εν απουσία άλλων πλειοδοτών, κατακύρωσε τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα στην υπερθεματίστρια, δίδοντας της ταυτόχρονα και προθεσμία δεκαπέντε ημερών για την καταβολή του υπολοίπου, δίχως ωστόσο ο δικηγόρος της υπερθεματίστριας να υπογράψει την ημέρα εκείνη, γεγονός που βεβαιώθηκε στην έκθεση.
Ο δικηγόρος της επισπεύδουσας, Ε. Π., και, σύμφωνα με πάγια τακτική, που ακολουθείται στις περιπτώσεις αυτές, λόγω του ότι είχε προηγηθεί ματαίωση του πλειστηριασμού, το Δεκέμβριο του 2006 και προκειμένου να μη πάρει άλλος δανειστής τα ηνία της εκτέλεσης, μη έχοντας πληροφορηθεί την επίτευξη του εκπλειστηριάσματος και την κατακύρωση των πλειστηριαζόμενων, έδωσε εκ νέου παραγγελία στον δικαστικό επιμελητή Ηρακλείου Χ.
Κ., από την 7-2-2007, προκειμένου να συνεχίσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού, σε περίπτωση αναβολής του. Την επόμενη ημέρα (8/2) το πρωί ο δικαστικός επιμελητής κατέθεσε στην υπάλληλο του ως άνω συμβολαιογράφου την εντολή συνέχισης , την οποία η τελευταία, παρέλαβε, ως είχε υποχρέωση και μη έχοντας προλάβει ο πληρεξούσιος της επισπεύδουσας να την ανακαλέσει.
Η εντολή τούτη ωστόσο κατέστη κενή περιεχομένου, μόλις ο κ. Π. πληροφορήθηκε από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο Σ., τα ως άνω αναφερθέντα. Με βάση τα ανωτέρω ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με τον τρόπο που περιγράφεται στη με αριθμό ... έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων, δηλαδή, κηρύχθηκε από το δικαστικό επιμελητή Κ.
η έναρξη του, εντός του Δημοτικού καταστήματος Χερσονήσου, παρουσία του πληρεξουσίου της υπερθεματίστριας, ο οποίος ήταν και ο μοναδικός πλειοδότης, και τρίτων. Ο πλειστηριασμός έληξε περί την 14:00 δίχως να προβληθεί ουδεμία αντίρρηση από τους παρόντες, και δη τη σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου και από το συνήγορο του Δ.
Φ.. Ο κ. Σ., είχε συντάξει μέρος της έκθεσης στο γραφείο του, πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ενώ κατά τη διάρκεια του κράτησε σημειώσεις, προκειμένου να ολοκληρώσει τη σύνταξη της έκθεσης και την καθαρογραφή της στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του συμβολαιογραφείου του. Ο δικηγόρος της επισπεύδουσας αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την κατακύρωση, ήτοι την 8 Φεβρουαρίου 2007, ανακάλεσε την εντολή συνέχισης του πλειστηριασμού προς το δικαστικό επιμελητή Πρωτοδικείου Ηρακλείου, Χ.Κ.
Ο ισχυρισμός της συζύγου του πρώτου κατηγορουμένου κ. Μ. ότι δεν έγινε κήρυξη της έναρξης του πλειστηριασμού, με την όποια επιτρεπτή χρονική απόκλιση, από τη βεβαιωθείσα 12 μεσημβρινή, είναι αβάσιμος εφόσον τούτη προσήλθε μετά την 1.15 και μέχρι την 1.40μμ.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά , αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι οι κατηγορούμενοι στο Ηράκλειο και τα χρονικά διαστήματα, 27/3/2009, 20/11/2007 και 9/1/2008 τέλεσαν τις αποδιδόμενες με το Κατηγορητήριο αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς, ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι' αυτές και πιο συγκεκριμένα την 27/3/2009 υπέβαλε την με ΑΒΜ ...
μήνυση του ενώπιον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου σε βάρος των εγκαλούντων Γ. Μ. και Κ. Κ. στην οποία ψευδώς αναφέρει, ως προς τον Γ. Μ. ότι όλα όσα κατέθεσε ο εγκαλούμενος είναι ψευδή και τα κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειας του αφού στον τόπο του πλειστηριασμού (Δημαρχείο) εμφανίστηκε όχι στις 11:30, αλλά λίγο πριν τις 14:00 και πλειοδότησε μετά την ώρα αυτή και δεν ήταν επομένως δυνατό να αντιληφθεί ούτε κήρυξη, ούτε αν ήταν προηγουμένως εκεί ο γνωστός του Κ.
ή ο Μ., ούτε ήταν δυνατό να πλήρωσε τον "κήρυκα" αφού εξαφανίσθηκε μόλις έδωσε την επιταγή, ούτε να δει δήθεν "στις δύο και δέκα" συντασσόμενη την έκθεση πλειστηριασμού με το χέρι που εξ αντικειμένου μπορούσε να συνταχθεί και συνετάχθη μόνο στο γραφείο του συμβολαιογράφου και ως προς τον Κ. Κ. "την απόφαση να καταθέσει τα παραπάνω ψεύδη προκάλεσε στον εγκαλούμενο μάρτυρα το μέλος του ΔΣ της ΑΕ, ..., Κ.
Κ., ο οποίος βρισκόταν στο ακροατήριο". Έπραξε δε τα παραπάνω, (κατάθεση ψευδούς μήνυσης), ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας όλων όσων είχε σ'αυτή αναφέρει. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο πλειστηριασμός του ξενοδοχείου ... ενώπιον του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γ. Σ. διεξήχθη κανονικά, στο ισόγειο του Δημαρχείου Χερσονήσου, σε εμφανή χώρο αυτού, σε κεντρικό σημείο αυτού, κοντά στο κυλικείο, ενώ τον πλειστηριασμό εκφώνησε κανονικά ο κήρυκας, ότι ο δικηγόρος Ηρακλείου Γ.
Μ. εμφανίστηκε για λογαριασμό του πελάτη του Κ. Κ. και πλειοδότησε σε αυτόν, καταθέτοντας σε επιταγή το προσφερόμενο ποσό. Ότι στον χώρο του πλειστηριασμού πριν την έναρξη αυτού, περί τις 11.30πμ, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γ. Μ., συνοδευόμενος από τον πελάτη του Κ. Κ. και τον γιό του Γ., ότι ο συμβολαιογράφος του πλειστηριασμού Γ.
Σ. έφτασε λίγο πριν τις δώδεκα. Στον προαύλιο χώρο του Δημαρχείου, καθ' όλη σχεδόν την χρονική διάρκεια του πλειστηριασμού παρευρισκόταν ο Κ. Κ., με τον γιό του Γ., ενώ κατά τη 1.15μμ με 1.40 η ώρα περίπου, κατέφθασε ο δικηγόρος κ. Φ. με την σύζυγο του κατηγορούμενου κυρία Μ.. Εκεί επίσης, βρισκόταν και ο Κ. πρώην δήμαρχος της Αγίας Βαρβάρας, ως ενδιαφερόμενος πλειοδότης, ο οποίος ενώ επέδειξε στο συμβολαιογράφο μια επιταγή, εντούτοις δεν πλειοδότησε, ενώ δεν παρευρέθηκαν ποτέ στο χώρο αυτό οι κατηγορούμενοι Μ.
Δ. και Κ. Ν.. Τα παραπάνω δε ισχυρισθέντα από αυτόν ήταν εν γνώση του ψευδή, καθώς ο κατηγορούμενος, καθ'όλη τη διάρκεια του πλειστηριασμού, βρισκόταν στην επισπεύδουσα αυτόν τράπεζα, κάνοντας διαπραγματεύσεις, προκειμένου να επιτύχει αναβολή αυτού, οι οποίες όμως απέβησαν άκαρπες η δε σύζυγός του παραβρέθηκε στον χώρο του πλειστηριασμού με τον ίδιο σκοπό.
Επίσης, τα ως άνω ψευδή περιστατικά, υποστήριξε ο πρώτος κατηγορούμενος ενώπιον τρίτων, ήτοι του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου και των υπαλλήλων της γραμματείας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ηρακλείου, ενώ ο ίδιος τελούσε σε γνώσει της αναλήθειάς τους καθώς και της δυνατότητας αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων δικηγόρου Ηρακλείου Γ.
Μ. και του Κ. Κ.. Επίσης, αποδείχθηκε ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, ή αναφερόμενοι στον όρκο που έχουν δώσει, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα. Συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ., κατά την κατάθεση της με ΑΒΜ .../480 από 27-3-2009 μηνύσεως του βεβαίωσε ψευδώς την αλήθεια του περιεχομένου των όσων κατέθεσε στη μήνυση αυτή σε βάρος των Μ.
Γ. και Κ. Κ.. Οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες, αντίστοιχα, ο δεύτερος την 9-1-2008 κατά τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και ο τρίτος την 20-11-2007 στην με αρ. 6702 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε., σύζυγο Ν. Κ., το γένος Μ. Τ., κατέθεσαν σχετικά με την διενέργεια του πλειστηριασμού και ειδικότερα:
Ο μεν δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε "κοντά στο γραφείο του αντιδημάρχου στον πρώτο όροφο είναι η αίθουσα που γίνονται οι πλειστηριασμοί. Είχα πάει στον αντιδήμαρχο για δική μου δουλειά... Πήγα και στο υπόγειο που είναι το γραφείο του κ. Τ., ανέβηκα στο ισόγειο και μετά στον πρώτο όροφο. Δεν είδα κανένα, ούτε την κ.
Μ., την οποία γνωρίζω. Έχω πάει άλλη φορά σε πλειστηριασμό.... Γνωρίζω ότι οι πλειστηριασμοί γίνονται μόνο στο Δημαρχείο... δεν άκουσα κανένα να διαλαλεί. Αν γινόταν πλειστηριασμός θα το άκουγα γιατί είχε ησυχία...". Ο τρίτος κατηγορούμενος κατέθεσε χαρακτηριστικά "γνωρίζω ότι στις 7 Φεβρουαρίου 2007 έβγαινε σε πλειστηριασμό το ξενοδοχείο ......
πήγα γύρω στις 12:00 η ώρα, αλλά ούτε άκουσα κανένα να κηρύττει τον πλειστηριασμό, ούτε είδα κάποιο συμβολαιογράφο και παρέμεινα εκεί μέχρι τις 12:30 .... Ο Μ. έχασε μία μεγάλη περιουσία σε εξευτελιστική τιμή. Δηλαδή πολύ κάτω από το μισό της αξίας και αυτό με πανούργους τρόπους.... Όση ώρα περίμενα ρώτησα όσους υπαλλήλους μπορούσα να βρω στο Δήμο μέσα, αλλά κανείς δε γνώριζε για τον πλειστηριασμό...
Ήταν δε όλα τα παραπάνω ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους του". Τα υποστηριχθέντα δε από τους κατηγορούμενους πραγματικά περιστατικά είναι ψευδή, καθόσον ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κανονικά στο ισόγειο του Δημαρχείου, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος Γ. Μ. και η σύζυγος του.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Μ. με πρόθεση, μετερχόμενος πειθώ και φορτικότητα, προκάλεσε την απόφαση στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων, με τους οποίους τον συνέδεε μακροχρόνια φιλία, για να τελέσουν την άδικη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, όπως αυτή παραπάνω περιγράφεται, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τις ένορκες καταθέσεις τους προς απόδειξη της ψευδούς από 20-3-2009 μηνύσεως του.
Τα παραπάνω προκύπτουν και από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίες δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές από το δικαστήριο. Ειδικότερα οι πολιτικώς ενάγοντες κατέθεσαν και οι δύο ότι ο πλειστηριασμός ξεκίνησε στις 12 η ώρα, με τη παρουσία του συμβολαιογράφου, ότι ο κήρυκας ήταν παρών και "διαλαλούσε" ότι η κ.
Μ. εμφανίστηκε στο χώρο που διεξαγόταν ο πλειστηριασμός μετά την 1.15 με 1.40μμ, ενώ ως προς την παρουσία του κήρυκα κατέθεσαν ότι ήταν παρών και ότι ο δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων δεν εμφανίστηκαν στο χώρο που διεξαγόταν ο πλειστηριασμός, γιατί αν εμφανιζόταν θα τους έβλεπαν. Εξάλλου, όλες οι παραπάνω αιτιάσεις κατά του κύρους του πλειστηριασμού έχουν κριθεί αμετάκλητα με αποφάσεις, μετά την άσκηση εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, ανακοπών και έχουν απορριφθεί με τις προαναφερθείσες με αρ. 313/2008 οριστική απόφαση το Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ,με αρ. 276/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, και με αρ. 1401/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχτούν ένοχοι των πράξεων που τους αποδίδονται. Και στην συνέχεια κήρυξε αυτούς ενόχους του ότι : "Στο …και τα χρονικά διαστήματα, 27/3/2009, 20/11/2007 και 9/1/2008 τέλεσαν τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο και ειδικότερα: Α) Ο πρώτος των κατηγορουμένων εν γνώσει του καταμήνυσε άλλους ψευδώς ότι τέλεσαν αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη τους γι αυτήν και πιο συγκεκριμένα την 27/3/2009 υπέβαλε την με ΑΒΜ ...
μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου σε βάρος των εγκαλούντων Γ. Μ. και Κ. Κ. στην οποία ψευδώς αναφέρθηκε ως προς τον Γ. Μ., ότι "... όλα όσα κατέθεσε ο εγκαλούμενος είναι ψευδή και τα κατέθεσε εν γνώσει της αναλήθειας τους, αφού στον τόπο του πλειστηριασμού (Δημαρχείο) εμφανίστηκε ότι στις 11:30 αλλά λίγο πριν τις 14:00 και πλειοδότησε μετά την ώρα αυτή και δεν ήταν επομένως δυνατό να αντιληφθεί ούτε κήρυξη, ούτε αν ήταν προηγουμένως εκεί ο γνωστός του Κ.
ή ο Μ., ούτε ήταν δυνατό να πλήρωσε τον "κήρυκα" αφού εξαφανίσθηκε μόλις έδωσε την επιταγή, ούτε να δει δήθεν "στις δύο και δέκα" συντασσόμενη την έκθεση πλειστηριασμού με το χέρι που εξ αντικειμένου μπορούσε να συνταχθεί και συνετάχθη μόνο στο γραφείο του συμβολαιογράφου, και ως προς τον Κ. Κ. "την απόφαση να καταθέσει τα παραπάνω ψεύδη προκάλεσε στον εγκαλούμενο μάρτυρα το μέλος του ΔΣ της "ΑΕ ...", Κ.
Κ. ο οποίος βρισκόταν στο ακροατήριο" . Έπραξε δε τα παραπάνω (κατάθεση ψευδούς μήνυσης) ενώ τελούσε σε γνώση της αναλήθειας όλων όσων είχε σ'αυτή αναφέρει. Β) Ο πρώτος των κατηγορουμένων, εν γνώσει του ενώπιον τρίτων ισχυρίσθηκε για κάποιον άλλο, γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, μάλιστα το γεγονός ήταν ψευδές και ο ίδιος γνώριζε ότι ήταν ψευδές και πιο συγκεκριμένα κατέθεσε την ως άνω (υπό στοιχείο Α) μήνυση του ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου καθώς και των υπαλλήλων της γραμματείας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ηρακλείου στην οποία ισχυρίζεται ψευδώς όσα αναλυτικά αναφέρονται στο υπό στοιχείο Α του παρόντος κατηγορητηρίου, Γ)Άπαντες οι κατηγορούμενοι εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφερόμενος στον όρκο που έχουν δώσει, κατέθεσαν εν γνώσει τους ψέματα και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος κατά την κατάθεση της με ΑΒΜ .../480 από 27-3-2009 μηνύσεως του βεβαίωσε ψευδώς την αλήθεια του περιεχομένου των όσων κατέθεσε στη μήνυση αυτή σε βάρος των Μ.
Γ. και Κ. Κ. οι δε δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων εξεταζόμενοι ενόρκως ως μάρτυρες αντίστοιχα ο δεύτερος την 9-1-2008 κ τη συνεδρίαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και ο τρίτος την 20-11-2007 στην με αρ. 6702 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. συζ. Ν. Κ. το γένος Μ. Τ., κατέθεσαν δήλωση για το αν ο Μ.
Γ. ήταν στο χώρο του πλειστηριασμού και την ώρα που βρέθηκε εκεί για το που γινόταν συνήθως οι πλειστηριασμοί, στο κατάστημα του Δήμου Χερσονήσου, για το αν την συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ήταν ο συμβολαιογράφος Γ. Σ. και ο δικαστικός επιμελητής Ι. Κ. στο χώρο του πλειστηριασμού, σχετικά με το αν κήρυξε εκ της εκθέσεως ο Ι.
Κ. το πλειστηριασμό και για το αν ήταν γενικώς και αντικειμενικά αντιληπτός ο πλειστηριασμός και το αν όντως ολοκληρώθηκε ο πλειστηριασμός και ειδικότερα: Ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε χαρακτηριστικά, "κοντά στο γραφείο του αντιδημάρχου στον πρώτο όροφο είναι η αίθουσα που γίνονται οι πλειστηριασμοί.
Είχα πάει στον αντιδήμαρχο για δική μου δουλειά, πήγα και στο υπόγειο που είναι το γραφείου του κ. Τ., ανέβηκα στο ισόγειο και μετά στον πρώτο όροφο. Δεν είδα κανένα, ούτε την κ. Μ., την οποία γνωρίζω. Έχω πάει και άλλη φορά σε πλειστηριασμό.... Γνωρίζω ότι οι πλειστηριασμοί γίνονται μόνο στο Δημαρχείο... δεν άκουσα κανένα να διαλαλεί.
Αν γινόταν πλειστηριασμός θα το άκουγα γιατί είχε ησυχία...", ο τρίτος κατηγορούμενος κατέθεσε χαρακτηριστικά "γνωρίζω ότι στις 7 Φεβρουαρίου 2007 έβγαινε σε πλειστηριασμό το ξενοδοχείο ...... πήγα γύρω στις 12:00 η ώρα, αλλά ούτε άκουσα κανένα να κηρύττει τον πλειστηριασμό, ούτε είδα κάποιο συμβολαιογράφο και παρέμεινα εκεί μέχρι τις 12:30 ....
Ο Μ. έχασε μία μεγάλη περιουσία σε εξευτελιστική τιμή. Δηλαδή πολύ κάτω από το μισό της αξίας και αυτό με πανούργους τρόπους.... Όση ώρα περίμενα ρώτησα όσους υπαλλήλους μπορούσα να βρω στο Δήμο μέσα αλλά κανείς δε γνώριζε για τον πλειστηριασμό... Ήταν δε όλα τα παραπάνω ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους του", Δ) ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση στους δεύτερο και τρίτο των κατηγορουμένων για να εκτελέσουν την άδικη πράξη τους, ψευδορκία μάρτυρα που η πράξη αναλυτικά περιγράφεται στο υπό στοιχείο γ) του παρόντος κατηγορητηρίου και ειδικότερα κατέθεταν ενόρκως ο μεν δεύτερος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο δε τρίτος ενώπιον του Συμβολαιογράφου, με πλήρη γνώση ότι αυτή είναι ψευδή προκειμένου να συνδράμουν τον πρώτο κατηγορούμενο στην υποβολή της ψευδούς από 20-3-2009 εγκλήσεώς του, με το περιεχόμενο που αυτή έχει και στην οποία εμπεριέχονται οι ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις των κατηγορουμένων.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως, συκοφαντικής δυσφημήσεως, ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, δι έλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1, 362 -363, 224 παρ. 2, 26 παρ. 1, 11 παρ. 1, 46 παρ. 1 εδ.
α 94 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση : α) ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου την ΑΒΜ ... μήνυση κατά των εγκαλούντων (Γ.
Μ. και Κ. Κ.) β) ότι όσα ανέφερε σ' αυτήν για τους μηνυόμενους ήσαν ψευδή με παράλληλη αναφορά των αληθών πραγματικών περιστατικών, γ) ο σκοπός αυτού, που ήταν να προκαλέσει αδίκως την ποινική καταδίωξη των ανωτέρω για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και άμεση συνεργεία σε ψευδή βεβαίωση (όπως και τελικά έγινε για να κριθεί αμετάκλητα με το 508/11 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου ότι δεν έπρεπε να γίνει εναντίον των κατηγορία για τις άνω πράξεις γ) ότι α] τα ψευδή περιστατικά τα οποία ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε και διέδωσε σε τρίτους, με την κατάθεση της μήνυσης του σε βάρος των καθών η αναίρεση περιείχοντο ψευδή γεγονότα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των όπως και τα ψευδή γεγονότα που κατέθεσαν οι δεύτερος και τρίτος εξεταζόμενοι ενώπιον αρμόδιας προς τούτο Αρχής (ο μεν Μ.
Δ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Κ. ο Κ. Ν., β] ο τρόπος με τον οποίον εγένετο η διάδοση και οι τρίτοι που έλαβαν γνώση αυτών, γ] παρατίθενται τα κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία είναι ψευδή όπως και ποια είναι τα αληθή αιτιολογεί δε το δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα χωρίς αντιφάσεις, τον δόλο των κατηγορουμένων αναιρεσειόντων, με την έκθεση στο αιτιολογικό των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτών , με την έννοια της βεβαιότητας για την αναλήθεια των άνω γεγονότων, του μεν πρώτου διότι καθόλη την διάρκεια του πλειστηριασμού βρισκόταν στην επισπεύδουσα τράπεζα κάνοντας διαπραγματεύσεις προκειμένου να επιτύχει την αναβολή του οι οποίες απέβησαν άκαρπες ενώ η σύζυγος του παρευρισκόταν στον χώρο του πλειστηριασμού για τον ίδιο σκοπό, των δε λοιπών (δεύτερου και τρίτου) εκ του ότι ουδέποτε βρέθηκαν στον χώρο του πλειστηριασμού την ημέρα και ώρα που αυτός διενεργείτο, ενώ αναφέρεται και η αρμόδια Αρχή ενώπιον της οποίας κατατέθηκαν δ) ότι ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) έπεισε τους μάρτυρες, που εξετάστηκαν ενώπιον αρμόδιας κατά τούτο αρχής να επιβεβαιώσουν τους ψευδείς ισχυρισμούς του, ο τρόπος και τα μέσα, (φορτικότητα, πειθώ, προτροπές και παραινέσεις καθώς και εκμετάλλευση της επιρροής του προς τους εξ αυτών λόγω και της φιλικής των σχέσεως), με τα οποία προκάλεσε στους μάρτυρες (λοιπούς των αναιρεσειόντων) την απόφαση να καταθέσουν τα όσα ψευδή κατέθεσαν.
Οι αιτιάσεις των, ότι από την έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς ή σχολιασμού των απολογιών και των καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης Σ. Α., Κ. Π. και Ν. Ν. προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν τις έλαβε υπόψει του κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος με εντεύθεν ελλιπή αιτιολογία της απόφασης είναι απορριπτέες αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί, ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, χωρίς αναλυτική παράθεση τους ή μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, ενώ, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των ή ο προσδιορισμός εκείνου που βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Εξάλλου, στην προκειμένη υπόθεση από την παραδοχή ότι οι κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές γίνεται ειδική αναφορά σ'αυτές χωρίς να είναι απαραίτητη και η αιτιολόγηση της σχετικής κρίσης όπως αβάσιμα αιτιώνται οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Δ που αναφέρεται στην αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ.329 331 333 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψει και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Α σε συνδυασμό με το αρθ. 171 παρ. 1 περίπτωση δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το αρθ. 358 του ιδίου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο.
Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης χωρίς να έχει ληφθεί υπόψει από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι λήφθηκαν υπόψει για την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος οι με αριθμούς 69/04,75/04 96/04 και 97/04 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η με αριθμό .../04 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείου Ηρακλείου Χ.
Κ., η .../21-12-06 Α επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του ίδιου δικαστικού επιμελητή, η με αριθμό .../07 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, η .../07 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή Ηρακλείου Η. Δ. ,το δικόγραφο της ανακοπής με το οποίο ζητείτο η ακύρωση της με αριθμό .../07 κατακυρωτικής έκθεσης πλειστηριασμού και της αντίστοιχης με αριθμό .../07 κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου Γ.Σ., η με αριθμό ...
επιταγή της ALPHA BANK η από 7-2-2007 εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή Χ. Κ. για συνέχιση του πλειστηριασμού η με αριθμό ... έκθεση πλειστηριασμού ακινήτων χωρίς τα άνω έγγραφα να έχουν αναγνωσθεί με αποτέλεσμα να στερηθεί των δικαιωμάτων που απορρέουν των διατάξεων των αρθ. 333 παρ 2 και 358 Κ.Ποιν.Δ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στα αναγνωσθέντα περιλαμβάνονται η από 8-2-2007 εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή Χ.
Κ. για συνέχιση του πλειστηριασμού (αναφερόμενη προφανώς εκ παραδρομής στο σκεπτικό ως 7-2-2007) όπως και η με αριθμό .../29-3-2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Η. Δ. (αναφέρεται στα αναγνωσθέντα ως η από 29/3/2007 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης) στην οποία μνημονεύεται και η με αριθμό .../07 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Ηρακλείου Γ.
Σ. και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τα λοιπά εκ των ανωτέρω εγγράφων τα οποία από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν αναγνώσθηκαν, εκτός του ότι το περιεχόμενο των προκύπτει από τις αναγνωσθείσες αποφάσεις 313/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την 267/2011 του Εφετείου Κρήτης και την 1401/2012 του ΑΠ είναι διαδικαστικά έγγραφα και αφορούν την προηγηθείσα του αναγκαστικού πλειστηριασμού επί του ακινήτου του πρώτου των αναιρεσειόντων, διαδικασία και αναφέρονται στην απόφαση διηγηματικά χωρίς να επηρεάζουν το αποδεικτικό πόρισμα για την ενοχή των αναιρεσειόντων.
Συνεπώς και ο σχετικός εκ της άνω παράβασης λόγος αναίρεσης εκ του αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ Α πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171§2 ΚΠολΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης και θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠολΔ αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου.
Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του τελευταίου οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση πολιτικής αγωγής, καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και τον χρόνο άσκησης και υποβολής της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 64, 63 και 68 ΚΠολΔ.
Η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα δηλ. από τους αμέσως ζημιωθέντος από την αξιόποινη πράξη και ειδικότερα από τους φορείς του δικαιώματος ή του εννόμου αγαθού που έχει προσβληθεί, κατά τις προβλέψεις των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ,.
Δηλαδή, πρέπει η εισαγόμενη πολιτική αξίωση αποζημιώσεως η χρηματικής ικανοποιήσεως να έχει άμεση σχέση και δη αιτιώδη συνάφεια με την κατηγορία για την οποία ο κατηγορούμενος διώχθηκε και δικάζεται, τούτο δε κρίνεται κατά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, όπως διατυπώνονται στο κλητήριο θέσπισμα ή στη κλήση του κατηγορουμένου και σύμφωνα με το προστατευόμενο έννομο αγαθό.
Το επιτρεπτό ή μη της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 720/2013). Στη προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι κατά την ενώπιον του ακροατηρίου διαδικασία και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας εμφανίστηκε στο δικαστήριο ο πρώτος των καθών η αναίρεση, Γ.
Μ. και δήλωσε, (επαναλαμβάνοντας την σχετική επί του πρωτοβαθμίου δήλωση του), ότι παρίσταται, ως δικηγόρος, αυτοπροσώπως, εναντίον των κατηγορουμένων, ως πολιτικώς ενάγων και ζητεί να του επιδικαστεί το χρηματικό ποσό των 44 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τις άδικες πράξεις αυτών (συμπεριλαμβανομένης και της ψευδορκίας και ηθικής σ'αυτήν αυτουργίας).
Την ίδια δήλωση αλλά για λογαριασμό του δευτέρου των καθών ήτοι του Κ. Κ. έκανε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Π. Ι.. Οι αναιρεσείοντες με τον σχετικό πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι το δίκασαν δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρθ. 510 αριθμό 1 στοιχ Α ΚΠΔ διότι επέτρεψε την παράσταση των άνω προσώπων ως πολιτικώς εναγόντων και για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής σ'αυτήν αυτουργίας αν και δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο όροι και ειδικότερα η αφορώσα στην ενεργητική των νομιμοποίηση προϋπόθεση.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα δεδομένου ότι κατά την κατηγορία, ως άμεσα ζημιωθέντα πρόσωπα, από την τέλεση των ένδικων αδίκων πράξεων, φέρονται οι Γ. Μ. και Κ. Κ. αφού από τις ψευδείς καταθέσεις των κατηγορουμένων υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας ζήτησαν την καταβολή του άνω ποσού που και τελικά μετά την καταδίκη των αναΙρεσειόντων επιδικάστηκε υπέρ αυτών.
Άλλωστε, ούτε ο αναιρεσείων αμφισβήτησε το δικαίωμα των για άσκηση πολιτικής αγωγής κατά την σχετική των δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για πλημμέλεια εκ του αρθ. 510 αρ. 1 στοιχ Α είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- Με βάση όλα τα ανωτέρω η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων-πολιτικώς εναγόντων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (583 Κ.Ποιν.Δ και 176, 183 ΚΠολΔ)
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 30-10-2015 και 2-3-2016 αίτηση και πρόσθετους λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, κατά της 343/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων που ορίζονται σε διακόσια πενήντα ευρώ (250) για τον καθένα και στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των πολιτικώς εναγόντων εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ