Supreme Court dismisses appeal for vague legal error claims and procedural defects in civil litigation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by HOME CARE A.E. against the Larissa Court of Appeal's decision. The appellants alleged procedural errors and substantive legal mistakes regarding elevator replacement costs, but the court found their arguments based on false premises. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellee, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the substantive rule violated, the factual findings relied upon, and the legal error; vague or unsupported claims are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1222 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1222/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "HOME CARE ΑΕ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Υ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Φιλινδρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 18-7-2008 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 433/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2014 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 11-3-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 12-9-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 244/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, που βάσει αυτών καταγνώσθηκε, και γ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 7-1-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας κατά των αναιρεσειόντων (μισθώτριας εταιρίας και εγγυηθέντος υπέρ αυτής, αντίστοιχα) περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως συνεπεία καταγγελίας που ασκήθηκε με την ως άνω αγωγή εκ μέρους της πρώτης για καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το σχετικό κεφάλαιό της, που έκρινε ομοίως, εντελώς εσφαλμένα δέχτηκε ότι έληξε η ένδικη μίσθωση μεταξύ των διαδίκων με την ως άνω καταγγελία, αν και έπρεπε να δεχτεί ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, καταχρηστική και μη νόμιμη, δεδομένου ότι έχει ως αιτία την άρνηση της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας να συνεργαστεί με την αναιρεσείουσα μισθώτρια για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούσαν την καλή λειτουργία του μισθίου ως κλινικής, όπως ήταν η συμφωνημένη χρήση του (έλλειψη σύνδεσης εκ κατασκευής του κτιρίου με το δημοτικό δίκτυο λυμάτων και διακοπή λειτουργίας του ανελκυστήρα), ζητήματα τα οποία έθεσε η τελευταία στην πρώτη με δύο εξώδικες δηλώσεις της, επαναλαμβάνοντας σχετική προφορική συμφωνία τους, οι όποιες δαπάνες γίνουν από την αναιρεσείουσα μισθώτρια για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ανελκυστήρα και θα προκύπτουν από επίσημα παραστατικά να συμψηφιστούν στα επόμενα μισθώματα.
Επίσης με τον τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια ως άνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ότι η ένδικη μίσθωση είχε λυθεί συνεπεία της καταγγελίας της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, παρά το ότι, από την 1-3-2011 συνήφθη σιωπηρά νέα μίσθωση μεταξύ της αναιρεσίβλητης ως εκμισθώτριας και της πρώτης αναιρεσείουσας ως μισθώτριας, με τους ίδιους όρους, δεδομένου ότι με το καταρτισθέν μεταξύ της τελευταίας και της αναιρεσείουσας μισθώτριας από 10-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση, κατά την οποία, θα εκπλήρωνε η μισθώτρια όλες τις υποχρεώσεις της, "θα υπογραφεί στα τέλη Φεβρουαρίου 2011 νέα σύμβαση μίσθωσης με τους ίδιους όρους της αρχικής" και η αναιρεσείουσα μισθώτρια τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις που ανέλαβε από το πιο πάνω συμφωνητικό και συνεπώς καταρτίστηκε μεταξύ τους νέα σύμβαση μισθώσεως, έστω και αν δεν υπογράφηκε γι' αυτήν τελικώς έγγραφο, άλλως συνεχίστηκε σιωπηρά η υφιστάμενη μίσθωση μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι από την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης ήτοι από τις 16-1-2008 που δέχτηκε το δικαστήριο ότι έλαβε χώρα η ως άνω καταγγελία της μισθώσεως και επί 6,5 χρόνια η μίσθωση συνεχίζεται με την παραμονή της αναιρεσείουσας μισθώτριας σ' αυτό, τη συνεχή και εμπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων από την τελευταία και την αναντίρρητη αποδοχή και είσπραξη των μισθωμάτων από την αναιρεσίβλητη εκμισθώτρια, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 158 επ.
ΑΚ, 575, 576 και 597 ΑΚ, καθώς και τις διατάξεις του ΠΔ 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων (άρθρο 1 και 44).
Με το ως άνω περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένους προβληθέντες απ' αυτούς ισχυρισμούς, κατά την εκτίμηση των οποίων από άποψη νομικής βασιμότητας ή κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, συντελέστηκε από το δικαστήριο η επικαλούμενη απ' αυτούς παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τους ισχυρισμούς τους αυτούς, που θεμελιώνουν την κατά τους αναιρεσείοντες εσφαλμένη κρίση του Εφετείου καθώς και τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η επικαλούμενη απ' αυτούς παραβίαση, δηλ.
με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή, σε κάθε δε περίπτωση, διότι υπό την προσχηματική επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ουσιαστική κρίση του περί λήξεως της συμβάσεως μισθώσεως με την ως άνω καταγγελία. Πέραν τούτων, καθόσον αφορά στην προβαλλόμενη από τους αναιρεσείοντες αιτίαση περί συνέχισης της αρχικής μισθώσεως, αυτή αβασίμως προβάλλεται, εφόσον, η είσπραξη των καθυστερούμενων μισθωμάτων εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, μετά την πάροδο της τασσόμενης από το άρθρο 597 ΑΚ προθεσμίας του ενός μηνός, οπότε η μίσθωση θεωρείται λήξασα, και η συνέχιση της είσπραξης αυτών, για όσο χρόνο η μισθώτρια παρακρατεί το μίσθιο, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια, ούτε το Εφετείο δέχτηκε κάτι τέτοιο, συναινέσεως αυτής, στη συνέχιση της αρχικής μισθώσεως, αφού, αφ' ενός μεν, μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας δεν αναβιώνει η λυθείσα, συνεπεία αυτής μίσθωση, αφ' ετέρου δε η αναιρεσείουσα μισθώτρια σύμφωνα με το άρθρο 601 ΑΚ μετά τη λήξη της μισθώσεως, έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, ως αποζημίωση χρήσεως καθώς και άλλη περαιτέρω ζημία.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση που εκδίδεται τέμνει τη διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής και η έκταση αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνεται προς το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 959/1985).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ. "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν' ασκηθεί και με κύρια αγωγή". Μεταξύ των ενστάσεων, οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, παρότι δεν προτάθηκαν, αν και ήταν δυνατόν να προταθούν, είναι και οι καταχρηστικές ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται σε απλά πραγματικά γεγονότα, τα οποία κατά νόμο δεν θεμελιώνουν αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση ξεχωριστής αγωγής, αλλά εμποδίζουν τη γέννηση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος ή καταργούν αυτό, και επομένως χρησιμεύουν μόνο προς απόκρουση αυτού.
Στις ενστάσεις δε αυτές περιλαμβάνεται και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, η οποία δύναται επιτρεπτώς να προταθεί μόνον στην περίπτωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος είναι μεταγενέστερα της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 613/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, διότι με το να απορρίψει το Εφετείο την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, λόγω δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αριθμ. 35/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας, μετά από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, από 14-9-2009 αγωγής της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσεως για το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2008 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2009 και η οποία απόφαση κατέστη τελεσίδικη πριν από τη συζήτηση της έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση μέρος της, τα εξής: "Με το από 01.07.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης - πατέρας της Κ. Υ. εκμίσθωσε στην εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία παροχής ιατρικών και συναφών υπηρεσιών με το διακριτικό τίτλο "HOME CARE Α.Ε" μία τριώροφη οικοδομή, που βρίσκεται εντός της πόλης της …, επί της οδού ..., στην οποία ήδη λειτουργούσε η ιδιωτική χειρουργική κλινική "...".
Συγκεκριμένα εκμίσθωσε το ισόγειο, εμβαδού 55 τετρ. μέτρων, όπου βρίσκεται η είσοδος της κλινικής και το ακτινολογικό εργαστήριο, τον πρώτο όροφο, εμβαδού 190 τετρ. μέτρων, το δεύτερο όροφο, ίδιου εμβαδού και τον τρίτο όροφο, εμβαδού 100 τετρ. μέτρων για εννέα έτη, ήτοι μέχρι 30.06.2010, με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης για μία ακόμη τριετία, αντί μηνιαίου μισθώματος, το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλεται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, 2.201 ευρώ (750.000 δραχμών), πλέον του ημίσεος των τελών χαρτοσήμου (1,8%), αναπροσαρμοζόμενου κατ' έτος κατά το καθοριζόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος ποσοστό του ετήσιου πληθωρισμού.
Στο μίσθιο αυτό ήδη από το έτος 1967 λειτουργούσε ουρολογική ιδιωτική κλινική, δυναμικότητας είκοσι πέντε κλινών, με άδεια εκδοθείσα επ' ονόματι του εκμισθωτή Κ. Υ., από το έτος δε 1977 και εντεύθεν λειτουργούσε ως μικτή κλινική (ουρολογική, δυναμικότητας 5 κλινών και χειρουργική, δυναμικότητας 20 κλινών) επ' ονόματι Κ.
Υ. και Δ. Α. μέχρι το έτος 1991 και εντεύθεν των Β. και Μ. Υ. και Δ. Α.. Η μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία μίσθωσε τον άνω χώρο προκειμένου να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί αυτόν ως μικτή ιδιωτική κλινική... Με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης η μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο και, αφού το ήλεγξε και έκρινε ότι αυτό ήταν κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε, εγκαταστάθηκε σ' αυτό και έκτοτε μέχρι σήμερα λειτουργεί στο μίσθιο υπό τη διεύθυνσή της χειρουργική κλινική.
Την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης μίσθωσης εγγυήθηκε προσωπικά και ο δεύτερος εκκαλών Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας. Στις 06.01.2004 απεβίωσε ο αρχικός εκμισθωτής Κ. Υ.. Με την από 30.11.2003 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως, συνταγέντων των υπ' αριθμ. 580/02.11.2004 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εγκατέστησε ως κληρονόμους του τη μεν θυγατέρα του Μ.
Υ. - εφεσίβλητη στον πρώτο όροφο της άνω οικοδομής, τη δε σύζυγό του Β. Υ. στους λοιπούς χώρους του μισθίου, κληρονομιά, την οποία αμφότερες αποδέχθηκαν με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. .../07.02.2006 πράξη του συμβολαιογράφου Λάρισας Αθανασίου Τζίκα και έτσι αμφότερες υπεισήλθαν στη μίσθωση ως εκμισθώτριες.
Στις 29.09.2007 απεβίωσε και η B. χα Κ. Υ., καταλείποντας ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο αυτής τη θυγατέρα της Μ. Υ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά της (βλ. τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθμ. .../ 28.02.2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου) και έτσι αυτή - εφεσίβλητη κατέστη μόνη εκμισθώτρια του επιδίκου μισθίου.
Παρότι, όμως, η μισθώτρια ανενόχλητα έκανε χρήση του μισθίου, από τον Απρίλιο του έτους 2007 μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2008 δεν κατέβαλε τα μισθώματα, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της, το ύψος των οποίων, χωρίς να αμφισβητείται από τους εκκαλούντες, μετά τις ετήσιες αναπροσαρμογές, για το μεν χρονικό διάστημα Απριλίου - Ιουνίου 2007 είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 2.546,50 ευρώ το μήνα, για το δε από Ιουλίου 2007 έως και Ιανουαρίου 2008 χρονικό διάστημα στο ποσό των 2.627,35 ευρώ το μήνα, πλέον του ημίσεος του χαρτοσήμου εκ 45,87 ευρώ και 47,30 ευρώ για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα.
Για το λόγο αυτό η εκμισθώτρια με την ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στη μισθώτρια εταιρεία στις 16.01.2008, κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης και αξίωσε την καταβολή του συνολικού ποσού των 26.499,59 ευρώ για τα ως άνω οφειλόμενα μισθώματα και το χαρτόσημο. Μεταγενέστερα η εκκαλούσα μισθώτρια εταιρεία (μετά την παρέλευση μηνός από την καταγγελία της μίσθωσης) κατέβαλε τα οφειλόμενα μισθώματα, λόγος, για τον οποίο η εκμισθώτρια παραιτήθηκε του σχετικού αγωγικού αιτήματος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με την εκκαλούμενη απόφαση υποχρεώθηκαν οι εκκαλούντες, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην εφεσίβλητη μόνον το συνολικό ποσό των 2.304,65 ευρώ για τόκους υπερημερίας, λόγω εκπρόθεσμης καταβολής των μισθωμάτων και να αποδώσουν τη χρήση του μισθίου στην εφεσίβλητη.
Με την υπ' αριθμ. 605/2010 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ανεστάλη, κατ' άρθρο 912 ΚΠολΔ, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της υπό κρίση έφεσης και η μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία εξακολούθησε να κάνει χρήση του μισθίου ως και πρότερον, χωρίς όμως κατά το από Δεκεμβρίου έτους 2008 έως και Δεκεμβρίου έτους 2009 χρονικό διάστημα να καταβάλει ως αποζημίωση χρήσης το κατά το χρόνο της καταγγελίας της μίσθωσης οφειλόμενο μηνιαίο μίσθωμα.
Επί της σχετικής από 14.09.2009 αγωγής (αρ. έκθ. κατάθ. 804/15.09.2009), που άσκησε η εκμισθώτρια ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 35/2010 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ερήμην της μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας, με την οποία κρίθηκε ότι η προκειμένη μίσθωση έληξε από 17.02.2008, συνεπεία της καταγγελίας που άσκησε η εκμισθώτρια με την ένδικη αγωγή, λόγω υπερημερίας της μισθώτριας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος Απριλίου έτους 2007 έως και Ιανουαρίου έτους 2008 και ως εκ τούτου επιδίκασε ως αποζημίωση χρήσης τα οφειλόμενα μισθώματα του άνω χρονικού διαστήματος (Δεκεμβρίου 2008 - Δεκεμβρίου 2009), συνολικού ποσού 34.155,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής.
Η άνω απόφαση (35/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου) κατέστη τελεσίδικη, εφόσον κατ' αυτής δεν ασκήθηκε κάποιο τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο από την ηττηθείσα εναγόμενη μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 2623/15.10.2013 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Λάρισας) και ως εκ τούτου από το παρεμπιπτόντως κριθέν με την απόφαση αυτή θέμα, της περιέλευσης της μισθώτριας σε υπερημερία ως προς την καταβολή των μισθωμάτων του με την ένδικη αγωγή αξιούμενού χρονικού διαστήματος (Απριλίου έτους 2007 έως και Ιανουαρίου έτους 2008) και της λύσης της μίσθωσης από 17.02.2008, συνεπεία της καταγγελίας που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή για τον άνω λόγο, που αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης χρήσης του αξιούμενου με την αγωγή αυτή χρονικού διαστήματος, απορρέει δεδικασμένο, που απαγορεύει την επί της ουσίας έρευνα του πρώτου λόγου έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι η υπερημερία στην οποία περιήλθαν ως προς την καταβολή των άνω μισθωμάτων ήταν ανυπαίτια και ότι σε κάθε περίπτωση η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος δεδομένου ότι μετά την εμφάνιση ελαττωμάτων στο μίσθιο, εξαιτίας των οποίων δεν θα μπορούσε να λάβει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια λειτουργίας της κλινικής, ανέλαβε η ίδια η μισθώτρια την αποκατάστασή τους, μετά από συνεννόηση με τη μητέρα της εφεσίβλητης, όσο αυτή ζούσε, με την οποία και είχε συμφωνήσει ότι τη σχετική αυτή αναγκαία δαπάνη θα συμψηφίσει με τα οφειλόμενα μισθώματα.
Το δεδικασμένο που προκύπτει από την ανωτέρω 35/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας καταλαμβάνει, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη και την προβαλλόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, εφόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν είναι προγενέστερα της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη αυτή απόφαση και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δη ότι από την υπ' αριθμ. 35/2010 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί αγωγής της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας κατά της πρώτης αναιρεσείουσας μισθώτριας για επιδίκαση αποζημίωσης χρήσεως του χρονικού διαστήματος Απριλίου έτους 2007 έως και Ιανουαρίου 2008 με την οποία κρίθηκε, ως προδικαστικό ζήτημα για την επιδίκαση της εν λόγω αποζημίωσης ότι η ένδικη μίσθωση έληξε από 17-2-2008, συνεπεία της καταγγελίας που άσκησε η εκμισθώτρια με την ένδικη από 17-2-2008 αγωγή, λόγω υπερημερίας της μισθώτριας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, απορρέει δεδικασμένο από το παραπάνω κριθέν παρεμπιπτόντως ζήτημα της λύσεως της συμβάσεως λόγω της ως άνω καταγγελίας για την παρούσα δίκη, καθόσον αφορά στην από 07.01.2008 (αρ.
έκθ. κατάθ. 17/09.01.2008) αγωγή της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας κατά της αναιρεσείουσας μισθώτριας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη την εκ μέρους της καταγγελία της ένδικης μισθώσεως με την εν λόγω αγωγή λόγω καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος Απριλίου 2007 έως και Ιανουαρίου 2008, ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου για τον άνω λόγο, το οποίο (δεδικασμένο) καταλαμβάνει, και την προβληθείσα κατά της τελευταίας αυτής ένδικης αγωγής ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής, έστω και αν δεν προτάθηκε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, εφόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν είναι προγενέστερα της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη αυτή απόφαση και μπορούσαν να προταθούν στη δίκη εκείνη, και με την παραδοχή αυτή απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούντο για καταχρηστική άσκηση με την ένδικη από 7-1-2008 αγωγή του δικαιώματος καταγγελίας της μισθώσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν δεν δέχτηκε παρά το νόμο την ύπαρξη δεδικασμένου.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 576 επ., 584 επ. και 591 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Εάν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης αναφανεί ελάττωμα, που έχει ως συνέπεια τη μερική ή πλήρη παρακώλυση της χρήσης, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336 και 343 ΑΚ την εκτέλεση της σύμβασης (δηλαδή την αποκατάσταση της χρήσης) και αντίστοιχα ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη χρήση και να προβεί στις απαιτούμενες για το σκοπό αυτό δαπάνες.
Αναγκαίες είναι οι δαπάνες οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση του μισθίου κατάλληλου για τακτική εκμετάλλευση και χρήση. Ο μισθωτής εξάλλου έχει δικαίωμα να προβεί ο ίδιος κατά τη διάρκεια της μίσθωσης στις αναγκαίες δαπάνες, οπότε ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να τις αποδώσει στο μισθωτή, εκτός αν συμφωνήθηκε άλλως μεταξύ των συμβαλλομένων, πράγμα που δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές που είναι ενδοτικού χαρακτήρα.
Ως πραγματικό ελάττωμα θεωρείται και η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από μέτρα που επιβάλλονται από διοικητική αρχή ή από περιορισμούς δημοσίου δικαίου ή συνεπεία μέτρων που επιβάλλονται από το νόμο (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 912/2000), εφόσον όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι εμποδίζεται η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Αντιθέτως, αν η χρήση δεν εμποδίζεται παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων, δεν υπάρχει ελάττωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο με το να δεχτεί, καθόσον αφορά τη συνεκδικασθείσα πρωτοδίκως με την προαναφερόμενη από 7-1-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης από 18-7-2008 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας μισθώτριας κατά της αναιρεσίβλητης, ως εκμισθώτριας, με την οποία αξίωσε την απόδοση σ' αυτήν από την τελευταία πραγματοποιηθεισών εκ μέρους της δαπανών, αναγκαίων για τη διατήρηση του μισθίου κατάλληλου για τη συμφωνηθείσα χρήση του ως κλινικής, οι οποίες βαρύνουν την εκμισθώτρια, ότι οι δαπάνες στις οποίες προέβη η πρώτη αναιρεσείουσα μισθώτρια για αντικατάσταση του ανελκυστήρα του μισθίου εμπίπτουν στις αναγκαίες δαπάνες επισκευής και συντήρησης αυτού, που σύμφωνα με τους όρους του συμφωνητικού της ένδικης μισθώσεως βαρύνουν τη μισθώτρια και παραμένουν προς όφελος του μισθίου αναποζημίωτες αν και στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για επισκευή ή οποιαδήποτε συντήρηση του ανελκυστήρα αλλά πρόκειται για υποχρέωση που επιβάλλεται στους ιδιοκτήτες με αναγκαστική διάταξη του νόμου όπως αυτή προβλέπεται από την ΚΥΑ Φ9.2/29362/1857/2005 (ΦΕΚ Β' 1797/2005) και βαρύνουν τον εκμισθωτή, και στην προκειμένη περίπτωση την αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια της επιβαλλόμενης από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 και 575 του Α.Κ.
υποχρέωσης του εκμισθωτή, να διατηρεί το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, παραβίασε τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με το ενδιαφέρον ζήτημα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τους όρους της σύμβασης μίσθωσης η μισθώτρια ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τις δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, φόρο αποκομιδής απορριμμάτων, τα τέλη δημοτικού φωτισμού, τα τέλη ΔΕΥΑΛ, υπονόμων και κάθε άλλη τυχόν δημοτική επιβάρυνση ή δαπάνη που κατά νόμο βαρύνει το μίσθιο και τον εκμισθωτή (άρθρ. 8 της σύμβασης).
Επίσης η μισθώτρια ανέλαβε τη συντήρηση και κάθε επισκευή του ανελκυστήρα της κλινικής (άρθρ. 9), καθώς και τη δαπάνη για κάθε επισκευή, συντήρηση ή και βελτίωση του μισθίου που θα γίνει με πρωτοβουλία της και προς όφελός της για καλύτερη απόδοση της επιχείρησης που θα λειτουργήσει σ' αυτό (μίσθιο, άρθρο 13 της σύμβασης).
Με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης η μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο και, αφού το ήλεγξε και έκρινε ότι αυτό ήταν κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζε εγκαταστάθηκε σ' αυτό και έκτοτε μέχρι σήμερα λειτουργεί στο μίσθιο υπό τη διεύθυνσή της χειρουργική κλινική. Την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης μίσθωσης εγγυήθηκε προσωπικά και ο δεύτερος εκκαλών Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας ...
Περαιτέρω, όσον αφορά τα επικαλούμενα από τη μισθώτρια ελαττώματα του μισθίου αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Παρότι στο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και δη στο άρθρο 8 αυτού αναφέρεται ότι η μισθώτρια υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να καταβάλει τα τέλη Δ.Ε.Υ.Α.Λ και υπονόμων και ως εκ τούτου εύλογα δημιουργήθηκε στη μισθώτρια η πεποίθηση ότι το μίσθιο ήταν συνδεδεμένο με το δίκτυο αποχέτευσης της πόλης, γεγονός είναι ότι το μίσθιο, ως εκ της παλαιότητάς του, αφού αυτό είχε κτισθεί περί τις αρχές της δεκαετίας του 1960, δεν ήταν συνδεδεμένο με το δίκτυο αποχέτευσης της Δ.Ε.Υ.Α.Λ.
Για τη νόμιμη λειτουργία της κλινικής κατέστη υποχρεωτική η εγκατάσταση δικτύου διοχέτευσης των υγρών αποβλήτων της στον κεντρικό αποχετευτικό αγωγό της άνω δημοτικής επιχείρησης, διότι σε αντίθετη περίπτωση η κλινική δεν θα πληρούσε τις προϋποθέσεις για να της χορηγηθεί το πιστοποιητικό καλής λειτουργίας και η ανανέωση της άδειάς της.
Επίσης, ο ανελκυστήρας, λόγω της παλαιότητάς του, εμφάνισε βλάβη και από τον Οκτώβριο του έτους 2006 λειτουργούσε μόνον μέχρι το 2° όροφο και όχι μέχρι και τον 3° όροφο, όπως παλαιότερα, επισκευή αναγκαία λόγω της λειτουργίας του χειρουργείου στον 3° όροφο του μισθίου. Πέραν όμως της αποκατάστασης της άνω βλάβης ακολούθως κρίθηκε απολύτως αναγκαία και η πλήρης ανακατασκευή και αντικατάσταση του ανελκυστήρα, προκειμένου να πληροί τους όρους και προϋποθέσεις ασφαλούς λειτουργίας του, όπως αυτές καθορίστηκαν με μεταγενέστερες πράξεις της διοικητικής αρχής (βλ.
ΚΥΑ υπ' αριθμ. Φ.9.2/29362/1957/21.12.2005 (Φ.Ε.Κ. Β' 1797/2005) και ΥΑ οικ. 28425/2008 (Φ.Ε.Κ Β' 2604/2008). Η μισθώτρια ενημέρωσε τις εκμισθώτριες για τα ως άνω ελαττώματα του μισθίου, που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασης μίσθωσης και κάλεσε αυτές να μεριμνήσουν άμεσα για την αποκατάστασή τους, ενόψει του ότι η ύπαρξή τους θα εμπόδιζε την απρόσκοπτη από αυτή χρήση του μισθίου, αφού κινδύνευε να μη λάβει την απαιτούμενη άδεια νόμιμης λειτουργίας της κλινικής.
Ενόψει, όμως, της αδιαφορίας, που οι τελευταίες επέδειξαν, η μισθώτρια φρόντισε για την αποκατάστασή τους καταβάλλοντος εξ ιδίων τις σχετικές δαπάνες, συνολικού ύψους, όπως η ίδια υποστηρίζει, για τη μεν σύνδεση της οικοδομής με το αποχετευτικό δίκτυο της Δ.Ε.Υ.Α.Λ ποσού 10.082,48 ευρώ, για την επισκευή του ανελκυστήρα ποσού 3.236,80 ευρώ και για την πλήρη αντικατάσταση του ανελκυστήρα ποσού 23.800 ευρώ.
Όλες οι ανωτέρω συνιστούν αναγκαίες δαπάνες, εφόσον έγιναν για τη διατήρηση του μισθίου καταλλήλου για τη συμφωνημένη χρήση και κατά νόμο βαρύνουν τον εκμισθωτή (άρθρ. 591 ΑΚ), εκτός αντίθετης, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, συμφωνίας των συμβαλλομένων, αφού η σχετική διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και στην προκειμένη περίπτωση για τη δαπάνη, ύψους 3.236,80 ευρώ, στην οποία υπεβλήθη η μισθώτρια για την αρχική επισκευή του ανελκυστήρα, προκειμένου αυτός να ανέρχεται μέχρι τον 3° όροφο του μισθίου, υφίσταται αντίθετη συμφωνία περιεχόμενη στο άρθρο 9 του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, δυνάμει του οποίου η μισθώτρια ανέλαβε τη συντήρηση και κάθε επισκευή του ανελκυστήρα της κλινικής και ως εκ τούτου η εφεσίβλητη εκμισθώτρια δεν υποχρεούται να αποδώσει τη συγκεκριμένη δαπάνη στην εκκαλούσα - μισθώτρια.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που ομοίως έκρινε και απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης κατά το μέρος που βάλλει κατά της εκκαλουμένης διότι απέρριψε το συγκεκριμένο κονδύλιο.
Οι λοιπές δαπάνες, όμως, ερμηνευόμενων των σχετικών όρων της σύμβασης μίσθωσης (άρθρ. 8 και 13), κατά τους γενικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 2185/2009 ΝΟΜΟΣ), βαρύνουν την εφεσίβλητη - εκμισθώτρια, εφόσον δεν αφορούν οιαδήποτε επισκευή, συντήρηση ή βελτίωση του μισθίου που έγιναν προς όφελος της μισθώτριας για καλύτερη απόδοση της επιχείρησής της, αλλά αφορούν αυτή καθεαυτή την υπόσταση του μισθίου και τη δυνατότητα άσκησης σ' αυτό της χρήσης για το οποίο μισθώθηκε.
Ειδικότερα η μισθώτρια στις 24-7-2007 κατέβαλε στο ταμείο της Δ.Ε.Υ.Α.Λ το ποσό των 4.253,17 ευρώ (βλ. σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα της άνω δημοτικής επιχείρησης και σχετικό γραμμάτιο είσπραξης) προκειμένου να εκδοθεί η άδεια σύνδεσης της οικοδομής με το δίκτυο υπονόμων. Επιπλέον η ίδια υποστηρίζει ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 5.829,31 ευρώ για εργασίες αποξήλωσης των τσιμέντων και κομπρεσέρ, αγορά διαφόρων υλικών (τσιμέντων, αμμοχάλικου σε σάκκους, δομικού πλέγματος, φρεατίου από μαντέμι, μοτέρ λυμάτων και πίνακα λειτουργίας αυτού, υλικών σωληνώσεως σύνδεσης) και για αμοιβές υδραυλικών και ηλεκτροτεχνιών, όπως αυτές ειδικότερα εξειδικεύονται στην αγωγή, πλην εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προκύπτει η καταβολή των καθ' έκαστον μερικότερων ποσών, που συμποσούμενα θα έφθαναν στο ανωτέρω ύψος των 5.829,31 ευρώ, αφού ουδέν σχετικό παραστατικό έγγραφο (τιμολόγιο αγοράς - απόδειξη πληρωμής ή παροχής υπηρεσιών) προσκομίζεται, ουδέ ο εξετασθείς χωρίς όρκο στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας εταιρείας κατέθεσε κάτι σχετικό με τις συγκεκριμένες δαπάνες και ως εκ τούτου το σχετικό αγωγικό κονδύλιο θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να απορριφθεί και το αγωγικό κονδύλιο ποσού 23.800 ευρώ (20.000 + 19% Φ.Π.Α.), το οποίο διατείνεται η μισθώτρια ότι κατέβαλε για την πλήρη αντικατάσταση του ανελκυστήρα στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Σ. - Χ. Κ. Ο.Ε.". Από μόνη την προσκομιζόμενη έγγραφη, χωρίς ημερομηνία, προσφορά της άνω εταιρείας για την αγορά υλικών και εκτέλεση εργασιών αντικατάστασης του ανελκυστήρα, χωρίς να προσκομίζεται οιοδήποτε παραστατικό έγγραφο που να αποδεικνύει πράγματι την καταβολή οιουδήποτε για τον άνω λόγο ποσού, δεν μπορεί να δημιουργηθεί πλήρης δικανική πεποίθηση περί της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου, ενόψει του ότι μάλιστα ο νόμιμος εκπρόσωπος της μισθώτριας στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεσή του αναφέρει ότι η αλλαγή - αντικατάσταση του ασανσέρ στοίχισε 3.500 ευρώ.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη απόφαση, που έστω με διάφορη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμα τα άνω αγωγικά κονδύλια ποσού 5.829,31 ευρώ και 23.800 ευρώ και δη με το σκεπτικό ότι κατά τους όρους της σύμβασης μίσθωσης οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τη μισθώτρια, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, οπότε, αντικαθισταμένης της αιτιολογίας αυτής με την παρούσα, θα πρέπει ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης, κατά το μέρος που βάλλει κατά της απόρριψης των συγκεκριμένων κονδυλίων, να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Έσφαλε, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κρίση του, αφενός ότι δεν ήταν απαραίτητη η σύνδεση του μισθίου με το δίκτυο αποχέτευσης της πόλης και αφετέρου ότι η αποδεικνυόμενη για τον άνω λόγο αναγκαία δαπάνη ποσού 4.253,17 ευρώ, που καταβλήθηκε στα ταμεία της Δ.Ε.Υ.Α.Λ, κατά τους όρους της σύμβασης μίσθωσης, βαρύνει τη μισθώτρια, λόγοι για τους οποίους και απέρριψε αυτό.
Θα πρέπει, συνεπώς, δεκτού γενομένου ως βάσιμου και κατ' ουσίαν του δεύτερου λόγου έφεσης, καθώς και του τρίτου λόγου έφεσης, κατά το μέρος που βάλλει κατά της απόρριψης του συγκεκριμένου κονδυλίου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, μόνον όμως κατά το κεφάλαιό της που έκρινε επί της αγωγής της μισθώτριας εταιρείας και την αναγκαίως συνεχόμενη με αυτή διάταξή της περί δικαστικών εξόδων και, αφού διακρατηθεί η αγωγή αυτή και ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα από το Δικαστήριο αυτό, να γίνει αυτή δεκτή κατά ένα μέρος και να υποχρεωθεί η σ' αυτή εναγόμενη - εκμισθώτρια να καταβάλει στην ενάγουσα - μισθώτρια εταιρεία το ποσό των 4.253,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".
Από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που αφορούν τα σχετικά κονδύλια της αγωγής τους για δαπάνες αντικαταστάσεως του ανελκυστήρα, τα οποία με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Εφετείο, για την απόρριψη των κονδυλίων αυτών, δεν δέχτηκε όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι οι δαπάνες στις οποίες προέβη η πρώτη αναιρεσείουσα μισθώτρια για αντικατάσταση του ανελκυστήρα του μισθίου εμπίπτουν στις αναγκαίες δαπάνες επισκευής και συντήρησης αυτού, που σύμφωνα με τους όρους του συμφωνητικού της ένδικης μισθώσεως βαρύνουν τη μισθώτρια και παραμένουν προς όφελος του μισθίου αναποζημίωτες, αλλά ότι δεν αποδείχτηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ότι η αναιρεσείουσα μισθώτρια κατέβαλε τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ποσά για αντικατάσταση του ανελκυστήρα, δεχόμενο μόνο ότι αυτή, υποβλήθηκε σε δαπάνες επισκευής τούτου, ενόψει βλάβης που εμφάνισε από τον Οκτώβριο του 2006, οι οποίες μόνο σύμφωνα με σχετικό όρο του συμφωνητικού μισθώσεως βαρύνουν το μισθωτή.
Επομένως, ο λόγος αυτός, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 244/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ