1222/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1222/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν αναγγελθούν άλλοι δανειστές οφείλει να πληρώσει ολόκληρο το πλειστηρίασμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης που βαρύνει το ακίνητο. Ο υπερθεματιστής μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων, που έχουν εγγραφεί στο ακίνητο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1222 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1222/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ι. Δ. Ε.Π.Ε Φωτιστικά LUCE", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Ψαλτήρα.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" η οποία εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν. 2190/1921, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Γαλάνη-Αχουζαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3860/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6312/2006 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαΐου 2013 αίτησή της και εκδόθηκε η 702/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου Αθηνών (6312/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3263/2010 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί εκ νέου η αναιρεσείουσα με την 20 Ιουνίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 3263/2010 του Εφετείου Αθηνών, ως προς όλους τους λόγους της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 970 ΚΠολΔ, όταν το πράγμα κατακυρώνεται σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, αυτός πληρώνει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος που μένει, αφού αφαιρεθεί η απαίτηση του και τα έξοδα της εκτέλεσης, εφόσον δεν αναγγέλθηκαν άλλοι δανειστές ...
Αν αναγγελθούν άλλοι δανειστές οφείλει να πληρώσει ολόκληρο το πλειστηρίασμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, η καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή επιφέρει απόσβεση της υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης που βαρύνει το ακίνητο. Ο υπερθεματιστής μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων, που έχουν εγγραφεί στο ακίνητο.
Αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί, αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και ο προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν, ο δε υποθηκοφύλακας έχει υποχρέωση να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία, όταν προσαχθεί σ' αυτόν αντίγραφο της ακυρωτικής απόφασης. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργήθηκε νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 1007, 1012 παρ. 4 και 1015 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, και ιδίως από εκείνη του άρθρου 1018, σαφώς προκύπτει ότι, εάν ακυρωθεί ο πλειστηριασμός με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία, ως διαπλαστική συνεπάγεται αναδρομική άρση ως προς όλους των εννόμων συνεπειών του πλειστηριασμού, αναβιώνουν οι υποθήκες ή οι προσημειώσεις υποθήκης, που είχαν αποσβεστεί και εξαλειφθεί μετά την καταβολή από τον υπερθεματιστή του πλειστηριάσματος, για να περιέλθει σ' αυτόν το εκπλειστηριασμένο ακίνητο ελεύθερο από βάρη, εφόσον οι ασφαλιζόμενες με αυτά απαιτήσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί από τη διανομή του πλειστηριάσματoς και εξακολουθούν να υπάρχουν, στο σύνολο τους ή εν μέρει, ενώ δεν αναβιώνουν οι απαιτήσεις που έχουν ικανοποιηθεί πλήρως από τη διανομή του πλειστηριάσματος, ούτε οι αντίστοιχες υποθήκες και προσημειώσεις, οι οποίες συναποσβήνονται με τις απαιτήσεις που ασφαλίζουν.
Ο υπερθεματιστής που κατέβαλε το πλειστηρίασμα και δεν απέκτησε το εκπλειστηριασμένο ακίνητο, επειδή ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε τελεσίδικα κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (και όχι επειδή αυτός υπήρξε ανενεργής και ο υπερθεματιστής δεν απέκτησε το ακίνητο λόγω νομικού ελαττώματος) έχει ευθεία απαίτηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ) ΑΚ, να αναζητήσει το πλειστηρίασμα από τον καθού η εκτέλεση ο οποίος ωφελήθηκε οριστικά σε βάρος του υπερθεματιστή από τη διανομή του πλειστηριάσματος και τη συνακόλουθη απόσβεση των οφειλών του προς τους δανειστές.
Προς εξασφάλιση δε της απαίτησης του υπερθεματιστή για ανάληψη του πλειστηριάσματος (μόνο κατά κεφάλαιο), θεσπίστηκε υπέρ αυτού ειδικό προνόμιο στο πλειστηριασμένο ακίνητο του καθού η εκτέλεση, που υπερισχύει κάθε άλλου γενικού ή ειδικού προνομίου, και καθιερώθηκε η ακυρωτική απόφαση ως εκτελεστός τίτλος για την άμεση (χωρίς έγερση σχετικής αγωγής για απόκτηση επιδικαστικής απόφασης) και ταχεία αναγκαστική ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης κατά του καθού η εκτέλεση.
Οι δανειστές λαμβάνουν το πλειστηρίασμα με νόμιμη αιτία τις απαιτήσεις τους κατά του καθού η εκτέλεση, για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχτηκαν και οι οποίες αποσβήνονται με τη λήψη του πλειστηριάσματος και δεν αναβιώνουν με την ακύρωση του πλειστηριασμού, με συνέπεια αυτοί να μην πλουτίζουν αδικαιολόγητα σε βάρος του υπερθεματιστή (ΑΠ 42/2010, ΑΠ 1565/2008).
Όταν, όμως, ο επισπεύδων είναι συγχρόνως και πλειοδότης - υπερθεματιστής και έχει καλύψει, κατά το άρθρο 970 ΚΠολΔ που έχει αναλογική εφαρμογή και σε ακίνητα, την υποχρέωση του για καταβολή του πλειστηριάσματος με αναλογισμό (αποσβεστικό συνυπολογισμό) σ' αυτή και της απαίτησής του, για την αναγκαστική ικανοποίηση της οποίας επέσπευσε τον πλειστηριασμό που ακυρώθηκε, από και με την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού επέρχεται, αυτοδικαίως από τον νόμο, αναδρομική συνακύρωση - κατάργηση και της εντεύθεν υποχρέωσης του υπερθεματιστή για καταβολή, με τον προαναφερόμενο συγκεκριμένο τρόπο, του πλειστηριάσματος, με περαιτέρω έννομη συνέπεια την αυτοδίκαιη αναβίωση της εκτελούμενης απαίτησης κατά του καθού η εκτέλεση ή, κατά περίπτωση, μέρους αυτής, η οποία επανεντάσσεται στις ενεργές και απαιτητές οφειλές του καθού η εκτέλεση.
Ειδικότερα, με την αυτοδίκαιη αναδρομική άρση όλων των εννόμων συνεπειών του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε τελεσίδικα, η υποχρέωση του επισπεύδοντος, υπερθεματιστή για πληρωμή του πλεiστηριάσματος θεωρείσαι ότι δεν ήταν υπαρκτή κατά τον χρόνο της αναλογιστικής κάλυψής της και δεν είναι νοητός αποσβεστικός συνυπολογισμός της μη υπαρκτής αυτής υποχρέωσης με-την υπαρκτή εκτελούμενη απαίτηση του ίδιου κατά του καθού, ο οποίος είχε συνεπιφέρει και την απόσβεση αντίστοιχης και ισόποσης υποχρέωσης του τελευταίου, η οποία αυτοδικαίως αναβιώνει.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). 0 προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα : "Περαιτέρω από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα από την πλευρά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας που εξετάσθηκε στο -ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την - εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέτρα είτε ως δικαστικά τεκμήρια (στα οποία περιλαμβάνεται και η προσκομιζόμενη από την ενάγουσα από 3-11-2003 ιδιωτική γνωμοδότηση του Οικονομολόγου Ν.
Ρ. που εκτιμάται ελεύθερα κατά το άρθρο 390 του ΚΠολΔ - βλ. και ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 507/2009, ΑΠ 508/2008 Δημοσίευση "ΝΟΜΟΣ") αποδεικνύονται τα πιο κάτω : Δυνάμει της υπ' αριθ. .../12-8-1976 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων το έτος 1976 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τις υπ' αριθ. .../1/4-2-1977, .../2/7-3-1977, .../3/28-7-1977, .../4/15-2-1978 και .../5/10-5-1978 όμοιες συμβάσεις, η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία χορήγησε στην εφεσίβλητη πίστωση συνολικού ποσού 7.500.000 δραχμών.
Ακόμη, το έτος 1978, καταρτίστηκαν μεταξύ των ως άνω εταιρειών οι υπ' αριθ. …/3-1-1978, …/23-3-1978 και …/6-12-1978 συμβάσεις δανείου ύψους 5.000.000, 2.000.000 και 600.000 δραχμών αντίστοιχα. Στις 30-4-1981 η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις και έκλεισε οριστικά τους λογαριασμούς που ανοίχτηκαν προς εξυπηρέτηση τους.
Οι εν λόγω λογαριασμοί παρουσίαζαν χρεωστικό υπόλοιπο εις βάρος της εφεσίβλητης ύψους 6.930.032, 7.019.318, 2.591.897 και 803.887 δραχμών αντίστοιχα. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 17512/1981 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εκεί καθής (νυν εφεσίβλητη) διατάχθηκε να καταβάλει στην ανωτέρω αιτούσα τα πιο κάτω ποσά:
α) 6.930.032 δραχμές, με το νόμιμο τόκο από 30-4-1981, πλέον ΦΚΕ και τελών χαρτοσήμου, β) 5.000.000 δραχμές με το νόμιμο τόκο από 1-7-1978, γ) 1.800.000 δραχμές, με το νόμιμο τόκο από 1-10-1978 και δ) 634.814 δραχμές με το νόμιμο τόκο από 1-7-1979 Επίσης επιβλήθηκε σε βάρος της δικαστική δαπάνη ύψους 374.700 δραχμών. Επακολούθησε επιταγή προς εκτέλεση της ως άνω διαταγής πληρωμής, μετά την οποία επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί ενός ακινήτου της οφειλέτιδας εταιρείας που βρίσκεται στο ..., εκτάσεως 5.775 τ.μ., δυνάμει της υπ' αριθ. .../1-10-1985 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Νικολάου Τριάδη.
Στις 2-11-1986 το εν λόγω ακίνητο εκτέθηκε σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της Συμβολαιογράφους Κορωπίου Αρχόντισας Μαυροδημητράκη, η οποία συνέταξε την υπ' αριθ. .../2-11-1986 έκθεση της αναγκαστικού πλειστηριασμού. Το ακίνητο κατακυρώθηκε στην εκκαλούσα που ήταν η μόνη πλειοδότρια, αντί καταβληθέντος πλειστηριάσματος ύψους 16.001.000 δραχμών.
Από το ως άνω ποσό του πλειστηριάσματος, αφού αφαιρέθηκαν τα έξοδα εκτελέσεως και πλειστηριασμού, η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία εισέπραξε, έναντι της απαίτησης της το πόσο των 13.971.915 δραχμών, στο οποίο είχε καταταγεί ως ενυπόθηκη δανείστρια, με τον υπ' αριθ. .../1987 πίνακα κατατάξεως της ίδιας πιο πάνω Συμβολαιογράφου (βλ.
και την υπ' αριθ. .../30-4-1987 πράξη εξοφλήσεως της ίδιας πιο πάνω Συμβολαιογράφου). Στη συνέχεια όμως ο ως άνω πλειστηριασμός ακυρώθηκε με την υπ' αριθ. 103/1990 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή η από 25-1-1987 ανακοπή της νυν εφεσίβλητης εταιρείας. Η απόφαση αυτή κατέστη ήδη αμετάκλητη, κατόπιν παραιτήσεως της νυν εκκαλούσας από ασκηθείσα αναίρεση.
Κατόπιν αυτού επανήλθε στην κυριότητα της εφεσίβλητης το εκπλειστηριασθέν ακίνητο, το οποίο το έτος 1995 μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στην εταιρεία "ΕΔΡΑΣΗ Χ. Ψ. Α.Ε.", δυνάμει του υπ' αριθ. .../12-1-1995 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Στόλη - Χαματζή, αντί τιμήματος 177.000.000 δραχμών. Την ίδια ημέρα καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου, ήτοι την 12η-1-1995 η εφεσίβλητη κατέβαλε στην εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία το ποσό των 94.000.000 δραχμών για την εξόφληση του χρέους της.
Το ποσό αυτό καταβλήθηκε, προφανώς, από το εισπραχθέν τίμημα του ως άνω ακινήτου. Εν τω μεταξύ στις 17-10-1988 η εκκαλούσα είχε εισπράξει από κατάπτωση εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ποσό 4.807.148 δραχμών.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι μέχρι τις 12-1-1995 το επίδικο χρέος της εφεσίβλητης, το οποίο επιδικάστηκε με την αναφερόμενη πιο πάνω διαταγή πληρωμής, είχε διαμορφωθεί ως εξής: Από 1-7-1978 μέχρι 12-11-995 ο νόμιμος τόκος υπερημερίας ανέρχεται στα πιο κάτω ποσοστά: Από 1-7-1978 έως 31-8-1979 σε 12% (ΒΔ 21/21-8-46), από 1-9-1979 έως 10-10-1979 σε 21% (127/79), από 11-10-1979 έως 29-10-1990 σε 25% (ΠΥΣ 145/79, ΠΥΣ 193/79, ΠΥΣ 120/90), από 30-10-1990 έως 17-9-1992 σε 34% (ΠΔΤΕ 1761/90), από 18-09-1992 έως 20-10-1992 σε 44% (ΠΔΤΕ 2124/92), από 21-10-1992 έως 15-06-1993 σε 39% (ΠΔΤΕ 2137/92, ΠΔΤΕ 2185/93), από 16-6-1993 έως 30-9-1993 σε 33% (ΠΔΤΕ 2214/93), από 1-10- 1993 έως 25-10-1993 σε 36% (ΠΔΤΕ 2253/93), από 26-10-1993 έως 15-5-1994 σε 34% (ΠΔΤΕ 2255/93), από 16-5-1994 έως 27-9-94 σε 37% (ΠΔΤΕ 2304/94), 28-9-1994 έως 12-1-1995 σε 34% (ΠΥΣ 136/1995).
Επίσης ο ΦΚΕ ανερχόταν σε ποσοστό 4% που αυξήθηκε σε 5% από 5-4-1982 μέχρι 31-12-1986, οπότε καταργήθηκε και από 1-1-1987 αντικαταστάθηκε με τον Ε.Φ.Τ.Ε. που ανερχόταν σε 8% μέχρι 1-1-1994 που καταργήθηκε με το Ν. 2166/1993. Με βάση τα ανωτέρω, τις γενόμενες καταβολές, καθώς και τα όσα διέταξε η αναφερόμενη πιο πάνω διαταγή πληρωμής, η οποία, ας σημειωθεί, δεν προβλέπει ανατοκισμό των τόκων, το επίδικο χρέος της εφεσίβλητης ανέρχεται στα πιο κάτω ποσά :
α) στο ποσό των 14.378.647 δραχμών, στο οποίο ανέρχεται το συνολικό κεφάλαιο που επιδικάστηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής, β) στο ποσό των 13.971.915 δραχμών, στο οποίο ανέρχονταν οι τόκοι και λοιπά έξοδα (ΦΚΕ, Ε.Φ.Τ.Ε.) την 29η-7-1987 που φέρονται ότι εξοφλήθηκαν με το ισόποσο πλειστηριασμό, το οποίο, κατά τα άνω, προέρχεται από τον πλειστηριασμό που διεξήχθηκε στις 2-11-1986, αλλά μετέπειτα ακυρώθηκε και γ) στο ποσό των 43.262.834 δραχμών, στο οποίο ανέρχονταν οι λοιποί τόκοι μέχρι τον ανωτέρω χρόνο, αφού ήδη αφαιρέθηκε από αυτούς, στις 17-10-1988, το ποσό 4.807.148 δραχμών που, κατά τα άνω, η εκκαλούσα είχε εισπράξει από κατάπτωση εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου.
Ήτοι το επίδικο χρέος ανερχόταν την 12η-1-1995 στο συνολικό ποσό των 71.613.396 δραχμών (14.378.647 + 13.971.915 + 43.262.834 δρχ). Κατά τα αναφερόμενα και πιο πάνω, την ως άνω ημερομηνία η εφεσίβλητη κατέβαλε στην αντίδικο της, προς εξόφληση του επίδικου χρέους, το ποσό των 94.000.000 δραχμών.
Συνεπώς κατέβαλε αχρεωστήτως (χωρίς νόμιμη αιτία) το ποσό των 22.386.604 δραχμών, ήτοι 64.747,95 ευρώ. Έσφαλε λοιπόν η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε ότι κατά τον ως άνω χρόνο το επίδικο χρέος της εφεσίβλητης ανερχόταν μόνο στο ποσό των 57.641.481 δραχμών (ήτοι 14.378.647 δρχ το κεφάλαιο + 43.262.834 δρχ οι τόκοι) και ότι το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό ανέρχεται στις 36.358.519 δραχμές (106.701,45 ευρώ).
Το σφάλμα της δε συνίσταται ειδικότερα στο ότι δέχτηκε ότι με το ποσό των 13.971.915 δρχ του πλειστηριάσματος εξοφλήθηκε οριστικά ισόποσο μέρος των τόκων μετά των λοιπών εξόδων, ενώ το ορθόν είναι ότι μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού και την επιστροφή του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στην κυριότητα της εφεσίβλητης εταιρείας, ακυρώθηκε και ο καταλογισμός του ως άνω ποσού του πλειστηριάσματος προς εξόφληση του χρέους.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα επαναφέρει σχετικό ισχυρισμό της που είχε προβληθεί και κατά την πρωτοβάθμια δίκη. Αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, σύμφωνα με το οποίο στο επίδικο χρέος πρέπει να προστεθεί και το ποσό των 820.000 δραχμών, στο οποίο ανέρχονται τα έξοδα του ακυρωθέντος πλειστηριασμού.
Το τελευταίο αυτό ποσό δεν έχει σχέση με την επίδικη απαίτηση της εκκαλούσας που επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής. Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω πλειστηριασμός ακυρώθηκε όχι για λόγους που αφορούν την εφεσίβλητη, αλλά αντίθετα για λόγους που αφορούν την αντίδικο της τραπεζική εταιρεία".
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αναιρεσίβλητη επέβαλε κατάσχεση και επέσπευσε πλειστηριασμό του ενδίκου ακινήτου της αναιρεσείουσας προς εκτέλεση διαταγής πληρωμής για την αναγκαστική ικανοποίηση απαίτησης της από συμβάσεις πίστωσης και δανείων προς αυτή, στον οποίο η αναιρεσίβλητη αναδείχτηκε μόνη πλειοδότρια και υπερθεματίστρια έναντι πλειστηριάσματος 16.001.000 δρχ..
Ότι από το πλειστηρίασμα ένα μέρος ποσού 2.029.085 δρχ. καταβλήθηκε για τα έξοδα εκτέλεσης και το υπόλοιπο ποσό 13.971.915 δρχ. καταλογίστηκε προς ισόποση εξόφληση της εκτελούμενης απαίτησης (τόκοι και έξοδα), για το οποίο και κατατάχτηκε ως ενυπόθηκη δανείστρια. Ότι μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού και την επιστροφή του πλειστηριασμένου ακινήτου στην αναιρεσείουσα, η οποία ακολούθως το μεταβίβασε στην εταιρία "ΕΔΡΑΣΗ Χ.
Ψ. ΑΕ" με τίμημα 177.000.000 δρχ., η αναιρεσείουσα κατέβαλε την 12η/1/1995 στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 94.000.000 δρχ. για πλήρη εξόφληση του χρέους της προς αυτή. Επίσης το Εφετείο δέχτηκε ότι το νόμιμο χρέος της αναιρεσείουσας κατά την ημεροχρονολογία αυτή ανερχόταν συνολικά σε 71.613.396 δρχ., στο οποίο συμπεριλαμβάνεται (εκτός από το κεφάλαιο 14.378.647 δρχ.
και τους τόκους 43.262.834 δρχ., που είχε δεχτεί η πρωτόδικη απόφαση) και το ποσό των 13.971.915 δρχ., το οποίο καταλογίστηκε, κατά την καταβολή του πλειστηριάσματος ως μέρος της εκτελούμενης απαίτησης που αφορούσε τόκους και έξοδα, με την αιτιολογία ότι, λόγω της ακύρωσης του πλειστηριασμού, ακυρώθηκε και ο καταλογισμός του πλειστηριάσματος προς εξόφληση του αντίστοιχου χρέους της αναιρεσείουσας.
Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ως βάσιμο τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την, πρωτόδικη απόφαση και, αφού συνυπολόγισε και το ποσό των 13.971.915 δρχ. στο νόμιμο ανεξόφλητο χρέος της αναιρεσείουσας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της τελευταίας και επιδίκασε σ' αυτή το ποσό των 64.747,95 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 13-1-1995 κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η κρίση αυτή του Εφετείου, να συνυπολογίσει και το ποσό των 13.971.915 δρχ. στο νόμιμο και υπαρκτό χρέος της αναιρεσείουσας στις 13-1-1995, είναι ορθή, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, το σχετικό ποσό συνυπολογίστηκε αναλογιστικά στην υποχρέωση της επισπεύδουσας και υπερθεματίστριας αναιρεσίβλητης για καταβολή του πλειστηριάσματος, η οποία υποχρέωση, μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού, συνακυρώθηκε και αυτή αυτοδικαίως από τον νόμο, με συνακόλουθη συνέπεια η αντίστοιχη εκτελούμενη απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας να αναβιώσει και να επανενταχθεί στη συνολική υπαρκτή και νόμιμη οφειλή αυτής, για την εξόφληση οποίας δόθηκε το ποσό των 94.000.000 δρχ.
πριν μεταβιβαστεί το ακίνητο στην προαναφερόμενη εταιρία. Η δε συνακύρωση - κατάργηση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για καταβολή του πλειστηριάσματος και η συνακόλουθη αναβίωση της επίμαχης εκτελούμενης απαίτησής της που είχε υπολογιστεί αναλογιστικά στην καταβολή του πλειστηριάσματος, επήλθε αυτοδικαίως από τον νόμο και δεν όταν αναγκαία για την επέλευσή της καμία πρόσθετη ουσιαστική παραδοχή πέραν όσων διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και καμία επιπλέον ακυρωτική, αντιλογιστική ή άλλη ενέργεια της αναιρεσίβλητης, ούτε ήταν αναγκαία η απόδειξη με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο τέτοιας ενέργειας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο δέχτηκε χωρίς απόδειξη ως αληθινά πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δέχτηκε ακύρωση του καταλογισμού του ποσού των 13.971.915 δρχ. (και αναβίωση της σχετικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης), χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ή στοιχείο για την απόδειξη καταλογιστικών, αντιλογιστικών ή άλλων συναφών πράξεων της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος (αλυσιτελής), αφού δεν ήταν αναγκαία, για την επέλευση των προαναφερομένων έννομων συνεπειών, η διενέργεια και η απόδειξη διενέργειας καμίας από τις ενέργειες που επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη δύο έγγραφα, που αυτή είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα κατά τη δίκη στον πρώτο και δεύτερο, βαθμό, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την από 12-1-1995 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτής Σπύρο Κανελλόπουλο και είναι ουσιώδης ως προς τον υπολογισμό της απαίτησής της στο ποσό των 94.000.000 δρχ.
την 12η/1/1995, καθώς και την από 12-1-1995 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, η οποία υπογράφεται από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και με την οποία η τελευταία, μεταξύ άλλων, παραιτήθηκε κάθε δικαιώματος από τη μεταξύ τους αντιδικία. Όμως, από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης "... από την εκτίμηση καθώς και των έγγραφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια ...
αποδεικνύονται τα κάτωθι ...", καθώς και από ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις δύο προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις της αναιρεσίβλητης κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος του, το οποίο ακολούθως διατύπωσε στην απόφαση του με σαφήνεια και πληρότητα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.), η οποία, κατά το άρθρο 75 παρ. 2 του ν.2190/1920, έχει υποκατασταθεί αυτοδικαίως στην αναιρετική δίκη από την καθολική διάδοχο της τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», μετά από τη νόμιμη συγχώνευση αυτών με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 3263/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ