Supreme Court dismisses appeal where defendant withdrew lawsuit, rendering appeal inadmissible against remaining parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three defendants against a second-instance judgment. The court found the appeal inadmissible regarding two defendants because the defendant had withdrawn their lawsuit, effectively terminating the proceedings between them. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellants were ordered to pay the costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299, 556, 558, 577 of the Code of Civil Procedure; If a party withdraws their lawsuit, the appeal is inadmissible against the remaining parties as the legal relationship is extinguished.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1222 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1222/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη) και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτρη Μπόλη, 2) Χ2 και 3) Χ3, τους οποίους εκπροσώπησε ο προαναφερόμενος πληρεξούσιος δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων :1)Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόδωρος Βλαγκούλης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., 2) Του Μητροπολίτη ......., κατά κόσμον Ψ2, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Διονύσιος Φιλιππόπουλος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και 3) Ψ3, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Αικατερίνη-Σοφία Βαρδάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.11.2003 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 174/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20.06.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 11.01.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δεχθέν ότι ο εκ των κληρονόμων της εκκαλούσας Χ2 (δεύτερος των αναιρεσειόντων), με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εφέσεως ως προς τον εκ των εφεσιβλήτων Ψ3 (τρίτο των αναιρεσιβλήτων), έκρινε ότι ως προς αυτούς η έφεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Σύμφωνα έτσι με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299, 556, 558 και 577 ΚΠολΔ η ένδικη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη ως προς τους εν λόγω δύο διαδίκους.
ΙΙ. Κατά θεμελιακή αρχή του αστικού δικονομικού δικαίου, η διεξαγωγή της πολιτικής δίκης προϋποθέτει απαραιτήτως την ύπαρξη τουλάχιστον δυο διαδίκων τελούντων σε θέση αντιδικίας. Ως εκ τούτου, αν ο διάδικος αποβιώσει και κληρονομηθεί - πλην άλλων - και από έναν εκ των αντιδίκων του, τότε η δίκη μεταξύ αυτών δεν διακόπτεται αλλά καταργείται αυτοδικαίως, αφού με την ένωση των δύο ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο λύεται αυτοδικαίως η έννομη σχέση της δίκης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της αρχικώς ενάγουσας ....... κατά της 7/2005 πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε ότι αυτή απεβίωσε μετά την άσκηση της εφέσεώς της και ότι κληρονομήθηκε, χωρίς διαθήκη, κατά ποσοστό 1/6 από τον καθένα εκ των τριών αναιρεσειόντων και κατά ποσοστό 3/6 από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων (αρχικώς εναγομένων και εφεσίβλητων) σύζυγο της εν ζωή Ψ1, ακολούθως δε, προσδιορίζοντας στο ποσό των 4.000 ευρώ την οφειλόμενη στην αρχικώς ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη και κρίνοντας ότι η μεταξύ των εν λόγω συζύγων δίκη καταργήθηκε, ανεγνώρισε ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων οφείλει να καταβάλει στον καθένα εκ των τριών αναιρεσειόντων το 1/6 της ως άνω χρηματικής ικανοποιήσεως, δηλαδή το ποσό των 666,66 ευρώ. Με το να δεχθεί ως κατηργημένη τη μεταξύ των ειρημένων συζύγων δίκη ως προς τα υπόλοιπα 3/6 της χρηματικής ικανοποιήσεως, το εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά τον νόμο και δη κατά παράβαση των άρθρων 286 στοιχ. α' και 293-299 ΚΠολΔ. Επομένως, ως προς την - κατ' εκτίμηση - αποδιδόμενη στο εφετείο ως άνω αιτίαση, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος συναφώς στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση αυτού του λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο - πλην της ανωτέρω - και οι αιτιάσεις: α) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται από ποια πραγματικά περιστατικά και από ποια αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη η πρόκληση στην αρχικώς ενάγουσα κοιλιακών διαταραχών εξαιτίας της χορηγήσεως σ' αυτή ενός σιροπίου, το οποίο άλλωστε δεν κατονομάζεται, β) ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση αυτή από ποια συγκεκριμένα στοιχεία και αποδειχθέντα περιστατικά επείσθη το εφετείο ότι οι σύζυγοι (αρχικώς ενάγουσα και πρώτος των αναιρεσιβλήτων) συμφώνησαν να ερευνήσουν τη δυνατότητα εισαγωγής της πρώτης σε κάποιον από τους οίκους ευγηρίας που διατηρεί στην περιφέρεια της η Μητρόπολη ...., γ) ότι οι παραδοχές του εφετείου, περί του ότι η πτώση της αρχικώς ενάγουσας από το κρεβάτι του δωματίου της στο γηροκομείο ".....
και ...." και ο προκληθείς από την πτώση τραυματισμός της δεν μπορούν να αποδοθούν σε υπαιτιότητα των υπαλλήλων του ιδρύματος αλλά οφείλονται στην προσπάθεια της να εγερθεί μόνη της από το κρεβάτι και περί του ότι η μη τοποθέτηση προστατευτικού κάγκελου στο κρεβάτι της ήταν σκόπιμη και επιβεβλημένη αφενός λόγω της καταστάσεώς της (έλλειψη διεγέρσεων, ανησυχιών, επιθετικότητας και ενοχλητικής συμπεριφοράς προς τους άλλους τροφίμους) και αφετέρου λόγω αποφυγής της επιβαρύνσεώς της ως εμφανίζουσας κατάθλιψη, είναι παντελώς αστήρικτες και αβάσιμες, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να αποδεικνύονται οι ανωτέρω πραγματικές διαπιστώσεις, δ) ότι, σε σχέση με την παραδοχή του εφετείου περί υποβολής από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στην Ιερά Μητρόπολη ....
της από 1-6-2001 αιτήσεως με ορισμένα δικαιολογητικά αφορώντα στην κατάσταση υγείας της αρχικώς ενάγουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτή με σαφήνεια αν τα εν λόγω δικαιολογητικά ήταν πλήρη και όλα όσα απαιτούντο κατά νόμο και ε) ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν αντιφατικές αιτιολογίες, αφού το εφετείο δέχθηκε, αφενός μεν, ότι τα νοσήματα της αρχικώς ενάγουσας (οστεοαρθρίτιδα, κολίτιδα, κατάθλιψη) είχαν αντιμετωπισθεί σε ικανοποιητικό βαθμό με χειρουργική επέμβαση (η οστεοαρθρίτιδα) και με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή (η κολίτιδα και η κατάθλιψη), αφετέρου δε, ότι η χρήση προστατευτικών κιγκλιδωμάτων στο κρεβάτι της ίδιας θα επεβάρυνε αυτή ως εμφανίζουσα κατάθλιψη.
Όμως, με τις εκτεθείσες αιτιάσεις οι αναιρεσείοντες υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως του αναιρετικού λόγου του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το εφετείο των πραγματικών γεγονότων και των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως προς όλες τις ανωτέρω αιτιάσεις.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2007 αίτηση των Χ1 κλπ. περί αναιρέσεως της 174/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. για τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και στο ίδιο αυτό ποσό για τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ