Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment, ruling the lower court did not err by failing to address set-off claims separately.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final eviction judgment, ruling that the lower court did not commit a procedural error by failing to separately address the set-off claims. The appellant argued that the appellate court should have examined the set-off of rent arrears against the auction proceeds paid by the tenant, but the court found the lower court explicitly rejected these claims as unsubstantiated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a failure to separately examine a specific claim in the reasoning does not constitute a procedural error if the claim was explicitly rejected in the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1221 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1221/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-10-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-4-2003 και 12-3-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1405/2015 μη οριστική και 6123/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2667/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 20-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8140/1013/2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015), με αριθ. 2667/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την, από 7-4-2003 (αριθ. έκθ. κατάθ. 57727/2934/14-4-2003), αγωγή, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι, με σύμβαση μίσθωσης, εκμίσθωσε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, το ακίνητο (κατάστημα) που περιγράφεται στην αγωγή με τους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σε αυτήν.
Ότι, η εταιρία με την επωνυμία "...", προκειμένου να ικανοποιήσει χρηματική απαίτησή της σε βάρος του (ενάγοντος), κατέσχε αναγκαστικά το μίσθιο ακίνητο, το οποίο στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στον εναγόμενο-μοναδικό υπερθεματιστή, αντί πλειστηριάσματος 4.001.000 δραχμών (ήδη 11.741,75 ευρώ). Ότι, ο τελευταίος κατέβαλε το πλειστηρίασμα και έλαβε την με αριθ. 12761/4-11-1998 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, την οποία μετέγραψε νόμιμα.
Ότι, με την με αριθ. 9334/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, ακυρώθηκε, ύστερα από ανακοπή που άσκησε ο ενάγων, ο ως άνω πλειστηριασμός. Ότι, με τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης, είχε μεταβιβαστεί η κυριότητα του πλειστηριασθέντος μισθίου ακινήτου στον εναγόμενο μισθωτή και είχε αδρανήσει η υφιστάμενη μεταξύ τους μισθωτική σχέση με την ένωση στο πρόσωπο του τελευταίου των ιδιοτήτων ιδιοκτήτη και μισθωτή.
Ότι, ο πλειστηριασμός μετά την τελεσίδικη ακύρωσή του θεωρείται αναδρομικά ως μη γενόμενος και άρα θεωρείται ότι ουδέποτε απέκτησε ο εναγόμενος μισθωτής με αυτόν την κυριότητα του μίσθιου ακινήτου, η οποία ανήκει πλέον σε αυτόν (ενάγοντα), γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την αναδρομική αναβίωση της μεταξύ τους μισθωτικής σχέσης.
Ότι, ο εναγόμενος, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του (ενάγοντος), αρνείται να καταβάλει σε αυτόν τα οφειλόμενα κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως 31-3-2003 μισθώματα, τα οποία, με βάση την παραπάνω συμφωνία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 36.197,12 ευρώ, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει σε υπερημερία οφειλέτη.
Ότι, εξαιτίας της υπερημερίας του εναγόμενου ως προς την καταβολή των ανωτέρω μισθωμάτων, ο ίδιος κατήγγειλε, με την από 20-1-2003 εξώδικη δήλωση, τη σύμβαση μίσθωσης και συγχρόνως πρότεινε σε συμψηφισμό μέρος της απαίτησής του προς καταβολή των μισθωμάτων και συμπλήρωση της εγγύησης ποσού 10.009,06 ευρώ προς την απαίτηση του εναγόμενου εναντίον του για την επιστροφή μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού του καταβληθέντος από αυτόν πλειστηριάσματος.
Ότι ο εναγόμενος συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 1- 4-2003 έως 30-9-2003. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει α) το συνολικό ποσό των 26.188,06 ευρώ, ως καθυστερούμενα μισθώματα και β) το συνολικό ποσό των 6.694,40 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης.
Στη συνέχεια, ο ίδιος ως άνω ενάγων, άσκησε την από 12-3-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 34754/643/17-3-2014) αγωγή, στην οποία επαναλαμβάνοντας τα ως άνω σχετικά με τη σύμβαση μίσθωσης, τον πλειστηριασμό του ακινήτου του, την κτήση της κυριότητας αυτού από τον εναγόμενο, την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού και την αναβίωση της σύμβασης μίσθωσης, ισχυρίστηκε ότι, ο εναγόμενος συνέχισε να χρησιμοποιεί ακώλυτα το μίσθιο και μετά την καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, για το χρονικό διάστημα 1-10-2003 έως 10-1-2014 με αποτέλεσμα να του οφείλει αποζημίωση χρήσης.
Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούσε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 112.725,43 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης. Η πρώτη των παραπάνω αγωγών εκδικάστηκε αρχικά από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθ. 2187/2004 μη οριστική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή συζήτησης της αγωγής μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης που είχε ανοιχθεί με τις από 8-7-2003 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 6566/2003) και από 24-9-2003 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8660/2003) αρνητική περί κυριότητας αγωγή του εναγόμενου και αναγνωριστική ανταγωγή κυριότητας του ενάγοντος, αντίστοιχα, επί των οποίων αγωγών εκδόθηκε η με αριθ. 6833/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τόσο την αγωγή όσο και την ανταγωγή, ενώ αυτή κατέστη τελεσίδικη στις 3-12-2007 και αμετάκλητη στις 14-12-2010 με την παρέλευση τριετίας και εξαετίας αντίστοιχα από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης.
Επίσης, αμφότερες οι παραπάνω αγωγές συνεκδικάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, στις 7-5-2014 και εκδόθηκε επ' αυτών η με αριθ. 1405/2015 μη οριστική απόφαση με την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι η υπό κρίση διαφορά δεν είναι μισθωτική, αλλά υπάγεται στην τακτική διαδικασία, καθώς δεν αναβίωσε με την ακύρωση του αναφερόμενου στις αγωγές πλειστηριασμού η σύμβαση μίσθωσης και τις παρέπεμψε για να εκδικαστούν κατά την προσήκουσα, κατά την κρίση του παραπάνω δικαστηρίου, τακτική διαδικασία.
Τελικά επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 6123/2017 οριστική απόφαση, με την οποία το δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τις δύο αγωγές, ανακάλεσε τη μη οριστική (1405/2015) απόφασή του και δικάζοντας κατά την προσήκουσα διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015), έκρινε αυτές ορισμένες και νόμιμες (ως στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 574, 587, 595 εδ.
α', 597, 599 παρ. 1, 601, 346 του ΑΚ) και δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές ως και ουσιαστικώς βάσιμες, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο αφενός να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.808,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της πρώτης αγωγής και αφετέρου το ποσό των 78.070,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της δεύτερης αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, από τον ενάγοντα η, από 9-11-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 59541/506233/2017), έφεση και από τον εναγόμενο η, από 15-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 608266/507173/2017), έφεση, με τις οποίες, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσαν την εξαφάνιση αυτής και ο μεν ενάγων την καθ' ολοκληρία παραδοχή των αγωγών του, ο δε εναγόμενος την απόρριψη αυτών.
Το ως άνω δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθ. 2667/2020, απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις απέρριψε αυτές κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στη προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες(ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις (άρθρ. 559 αριθ. 1και 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Τούτο διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα: 1) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η πλημμέλεια από τον αριθ. 1εδ.α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι με την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού του μίσθιου ακινήτου του αναιρεσίβλητου-εκμισθωτή, το οποίο είχε κατακυρωθεί στον αναιρεσείοντα -μισθωτή, επήλθε αναβίωση, της μισθωτικής σύμβασης, αφού με το άρθρο 453 του ΑΚ δεν εισάγεται λόγος απόσβεσης της ενοχής αλλά λόγος αδράνειας αυτής, η οποία αίρεται μόλις αρθεί η ένωση στο ίδιο πρόσωπο των ιδιοτήτων οφειλέτη και δανειστή, ''εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστικού νόμου διάταξη του άρθρου 453 εδ.
β' ΑΚ παρά το όσα έχουν υποστηριχθεί από μέρος της θεωρίας, ενώ βρίσκεται και σε πλήρη αντίθεση με το γράμμα του νόμου, αφού αυτός κάνει αδιάκριτα λόγο, για απόσβεση των ενοχών, η οποία έτσι ποτέ και για κανένα λόγο δεν μπορεί να υπονοηθεί ως ατελής, φαλκιδευμένη και μη οριστική'', και 2) με τον δεύτερο λόγο η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του (αναιρεσείοντος), ο οποίος είχε υποβληθεί με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, περί καλόπιστης και δικαιολογημένης άρνησής του να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο-εκμισθωτή το μίσθιο μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού του μισθίου (και συνακόλουθα μη οφειλή μισθωμάτων), καθόσον ''η πάγια θέση της νομολογίας μέχρι την έκδοση στην ένδικη υπόθεση της με αριθ. 2233/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου ήταν ότι αν δεν έχει προσβληθεί με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ και η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής δεν χάνει τα δικαιώματά του πάνω στο πλειστηριασμένο αντικείμενο, για το οποίο υπερθεμάτισε''.
Οι ως άνω λόγοι, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις τους, από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο. Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο (Εφετείο) ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 453 και 601 του ΑΚ, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, παρά μόνο εκτίθεται το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό της μέρος και οι υποστηριζόμενες από αυτόν νομικές κυρίως ερμηνείες των ως άνω διατάξεων, που φέρονται ως ευθέως και εκ πλαγίου παραβιασθείσες, πλήν όμως, με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.
Η παράθεση δε πραγματικών ισχυρισμών (στο δικόγραφο της αναίρεσης) περιορίζεται στο να διαλάβει (ο αναιρεσείων) στους ως άνω αναιρετικούς λόγους μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι ως άνω ισχυρισμοί αυτού, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο (ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 22/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις σύμφωνα με τα άρθρο 44 του π.δ/τος. 34/1995, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο, μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει, λόγω αποζημίωσης, το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς να αποκλείεται στον εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι γεννιέται ιδιότυπη, αντικειμενική από συμβατική αδικοπραξία ευθύνη του μισθωτή για την περίπτωση που παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται από το νόμο με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ` αποκοπή. Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από τη παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 599, 601, 297, 298 του ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 574 του ΑΚ (ΑΠ 1959/2022, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 329/2019).
Επειδή δεν πρόκειται για μίσθωμα, αλλά για γνήσια αποζημίωση, δεν εφαρμόζεται σε αυτήν η διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 16 του ΑΚ περί πενταετούς παραγραφής, αλλά ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ (ΑΠ 1809/2012). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος-εναγόμενου ότι η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή ποσού 3.808,12 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1-4-2003 έως 30-9-2003 (1η αγωγή) και το πέρα από 31-12-2008 χρονικό διάστημα των πέντε ετών (2η αγωγή), δεν έχει υποπέσει στη πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 16 του ΑΚ, ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 249 του ΑΚ, διότι η αποζημίωση χρήσης δεν αποτελεί μίσθωμα, ούτε περιοδική παροχή και υπόκειται στην 20ετή παραγραφή, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 16 και 17 του ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, όχι όμως κατά κανόνα η ένσταση και η αντένσταση (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019). Εξαίρεση υπάρχει μόνο υπέρ των γνήσιων ενστάσεων που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, όπως η ένσταση συμψηφισμού ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό (ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 81/2006).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 360/2010).
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 25/2023, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 751/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 1632/2017, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 105/2014). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, με ρητή διάταξη, απέρριψε τις ένδικες εφέσεις των διαδίκων στο σύνολό τους, ως ουσιαστικά αβάσιμες, χωρίς καμιά διάκριση ή επιφύλαξη, αναφορικά και με τους ισχυρισμούς των διαδίκων-εκκαλούντων περί συμψηφισμού των απαιτήσεων καθενός από αυτούς και ειδικότερα, της απαίτησης του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος για συμψηφισμό ποσού 6.873,20 ευρώ για το μισθωτικό έτος 1-4-1999 έως 31-3-2000 και ποσού 3.235,86 ευρώ για το μισθωτικό έτος 1-4-2000 έως 31-3-2001, με την ανταπαίτηση του αναιρεσείοντος-εναγόμενου ποσού 10.009,96 ευρώ που είναι το πλειστηρίασμα το οποίο αυτός κατέβαλε ως υπερθεματιστής και ως προς το οποίο ο ενάγων, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού ωφελήθηκε σε βάρος του εναγόμενου.
Έτσι, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλ. δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα, εκ μόνου του λόγου ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα στο αιτιολογικό του (γίνεται μνεία αυτού στο ιστορικό της απόφασης) με τον ως άνω ισχυρισμό, περί συμψηφισμού της ανταπαίτησης του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης (που κατ` ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του είναι μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 8), είναι αβάσιμος.
Σε ακολουθία των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 20-10-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8140/1013/2021), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2667/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ