Supreme Court dismisses appeal on acquisition of ownership via twenty-year possession, ruling it inadmissible as an assessment of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision rejecting their claim for ownership of a property. The appellants argued that the lower court incorrectly assessed evidence regarding their twenty-year possession and the lack of a purchase contract. The court ruled that the appeal was inadmissible because the arguments merely challenged the court's evaluation of evidence and factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 para. 1 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a court's assessment of evidence or factual findings is inadmissible unless it raises a distinct legal issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1221 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1221/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. ή Π., χήρας Ε. Χ., 2) Α. Χ. του Ε., 3) Ε. Χ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Φ. Π. του Ε., 3) Μ. Τ. του Γ., παρισταμένου ατομικώς αλλά και υπό την ιδιότητά του ως οριστικού δικαστικού συμπαραστάτη της θυγατέρας του, Ε. Τ., 4) Κ., συζ. Μ. Τ., το γένος Γ. Κ., 5) Γ. Τ. του Μ. και Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τανταρούδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2015 αγωγή των α' και β' ήδη αναιρεσιβλήτων, και τις από 21-4-2015 και 21-5-2015 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Νάουσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 230/ΤΜ/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 230/ΤΜ/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 17/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάουσας, με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 21-4-2015 και 15-7-2015 αγωγές τους, με τις οποίες ζητούσαν να αναγνωριστούν η μεν πρώτη αναιρεσείουσα επικαρπώτρια, οι δε λοιποί αναιρεσείοντες συγκύριοι του αναφερομένου σ' αυτές ακινήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτού, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμησή του, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και, αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 401/2018, ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).
Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με εκείνον του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ. ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (που ταυτίζεται με εκείνον του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../12-12-1962 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Νάουσας Δημήτριου Κοντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό ..., η Κ.
συζ. Γ. Α. μεταβίβασε στον Κ. Γ. του Σ. έκταση 142 τ.μ εξ αδιαιρέτου, η οποία αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου, εμβαδού 592 τ.μ, που βρίσκεται στη Νάουσα, επί την οδού ... και το οποίο συνόρευε ανατολικά με οικόπεδο Α. Γ., δυτικά με οικόπεδο Α. Τ., βόρεια με ανώνυμη οδό πλάτους τεσσάρων μέτρων και νότια με οικόπεδο κληρονόμων Α.
και Α. Γ., Α. Β. και Π. Μ.. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-12-1963 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Νάουσας Νικολάου Πεχλιβάνου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό ..., ο Κ. Γ. μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο στον Α. Ρ. του Κ., ο οποίος στη συνέχεια με το υπ' αριθ. .../14-04-1964 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό…, το μεταβίβασε στην Ε.
χήρα Π. Χ.. Η τελευταία δυνάμει του υπ' αριθ. .../30-07-1965 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του άλλοτε συμβολαιογράφου Νάουσας Δημήτριου Κοντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό ..., μεταβίβασε λόγω δωρεάς το ανωτέρω ακίνητο στον. υιό της Ε. Χ. του Π., ο οποίος προκειμένου να ανεγείρει οικοδομή εντός αυτού εξέδωσε την υπ' αριθ. .../19-08-1965 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Ν.
Ημαθίας. Στο υπόμνημα της οπίσθιας σελίδας της άνω οικοδομικής άδειας ως ολική επιφάνεια οικοπέδου αναγράφεται 180 τ.μ., το δε οικόπεδο τοποθετείται, σύμφωνα με το τοπογραφικό διάγραμμα (του υπομνήματος), ως διαιρετό τμήμα στη δυτική πλευρά του μεγαλύτερου ως άνω οικοπέδου έκτασης 592 τ.μ., με διαστάσεις πλευρών 15 μ.
Χ 12 μ., ενώ δυτικά φέρεται ότι συνορεύει με δρόμο. Κατά την ανέγερση της διώροφης οικοδομής και συγκεκριμένα κατά την κατασκευή εξώστη κατά μήκος της δυτικής πλευράς της (οικοδομής), διαστάσεων πλάτους 1 μ. και μήκους 10 μ., η Κ. Α. άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάουσας την από 07-09-1965 και με αριθμό κατάθεσης 827/1965 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της Ε.
Χ., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η νομή της επί της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της εκτεινόταν εντός του υπολοίπου οικοπέδου της, και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την κατεδάφιση του άνωθεν της επίδικης εδαφικής λωρίδας εξώστη. Ωστόσο, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έλαβε χώρα στις 25-09-1965, οι διάδικοι συμβιβάστηκαν, αν και η Ε.
Χ. είχε κατά τον χρόνο εκείνο μεταβιβάσει την έκταση των 142 τ.μ., όπως προαναφέρθηκε, στον υιό της Ε. Χ., ο οποίος και είχε προβεί στην έκδοση της οικοδομικής άδειας και την ανέγερση της οικοδομής. Όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 97/25-09-1965 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Νάουσας, ή ενάγουσα Κ. Α. αναγνώρισε την εναγομένη Ε.
Χ. νομέα και κάτοχο της οικοπεδικής έκτασης εφ' ης προβάλλεται ο επίδικος εξώστης, ήτοι της έκτασης που βρίσκεται στην κάθετη προβολή του επίδικου εξώστη, ενώ η εναγομένη Ε. Χ. αναγνώρισε ότι κατέλαβε αυθαιρέτως λωρίδα οικοπεδικής έκτασης 1,20 μ. καθ' όλο τη μήκος της ανατολικής πλευράς του όλου οικοπέδου, ανηκούσης κατά κατοχή και νομή στην ενάγουσα, την οποία και απέδωσε σε αυτήν.
Στη συνέχεια δυνάμει του υπ' αριθ. .../21-10-1969 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Νάουσας Δημήτριου Κοντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό ..., η Κ. Α. μεταβίβασε στους Γ., Ν. και Α. Μ. διαιρετό τμήμα του εναπομείναντος οικοπέδου της, εμβαδού 150 τ.μ., το οποίο συνορεύει σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως ανατολικά με ιδιοκτησία Η.
Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Χ. ή Φ., βόρεια με ιδιωτική οδό πλάτους 4 μέτρων και νότια με ιδιοκτησίες Α. Γ. και Α. Μ., ενώ δυνάμει του υπ' αριθ. ..../24-02-1963 αγοραπωλητήριου συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε εκτέλεση του υπ' αριθ. .../1963 προσυμφώνου του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στην Φ.
Κ. έτερο διαιρετό τμήμα από την αρχική έκταση των 592 τ.μ., εμβαδού 150 τ.μ., που συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Γ., δυτικά με ιδιοκτησία της πωλήτριας και με ιδιωτική οδό, βόρεια με ακίνητο Θ. Τ. και νότια με ιδιοκτησία Δ. και Α. Γ.. Σημαντικό δε τμήμα του οικοπέδου των 592 τ.μ., κατέλαβε η Α' πάροδος ..., η οποία διανοίχθηκε το 1986 με την αναθεώρηση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου Νάουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 03-03-1998 απεβίωσε ο Ε. Χ. χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την πρώτη ενάγουσα σύζυγο του, Π. χήρα Ε. Χ., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, και τους δύο υιούς του Α. και Ε. Χ. (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων), κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο, οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με την υπ' αριθ. .../04-10-1998 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Νάουσας Αμαλίας Κοντοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό….
Μεταξύ των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνεται το ανωτέρω οικόπεδο, εμβαδού 142 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής, το οποίο, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως, συνορεύει ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας αδελφών Μ., δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Τ., νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Ζ.
και βόρεια με την πάροδο ..., και το οποίο, σύμφωνα με την άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, Περιήλθε στον κληρονομούμενο δυνάμει του υπ' αριθ. .../1965 δωρητήριου συμβολαίου, σε συνδυασμό με τα υπ' αριθ. 19477/1969 και 26..../1973 συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ωστόσο, οι ενάγοντες με την υπ' αριθ. .../27-11-2013 πράξη της συμβολαιογράφου Νάουσας Ελισάβετ Αποστόλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό…, προέβησαν στη διόρθωση της ανωτέρω υπ' αριθ. .../04-10-1998 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, δηλώνοντας ότι ο κληρονομούμενος είχε επιπλέον κατά το χρόνο θανάτου του στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του κι ένα άλλο τμήμα όμορο και συνεχόμενο με το πιο πάνω περιγραφόμενο ακίνητο, έκτασης 61,25 τ.μ., το οποίο απέκτησε από άτυπη αγορά από την Κ.
Α. προ τεσσαρακονταετίας και πλέον, το οποίο κατείχε και νεμόταν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου έως το θάνατο του χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ακολούθως, διόρθωσαν την έκταση του οικοπέδου τους σε 203,63 τ.μ., προερχόμενο από συνένωση των δύο συνεχόμενων και όμορων ανωτέρω τμημάτων (142,38 τ.μ. + 61,25 τ.μ.), το οποίο συνορεύει κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης ανατολικά εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας αδελφών Μ.
και εν μέρει με την Α' Πάροδο ...ς, δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Τ., βόρεια εν μέρει με την πάροδο ... και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Κ. και νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Δ. Ζ.. Ακολούθως, με το υπ' αριθ. ..../23-05-2014 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Νάουσας Ελισάβετ Αποστόλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νάουσας στον τόμο … και με αριθμό …, η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε το ποσοστό της 2/8 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου των 203,63 τ.μ.
κατά ψιλή κυριότητα στους υιούς της (δεύτερο και τρίτο των εναγομένων), κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο αυτών, παρακρατώντας για τον εαυτό της το δικαίωμα της επικαρπίας εφ' όρου ζωής. Το επίδικο τμήμα της με αριθ. κατάθ. 34/21-04-2015 αγωγής, εμβαδού 45 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται τμήμα, εμβαδού 10,60 τ.μ., που είναι ο χώρος κάτω από τον εξώστη, και τμήμα, εμβαδού 2,05 τ.μ., το οποίο απαλλοτριώθηκε για την διάνοιξη της παρόδου ...ς, και το επίδικο τμήμα της με αριθ. 60/15-07-2015 αγωγής, εμβαδού 28,90 τ.μ., συνορεύουν εν μέρει μεταξύ τους και αποτελούν τμήματα του ως άνω τμήματος, εμβαδού 61,25 τ.μ., το οποίο κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων το απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτού αρχικά ο δικαιοπάροχος τους και μετά το θάνατο του οι ίδιοι πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής τους ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους θεώρησε καλόπιστα ότι ο γενόμενος το 1965 συμβιβασμός ήταν μία άτυπη σύμβαση αγοράς - παραχώρηση του επίδικου ακινήτου, γεγονός που επιβεβαίωσε η απώτερη δικαιοπάροχος του Κ. Α. το έτος 1967, όταν ο πατέρας τους επέστρεψε στην Ελλάδα από τη Γερμανία, όπου διέμενε.
Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Ε. Χ., αγόρασε άτυπα από την Κ. Α. το άνω τμήμα των 61,25 τ.μ. και ότι έκτοτε ασκούσε επ' αυτού πράξεις νομής. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές αποδείχθηκε ότι η Κ. Α. είχε αρχικά μεταβιβάσει στον Κ. Γ. του Σ. έκταση 142 τ.μ., που αντιστοιχεί σε διαιρετό τμήμα στη δυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου των 592 τ.μ., παρόλο που στο σχετικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο αναγράφεται η φράση εξ αδιαιρέτου.
Το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από το γεγονός ότι σε όλα συμβόλαια με τα οποία μεταβιβάστηκε η έκταση των 142 τ.μ. αναφέρεται ως το δυτικό όριο του οικοπέδου η ιδιοκτησία Τ., καθόσον σε αυτά περιγράφεται το μείζον ακίνητο, δεδομένου ότι αναγράφεται εσφαλμένα ότι μεταβιβάζεται η εν λόγω έκταση εξ αδιαιρέτου.
Τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι η αρχική πωλήτρια Κ. Α. αμέσως μόλις αντιλήφθηκε ότι κατά την ανέγερση της οικοδομής του ο Ε. Χ. εισήλθε σε εδαφική λωρίδα του εκτεινόμενου δυτικά της οικοδομής υπολοίπου οικοπέδου της, άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για άρση της προσβολής της, στην οποία αναφέρει ότι από τη μεταβίβαση της έκτασης των 142 τ.μ.
όλοι οι αγοραστές είχαν περιφραγμένο το πωληθέν τμήμα. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο του συμβιβασμού που επήλθε στην άνω δίκη των ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ της Κ. Α. και της Ε. Χ., η οποία βέβαια δεν νομιμοποιούνταν παθητικά, δεδομένου ότι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο είχε μεταβιβάσει το ακίνητο στον υιό της Ε.
Χ., από τον οποίο προκύπτει με σαφήνεια ότι τα διάδικα μέρη αποδέχονται ότι η αρχικώς πωλούμενη ως εξ αδιαιρέτου έκταση των 142 τ.μ. αντιστοιχεί σε διαιρετό τμήμα στη δυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου, δεδομένου ότι η εναγομένη αποδέχθηκε ότι κατέλαβε αυθαίρετα εδαφική λωρίδα διαστάσεων πλάτους 1 μ. και μήκους 10 μ., επί της οποίας προβάλλεται ο εξώστης, και απέδωσε αυτή στην ενάγουσα.
Η κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους αγόρασε την επίδικη έκταση, των 61,25 τ.μ., προκειμένου να τακτοποιηθεί πολεοδομικά η ανεγειρόμενη οικοδομή, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους ήταν διακριτή - διαιρετή και όχι συνιδιόκτητη εξ αδιαιρέτου με την Κ.
Α.. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η έκταση των 142 τ.μ., αποτελούσε διαιρετό τμήμα της μείζονος έκτασης των 592 τ.μ., έστω και αν είχε αναγραφεί στο πωλητήριο συμβόλαιο η φράση εξ αδιαιρέτου. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι ο Ε. Χ. αγόρασε άτυπα την επίδικη έκταση από την Κ. Α., καθόσον δεν προσκομίστηκε κανένα προς τούτο αποδεικτικό μέσο, ενώ και οι μάρτυρες των εναγόντων στις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις τους αναφέρουν εντελώς αόριστα ότι όλοι ήξεραν ότι το επίδικο ακίνητο ήταν του Χ..
Ούτε από το γεγονός ότι στην υπ' αριθ. .../19-08-1965 οικοδομική άδεια που εξέδωσε ο Ε. Χ. αναφέρεται ότι το οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικοδομή έχει έκταση 180 τ.μ. μπορεί να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα, ότι δηλαδή υπήρξε άτυπη αγορά του άνω τμήματος, καθώς η έκδοση της άδειας προηγήθηκε της επικαλούμενης άτυπης αγοράς, ενώ επακολούθησε η άμεση αντίδραση της πωλήτριας με την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στο υπόμνημα της οπίσθιας σελίδας της άνω οικοδομικής άδειας, στην οποία ως ολική επιφάνεια του οικοπέδου αναγράφεται 180 τ.μ., το οικόπεδο τοποθετείται ως διαιρετό τμήμα στη δυτική πλευρά του μεγαλύτερου ως άνω οικοπέδου έκτασης 592 τ.μ., με διαστάσεις πλευρών 15 μ. Χ 12 μ., ενώ δυτικά φέρεται ότι συνορεύει με δρόμο.
Επιπλέον, με το συμβιβασμό στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων το 1965 επιλύθηκε η διαφορά ως προς την ανωτέρω έκταση που βρίσκεται στην κάθετη προβολή του εξώστη και όχι για το τμήμα που βρίσκεται δυτικότερα αυτού μέχρι το όριο του μείζονος ακινήτου με την ιδιοκτησία Τ., όπως αβάσιμα, ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί των επίδικων τμημάτων με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ: προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντας, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκαν υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των επίδικων τμημάτων, με τις οποίες να εκδηλώθηκε η βούληση αρχικά του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και κατόπιν του ιδίων να τα εξουσιάζουν, ενώ και ο Ε. Χ., κατά την δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, όπως προαναφέρθηκε, με τον γενόμενο συμβιβασμό αναγνώρισε ότι κατέλαβε αυθαιρέτως την ανωτέρω λωρίδα οικοπεδικής έκτασης, πλάτους 1,20 μ.
καθ' όλο τη μήκος της δυτικής πλευράς του οικοπέδου, την οποία και απέδωσε στην απώτερη δικαιοπάροχος του Κ. Α.. Και ναι μεν στην εν λόγω δίκη δεν είχε καταστεί διάδικος ο πατέρας των εναγόμενων Ε. Χ., αφού η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είχε στραφεί εναντίον της δικαιοπαρόχου μητέρας, όμως, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν στην αγωγή τους δεν προέβαλαν την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της Ε.
Χ., με την οποία προφανώς βρίσκονταν σε συνεννόηση, διότι αυτό που τους ενδιέφερε ως οικογένεια ήταν η επίλυση της διαφοράς ώστε να συνεχιστεί άμεσα η ανέγερση της οικοδομής. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση του Ν. Α., τοπογράφου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάουσας κατά την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος κατέθεσε ότι οι ενάγοντες το 2013 ανέθεσαν σε αυτόν τη σύνταξη τοπογραφικού, προκειμένου να προβούν στην νομιμοποίηση κατασκευής μίας σκάλας στην ανεγερθείσα οικοδομή.
Για το λόγο αυτό του ζήτησαν να εξετάσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης έκτασης με βάση τους τίτλους κτήσης, καθόσον οι ίδιοι δεν γνώριζαν σε ποιον ανήκει αυτή, ενώ, σύμφωνα με την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, ο ίδιος τους είπε ότι πιθανόν ο πατέρας τους να είχε αγοράσει το επίδικο τμήμα. Εξάλλου, το γεγονός ότι οι ενάγοντες στάθμευαν το αυτοκίνητο τους στην επίδικη έκταση και ότι ο δικαιοπάροχος τους είχε εναποθέσει οικοδομικά υλικά κατά την ανέγερση της οικοδομής, δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, διότι από τις ενέργειες αυτές δεν προκύπτει η φυσική εξουσίαση των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους στο επίδικο με διάνοια κυρίου, δεδομένου ότι πρόκειται για περιστασιακές ενέργειες.
Εξάλλου, το επίδικο ακίνητο το χρησιμοποιούσαν τόσο οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχος τους, όσο και οι εναγόμενοι της με αριθ. κατάθ. 34/21-04-2015 αγωγής, Δ. Ζ. και Φ. Π., και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους, προκειμένου να εισέρχονται στα όμορα ακίνητα ιδιοκτησίας τους από την οδό .... Ειδικότερα, ο Π. Μ. (δικαιοπάροχος του Δ.
Ζ.) διερχόταν από το επίδικο τμήμα με το κάρο του διότι διατηρούσε βοοειδή στο όμορο ακίνητο ιδιοκτησίας του, ενώ ο Ε. Π., ο οποίος διατηρούσε βιοτεχνία ψαλιδόχαρτου, διερχόταν από το επίδικο ακίνητο με μικρό φορτηγό μέχρι το 1981. Έκτοτε οι εναγόμενοι παρκάρουν το αυτοκίνητο τους και μεταφέρουν από εκεί καυσόξυλα και πετρέλαιο θέρμανσης στις οικοδομές τους.
Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου. Επιπλέον, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αν δεν αναγνωριστεί η κυριότητά τους στο επίδικο τμήμα, συνολικής, έκτασης 61,25 τ.μ., τότε αυτό συνεπάγεται τη μείωση του ακάλυπτου χώρου του ακινήτου και των ελάχιστων αποστάσεων της οικοδομής από τα όρια της όμορης ιδιοκτησίας, με συνέπεια η οικοδομή να καθίσταται αυθαίρετη, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης.
Ειδικότερα, το οικόπεδο των εναγόντων, εμβαδού 142 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, από τις υπάρχουσες δε τυχόν πολεοδομικές παραβάσεις στην οικοδομή, που ανήγειρε ο πατέρας των εναγόντων Ε. Χ., δεν συνάγεται ότι ο τελευταίος ήταν κύριος του επίδικου τμήματος. Εξάλλου, κατά το χρόνο έκδοσης της οικοδομικής άδειας και ανέγερσης της οικοδομής το 1965, ο Ε.
Χ. δεν είχε καταστεί κύριος του επίδικου τμήματος, αφού οι ενάγοντες επικαλούνται ως τρόπο κτήσης κυριότητας επ' αυτού την έκτακτη χρησικτησία, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους άρχισε το 1965 με άτυπη αγορά από τον πατέρα τους της επίδικης έκτασης, με αποτέλεσμα να μην έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο ανέγερσης της διώροφης οικοδομής η απαιτούμενη εικοσαετία.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους αγόρασε την επίδικη έκταση των 61,25 τ.μ, προκειμένου να τακτοποιηθεί πολεοδομικά η ανεγειρόμενη οικοδομή, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους ήταν διακριτή-διαιρετή και όχι συνιδιόκτητη εξ αδιαιρέτου με την Κ. Α..
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το επίδικο αποτελεί τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής τους, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο ανέγερσης αυτής ο δικαιοπάροχός τους δεν ήταν κύριος της έκτασης των 61,25 τ.μ.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν πράξεις νομής επί του επίδικου οικοπέδου, παρέλκει η έρευνα των ισχυρισμών των εναγομένων ότι οι δικαιοπάροχοί τους είχαν αγοράσει άτυπα τα επίδικα τμήματα, με αποτέλεσμα να νέμονται αυτά με διάνοια κυρίου, καθώς και ο ισχυρισμός των εναγόντων περί πλαστότητας του από 30-01-1969 ιδιωτικού συμφωνητικού και του από Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικού διαγράμματος του τοπογράφου Π.
Θ....". Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των ηττηθέντων πρωτοδίκως, εναγόντων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο ότι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) και πριν απ' αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους δεν ασκούσαν επί του επιδίκου ακινήτου εμφανείς υλικές πράξεις που να προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες να εκδηλώνεται η βούλησή τους να το εξουσιάζουν ως νομείς αυτού και ως εκ τούτου, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο προσέδωσε στους πιο πάνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου διαφορετικό νόημα από εκείνο που πράγματι έχουν, θεωρώντας ότι η απλή βούληση εξουσιάσεως του πράγματος είναι εννοιολογικό στοιχείο της διάνοιας κυρίου, ενώ αυτή είναι εννοιολογικό στοιχείο της κατοχής, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα και διατακτικό.
Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, γιατί εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η μη άσκηση εκ μέρους των εναγόντων-αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους εμφανών πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 61,25 τ.μ, με διάνοια κυρίου, ώστε να καταστούν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των σχετικών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, τις οποίες (το Εφετείο) δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, με τον δεύτερο, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους αναιρεσείοντες με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα ότι αυτή, ενώ δέχεται ορθά ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 592 τ.μ, εν τούτοις αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως επ' αυτού από τους αναιρεσείοντες πράξεων νομής, διότι το γεγονός ότι σε όλα τα συμβόλαια, με τα οποία μεταβιβάστηκε η έκταση των 142 τ.μ, αναγράφεται η ιδιοκτησία Τ.
ως το δυτικό όριο του οικοπέδου, οφείλεται στην περιγραφή σ' αυτά του μείζονος ακινήτου, δεδομένου ότι αναγράφεται εσφαλμένα ότι μεταβιβάζεται η εν λόγω έκταση εξ αδιαιρέτου, καθώς επίσης και ότι αυτή (αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) αναφέρει ως πράξη νομής των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου ακινήτου, την αυθαίρετη κατάληψη εδαφικής λωρίδας διαστάσεων πλάτους 1μ.
και μήκους 10 μ., επί της οποίας προβάλλεται ο εξώστης της οικοδομής που αποδέχθηκαν να αποδώσουν στους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν αφορά το επίδικο ακίνητο, διότι η ως άνω αναφερομένη λωρίδα, βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του μείζονος ακινήτου. Επιπλέον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται εσφαλμένα ότι δεν αποδείχθηκε η αγορά του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου τους από την Κ.
Α., χωρίς να έχουν επικαλεστεί οι ίδιοι την αγορά αυτού, οι οποίοι επικαλέστηκαν την κτήση του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν της άτυπης παραχώρησης της επίδικης οικοπεδικής έκτασης, με αποτέλεσμα να μη νοείται η προσκομιδή αποδεικτικού μέσου που να αφορά τη σύμβαση πωλήσεως, και ακόμη, ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί των επιδίκων τμημάτων με διάνοια κυρίου, στη συνέχεια δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο το χρησιμοποιούσαν τόσο οι ενάγοντες και ο δικαιοπάροχός τους, όσο και οι εναγόμενοι Δ.
Ζ. και Φ. Π., και πριν απ' αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους, προκειμένου να εισέρχονται στα όμορα ακίνητα ιδιοκτησίας τους από την οδό ... και ειδικότερα ο Π. Μ. (δικαιοπάροχος του Δ. Ζ.) διερχόταν από το επίδικο τμήμα με το κάρο του, ενώ ο Ε. Π. διερχόταν με μικρό φορτηγό μέχρι το 1981, έκτοτε δε οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι παρκάρουν το αυτοκίνητό τους και μεταφέρουν από εκεί καυσόξυλα και πετρέλαιο θέρμανσης στις οικοδομές τους, ενώ τα προπαρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν πράξεις νομής και τέλος ότι αντιφατικώς και ασαφώς, ενώ δέχεται τις ως άνω πράξεις των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους ως πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, τις ίδιες ακριβώς πράξεις νομής των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους, τις απορρίπτει.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι είναι σαφές οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είναι σαφές.
Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2020 αίτηση των Π. ή Π. χήρας Ε. Χ., Α. Χ. και Ε. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 230/ΤΜ/2019 απόφασης του Moνομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ