Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and evidence evaluation, upholding lower court's will validity ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Thessaloniki's decision rejecting a public will. The appellant argued the lower court failed to consider specific medical documents proving the testator's capacity, while the opposing parties were absent from the hearing. The court ruled that the lower court had explicitly addressed these documents in its reasoning, making the appeal's claim regarding evidence evaluation inadmissible and unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para.1, 559 para.11, 561 para.1, 495 para.3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on the validity of a will is inadmissible if the lower court has explicitly considered and evaluated the evidence presented by the parties, as the appellate court cannot re-evaluate the factual assessment of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1221 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1221/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Λ. του Β., συζ. Κ. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αγγελόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Χ. του Κ. και 2) Ε. Χ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1011/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. .../23-6-2020 και .../23-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Λ. Ι., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Ωστόσο, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 24 ΚΠολΔ.
Συνεπώς το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Με την κρινόμενη από 20-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1011/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας Β. Λ. και εξαφάνισε την 7/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και, στη συνέχεια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αναγνωριστική ακυρότητας δημόσιας διαθήκης και αναγνώρισης κληρονομικού δικαιώματος αγωγή της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν, δε, το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 9/2016, 20/2005). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 766/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που συνίσταται στο ότι με αυτή έγινε δεκτό ότι ο διαθέτης δεν έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο που απέκλειε την χρήση του λογικού, καθώς και ότι η έκπτωση της πρόσφατης μνήμης μπορούσε να ρυθμιστεί, όπως επίσης ότι η κατάσταση του διαθέτη τον Οκτώβριο του έτους 2011 είχε επιδεινωθεί ελαφρώς και, τέλος, ότι δεν προέκυψε, κατά την κρίση του, ότι η κατάσταση της υγείας του διαθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της δημόσιας διαθήκης, ήταν τέτοια, ώστε να περιορίζει σημαντικά την λειτουργία της βούλησης του και να του στερεί τη χρήση του λογικού σε βαθμό που να μην αντιλαμβάνεται το νόημά της και το περιεχόμενό της να μην απηχεί την πραγματική του βούληση, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718 επ.
ΑΚ και κυρίως τις διατάξεις του άρθρου 1719 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι στο αναιρετήριο εκτίθεται μόνον ένα σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης περί την ερμηνεία ή.
την εφαρμογή της επικαλούμενης ως παραβιασθείσας διάταξης των άρθρων 1718 επ. και, ιδίως, εκείνης του άρθρου 1719 παρ.3 του Α.Κ., αλλά προβάλλονται ατταραδέκτως αιτιάσεις που αναφέρονται στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου. να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.
Mόvoν αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος ως προς την ικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης δεν έλαβε υπόψη και τα ακόλουθα νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και ειδικότερα:
α) την από 8-11-2011 ιατρική γνωμάτευση του επιμελητή ψυχιάτρου ιατρού Α. Κ. και β) το με αριθμ. πρωτ. ...8-1-2014 ιατρικό πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, ενώ δεν προέβη σε σωστή εκτίμηση όλου του ιατρικού φακέλου και των εγγράφων αυτού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην παραπάνω ιατρική γνωμάτευση και στο ιατρικό πιστοποιητικό (φύλλα 7ο και 10ο), δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος.
Οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσίβλητων που νίκησαν, καθόσον λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2019 αίτηση της Β. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1011/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ