Legislator Case Law & Legislation
1221/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance contract clause binding third party without signature.

Case Number 1221/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the insurance company's appeal against the lower court's judgment regarding a third-party beneficiary. The court found the appellate court erred in ruling that a specific exclusion clause in the insurance policy bound the insured third party despite their lack of signature. Consequently, the Supreme Court annulled the portion of the appellate decision concerning this third party and remanded the case for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 135(1) and 134(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(2)(b) of the Code of Civil and Administrative Procedure: A clause in an insurance contract intended to bind a third party requires their explicit acceptance; failure to sign the contract means the third party is not bound by exclusion clauses within it.

Keywords

AI generated
insurance contract validity third party beneficiary exclusion clause binding signature requirement appellate court error remand for retrial civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 135(1) and 134(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(2)(b) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1221 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1221/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... και ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-4-2015 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Π. του Α., 2) Μ. συζ. Θ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανάγο και 3) Ν. Τ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2007 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5403/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3923/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 15-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης αναίρεσης καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3923/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς το ως άνω κεφάλαιό της που αφορά την πλαγιαστική αγωγή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 παρ. 1 και 134 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, αυτή γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση και έχει το οριζόμενο από την πρώτη των άνω διατάξεων περιεχόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (24-4-2015), κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου παραστάθηκαν όλοι οι διάδικοι, εκτός από τον τρίτο αναιρεσίβλητο Ν.

Τ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα με αριθμ. .../8-1-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως παριστάμενου πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε για τον τρίτο αναιρεσίβλητο Ν.

Τ., ως αγνώστου διαμονής, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, συγχρόνως δε δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου που επιδόθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από 17-18 Ιανουαρίου 2015 με αριθμό ... και από 17-1-2015 με αριθμό ... φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων "Ο ..." και "...", αντίστοιχα σύμφωνα προς τα συνδυασμένα άρθρα 134 παρ. 1, 135 παρ. 1 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας.

Η δια του τρόπου αυτού, όμως, κλήτευση του ως άνω αναιρεσίβλητου δεν είναι νόμιμη. Και τούτο, γιατί, η επίδοση, αυτή δεν έγινε στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγκεκριμένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να είναι νόμιμη η κλήτευσή του κατά τους ορισμούς του άρθρου 135 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Επομένως εφόσον ο ως άνω αναιρεσίβλητος, δεν κλητεύθηκε νόμιμα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης από 28-11-2012 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3923/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον εν λόγω διάδικο, και αφού η σχέση, μεταξύ των περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων ανάγεται σε απλή ομοδικία, κατ’ επιταγή της διατάξεως του άρθρου 576 § 3 εδ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, πρέπει, να κηρυχτεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς το διάδικο αυτό, να διαταχτεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τον αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητο και η πρόοδος αυτής ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Από το συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 192, 361 ΑΚ, 1 και 2 του ν. 2496/1997 προκύπτει, ότι η σύμβαση ασφάλισης καταρτίζεται με απλή συναίνεση των μερών, συντελείται από το χρόνο αποδοχής της αίτησης για ασφάλιση από τον ασφαλιστή, η οποία μπορεί να υποδηλωθεί και σιωπηρά με την αποστολή του ασφαλιστηρίου στον αιτούντα, και αποδεικνύεται με το ασφαλιστήριο, για το κύρος του οποίου αρκεί μόνο η υπογραφή του ασφαλιστή.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 25 αριθμ. 2 της υπ’ αριθ. K4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνη" (ΦΕΚ 795/1978, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) (ήδη καταργηθείσα με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007), η οποία ίσχυε κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος οριζόταν ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι εκ της συμμετοχής του ασφαλιζόμενου οχήματος...

εις επισήμους ή μη αγώνες...". Δεδομένου, ωστόσο ότι η διάταξη του άρθρου 25 της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/ 1978 (ΦΕΚ 795/1978, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) είναι ανίσχυρη, καθόσον αφορά τη σχέση του ασφαλιστή και του παθόντος τρίτου ως ευρισκόμενη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 παρ. 7 του ν. 489/1976, αφού με αυτήν δεν καθορίζεται κάποιος γενικός όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αλλά επιβάλλεται περιορισμός της ευθύνης του ασφαλιστή, ο συγκεκριμένος όρος, όπως και εκείνοι που αναφέρονται στις λοιπές παραγράφους του άνω άρθρου, για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης.

Τούτο μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. και συγκεκριμένα στον παραπάνω όρο. Αρκεί προς τούτο και παραπομπή απ’ ευθείας στο Φ.Ε.Κ. που περιέχει την άνω Υπουργική Απόφαση. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ’ αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο.

Το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο. Οι περιεχόμενοι σ’ αυτό γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ’ αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο.

Τέλος, οι γενικοί όροι της ασφάλισης υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών. Στην ουσία πρόκειται για όρους που επιβάλλονται από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και ισχύουν σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις ορισμένου τύπου. Ειδικά στα αυτοκινητικά ατυχήματα οι γενικοί όροι δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή, αλλά διατυπώνονται στην άνω Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε.

Δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν επιτρέπεται τροποποίησή τους με συμφωνία των μερών ή μονομερώς από τον ασφαλιστή.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως υπάρχει αντίστοιχα, όταν τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό της αποφάσεως που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1211/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επειδή το Εφετείο καθόσον αφορά στην ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα πλαγιαστική αγωγή διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της δέσμευσης ή μη του τρίτου αναιρεσίβλητου, ασφαλισμένου, από την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως και ειδικότερο από τον περιεχόμενο σ’ αυτή απαλλακτικό για την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία όρο, εξαιρέσεως από την ασφάλιση στην περίπτωση που προβλέπεται από το άρθρο 25 περ. 2 της υπ’ αριθ.

Κ4/585/5.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και αφορά τη συμμετοχή του ασφαλισμένου σε διαγωνισμό ταχύτητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας την έφεση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφού έκρινε ότι η ευθεία αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου οδηγού και της δεύτερης εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη, που υπέστησαν οι ενάγοντες από το θάνατο σε τροχαίο ατύχημα του αναφερόμενου σ’ αυτή τέκνου τους, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου - τρίτου αναιρεσίβλητου οδηγού κατά την οδήγηση του υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, είναι εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο οδηγό, ο οποίος, όπως δέχτηκε, είναι υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα, γιατί, μεταξύ, άλλων "εκτελούσε συνεχώς επικίνδυνους ελιγμούς και προσπεράσεις στα πλαίσια συμμετοχής του σε αυτοσχέδιο αγώνα συναγωνισμού και επίδειξης ικανότητας οδήγησης" με αποτέλεσμα να προκαλέσει "αιφνιδιασμό, παρενόχληση και ανησυχία στον υιό των εναγόντων, εξ αιτίας των οποίων αυτός απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εκτράπηκε της πορείας του...

και τραυματίστηκε θανάσιμα" απορριπτέα δε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, λόγω παραγραφής, ως προς τη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά παραδοχή της νόμιμης ένστασης αυτής (άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976) και αναγνώρισε την υποχρέωση του πρώτου εναγόμενου - τρίτου αναιρεσίβλητου να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 75.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, και στον πρώτο ενάγοντα - πρώτο αναιρεσίβλητο επί πλέον το ποσό των 4.000 ευρώ για την καταστροφή του οδηγούμενου από το θανόντα αυτοκινήτου συνιδιοκτησίας του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ακολούθως, ερεύνησε το σχετικό με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο με την ως άνω ευθεία αγωγή, πλαγιαστική αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας λόγο της έφεσης, δεχόμενο τα εξής: "Από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση στοιχείο (Α) για την ευθεία αγωγή των εναγόντων αποδείχθηκε ότι το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής LANCΙΑ, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Ν. Τ., που οδηγείτο από αυτόν στο αυτοκινητιστικό ατύχημα που συνέβη την 29-6-2003 και περί ώρα 5:30 στα ... Αττικής ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές τρίτων από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Α.Α.Ε." με το υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο (πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο αυτοκινήτου), που προσκομίζεται σε απλό φωτοτυπικό αντίγραφο από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και δεν φέρει την υπογραφή του πρώτου ασφαλισμένου. Η ασφαλιστήρια σύμβαση αναφέρεται στο ασφαλιστήριο ότι διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 489/1976, του Ν. 2496/1997, το εγκεκριμένο τιμολόγιο ασφαλίστρων και την Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου.

Στο άρθρο 25 παρ. 2 της απόφασης αυτής ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημιές που προξενούνται από τη συμμετοχή του ασφαλιζόμενου οχήματος σε επίσημους η ανεπίσημους αγώνες (κόντρες). Ο ασφαλισμένος δεν έχει υπογράψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ούτε αποδείχθηκε ότι έχει αποδεχθεί τον άνω όρο σιωπηρά ή ατύπως με την καταβολή του ασφαλίστρου ή την παραλαβή του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του χορηγηθέντος σήματος ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ή με την προσκόμιση του ασφαλιστηρίου στο δικαστήριο, αλλά αντίθετα ούτε στην σχηματισθείσα ποινική δικογραφία δεν υπάρχει σήμα και βεβαίωση ασφάλισης του άνω αυτοκινήτου, οι δε ενάγοντες πληροφορήθηκαν από την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος ύστερα από Εισαγγελική παραγγελία σε ποία εταιρεία ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές τρίτων από την κυκλοφορία του κατά το χρόνο του ατυχήματος το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο (βλ. από 26-11-2007 υπ’ αριθμ. πρωτ. ... απάντηση Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης). Επομένως η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν δικαιούται να αντιτάξει στην πλαγιαστική αγωγή των εναγόντων ένσταση περί αποκλεισμού της ευθύνης της κατά το άρθρο 25 παρ. 2 της Κ4/585/1978 λόγω συμμετοχής του ασφαλισθέντος σε ανεπίσημους αγώνες οδήγησης εφόσον ο ασφαλισμένος δεν είχε αποδεχθεί το όρο αυτό, όπως αναλυτικά αναφέρεται ανωτέρω, ούτε είχε υπογράψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Για το ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο (Α) στα ... Αττικής εκτός από την αμελή οδική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, συνέτρεξε και υπαιτιότητα του θανατωθέντος οδηγού του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, ο οποίος επίσης δεν επέδειξε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, οδηγούσε με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων, την οποία δεν μείωσε ενόψει των συνθηκών (κατωφέρεια, νυκτερινή ώρα, επικίνδυνη αριστερή στροφή), εκτελούσε συνεχώς επικίνδυνους ελιγμούς και προσπεράσεις στα πλαίσια συμμετοχής του σε αυτοσχέδιο αγώνα συναγωνισμού και επίδειξης ικανότητας οδήγησης κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 8, 17 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, και 5, 20 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), η δε συμπεριφορά του αυτή ήταν ικανή και πράγματι προκάλεσε την εκτροπή του αυτοκινήτου του και το θανάσιμο τραυματισμό του.

Το Δικαστήριο σταθμίζοντας την συμβολή της κάθε συμπεριφοράς στην πρόκληση του ατυχήματος κρίνει ότι οι εμπλακέντες οδηγοί των δύο οχημάτων συντέλεσαν κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος (300 ΑΚ) για την πρόκληση του ατυχήματος, που πρόβαλε νομίμως πρωτοδίκως η πλαγιαστικώς εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εναντίον των πλαγιαστικώς εναγόντων και προβάλλει και στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη με τις προτάσεις της, (ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο θανατωθείς δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, βλ.

και 090703/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και πρέπει να απορριφθεί η βασιζόμενη στο λόγο αυτό ένσταση συνυπαιτιότητας) και να μειωθεί κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος η αποζημίωση που δικαιούται ο πρώτος ενάγων λόγω καταστροφής του άνω αυτοκινήτου συνιδιοκτησίας του κατά 50%. Δηλαδή δικαιούται ο πρώτος ενάγων για την άνω αιτία το ποσόν των (4.000 ευρώ Χ 50% =) 2.000 ευρώ.

Τέλος το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρονται υπό στοιχείο (Α) για την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων στην ευθεία αγωγή και επιπλέον το βαθμό υπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού και του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου κρίνει ότι οι ενάγοντες δικαιούνται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 40.000 ευρώ ο καθένας.

Επομένως, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η πλαγιαστική αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία οφείλει στην πρώτο εναγόμενο ασφαλισμένο της, από το ποσό που αυτός υποχρεούται με βάση την παρούσα απόφαση να καταβάλει στους ενάγοντες με την κύρια αγωγή, το ποσό των (2.000 ευρώ + 40.000 ευρώ + 40.000 =) 82.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε κατά ένα μέρος την ευθεία αγωγή των εναγόντων ως προς τον πρώτο εναγόμενο και αναγνώρισε ότι αυτός οφείλει στους ενάγοντες τα ίδια ποσά των 79.000 ευρώ και 75.000 ευρώ νομιμότοκα και απέρριψε την ευθεία αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη λόγω παραγραφής, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εκκαλούντων.

Κατά το μέρος όμως που απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή, το πρωτοβάθμιο έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού τέταρτου λόγου αυτής, με τον οποίο παραπονούντο αυτοί για την απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο της πλαγιαστικής αγωγής, μετά από παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμης, της προβληθείσας από την πλαγιαστικώς εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ένστασης περί αποκλεισμού της ευθύνης της κατά το άρθρο 25 παρ. 2 της Κ4/585/1978, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ’ ουσίαν και αφού απέρριψε την ως άνω ένσταση της πλαγιαστικώς εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχτηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη, την πλαγιαστική αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, κατά παραδοχή της ως άνω ένστασης της πλαγιαστικώς εναγομένης -αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας.

Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, καθόσον αφορά στην πλαγιαστική αγωγή, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της δέσμευσης ή μη του ασφαλισμένου από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ειδικότερα από τον ως άνω όρο (απαλλακτική ρήτρα), οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ για τη θεμελίωση της κρίσης του περί υποχρέωσης της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας έναντι του ασφαλισμένου της, συνεναγομένου της στην ευθεία αγωγή των πλαγιαστικώς εναγόντων κατ’ αυτών και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου να καταβάλει στον τελευταίο, μέσα στα όρια της συμβάσεως ασφαλίσεως, το αναφερόμενο σ’ αυτή ποσό, που υποχρεώθηκε ο τελευταίος κατά παραδοχή της ευθείας αγωγής, να καταβάλει στους ως άνω ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αποζημίωση δέχτηκε, ότι το υπ’ αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου στην ευθεία αγωγή Ν. Τ. και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, που οδηγείτο από αυτόν στο αυτοκινητιστικό ατύχημα που συνέβη την 29-6-2003 ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος για την κάλυψη των ζημιών που θα προκαλούντο από την κυκλοφορία του σε τρίτους στην πλαγιαστικώς εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Α.Α.Ε." με το υπ’ αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο (πολυασφαλιστήριο συμβόλαιο αυτοκινήτου), στο οποίο αναφέρεται "ότι διέπεται, από τις διατάξεις του Ν. 489/1976, του Ν. 2496/1997, το εγκεκριμένο τιμολόγιο ασφαλίστρων και την Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, στο άρθρο 25 παρ. 2 της οποίας ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφάλισης ζημιές που προξενούνται από τη συμμετοχή του ασφαλιζόμενου οχήματος σε επίσημους η ανεπίσημους αγώνες (κόντρες)", δεχόμενο έτσι σαφώς, την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης κατά το χρόνο του ατυχήματος, προϋπόθεση της έναρξης της οποίας, καθόσον αφορά στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου, κατά το άρθρο 6 του Ν. 2496/1997, ο οποίος επίσης κατά τις παραδοχές της διείπε το ασφαλιστήριο, αποτελεί η καταβολή του ασφαλίστρου, στη συνέχεια, περιπίπτοντας σε αντιφάσεις και αναιρώντας την προηγούμενη παραδοχή του περί ύπαρξης ασφαλιστικής κάλυψης του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος, δέχτηκε ότι ο όρος αυτός, ο οποίος κατά τις προηγούμενες παραδοχές του, είχε καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλισμένου της - τρίτου αναιρεσίβλητου, δεν δεσμεύει τον τελευταίο, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι έχει αποδεχθεί τον ως άνω όρο σιωπηρά ή ατύπως, μεταξύ άλλων, με την καταβολή του ασφαλίστρου, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα, αποτελεί προϋπόθεση τα ασφαλιστικής κάλυψης.

Πέραν τούτου, το Εφετείο, δέχτηκε ότι ο ως άνω όρος δεν δεσμεύει τον ασφαλισμένο - τρίτο αναιρεσίβλητο επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος έχει αποδεχθεί τον όρο αυτό σιωπηρά ή ατύπως, χωρίς να διευκρινίζει, όπως απαιτείται, προκειμένου να κριθεί αν η ως άνω αποδοχή από τον ασφαλισμένο ήταν αναγκαία, για τη δέσμευσή του από τον εν λόγω όρο, αν αυτός περιεχόταν στην αίτηση - πρόταση του ασφαλισμένου για ασφάλιση προς την ασφαλιστική εταιρία, οπότε θα απαιτείτο και θα αρκούσε αποδοχή του από την ασφαλιστική εταιρία, ή αν αυτός περιεχόταν σε νέα πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας προς τον ασφαλισμένο, κατόπιν της ως άνω αίτησης του ασφαλισμένου, οπότε τίθεται θέμα αποδοχής αυτού από τον τελευταίο.

Τέλος, το Εφετείο περιέπεσε σε αντίφαση, και με το να δεχτεί ότι το ως άνω ασφαλιστήριο, στο οποίο, περιέχεται ο προαναφερόμενος όρος, έχει κύρος και ισχύει μεταξύ των συμβληθέντων μερών, σε σχέση μόνο με την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του ασφαλισμένου από ατυχήματα, έστω και αν ο ασφαλισμένος δεν υπέγραψε αυτό και φέρει μόνο την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρείας, ενώ ο ασφαλισμένος δεν δεσμεύεται παρόλα αυτά από την υπάρχουσα σ’ αυτό ως άνω απαλλακτική ρήτρα γιατί δεν υπέγραψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Συνεπώς ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρέλκει δε η έρευνα του πρώτου λόγου, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο ζήτημα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους παριστάμενους διαδίκους, και ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στην πλαγιαστική αγωγή, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της που αναιρέθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που άρχισε να ισχύει από 2.4. 2012, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού) και να καταδικαστούν οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, ως προς τον αναιρεσίβλητο Ν. Τ..

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητο και την πρόοδο αυτής ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3923/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους παριστάμενους διαδίκους και ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στην πλαγιαστική αγωγή.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ