Legislator Case Law & Legislation
1221/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and legal basis absence.

Case Number 1221/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court misinterpreted specific building permit records to justify a different payment allocation, claiming the court relied too heavily on these documents. The court rejected this, noting that the lower court based its findings on a holistic assessment of all evidence rather than solely on the disputed records, and that the legal basis for the decision was sufficiently established in the judgment's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 and 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; The appeal ground for violation of substantive law requires a clear error in applying legal rules to established facts, while the ground for lack of legal basis is not met when the court of first instance relies on a comprehensive evaluation of evidence without isolating the weight of specific documents.

Keywords

AI generated
appeal grounds substantive law violation lack of legal basis evaluation of evidence code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 4/2005
Supreme Court of Greece, Case 8/2006
Supreme Court of Greece, Case 2/2008
Supreme Court of Greece, Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1221 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1221/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χατζηαρσενίου.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑΤΟΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ" και δ.τ. "Β. Α.Ε", που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κυριαζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5169/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 509/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 27 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 509/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005), η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού (ΟλΑΠ 8/2006).

Επίσης ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.

Κατά τη διάταξη άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 1, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης -των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτή, γεγονός-που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτηση της.

Μόνη η μη αναφορά των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην απόφαση δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα ερμηνευτικά κριτήρια που αυτές προβλέπουν. Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ' αυτούς, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) Εσφαλμένα δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να ανεύρει την αληθή δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μερών, όπως όφειλε, ενόψει και του ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν έγγραφη και β) διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή δεν έλαβε υπόψη, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς την έκταση των ξηρολιθοδομικών εργασιών και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γι' αυτές, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και στο αναιρετήριο, καίτοι είχε λάβει υπόψη τις διαπιστώσεις και εκτιμήσεις των ίδιων πραγματογνωμόνων για τη διαμόρφωση της κρίσης του για άλλες συμφωνίες των μερών.

Η αιτίαση με στοιχείο α' εμπίπτει στον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού-νόμου, ο οποίος είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία, ως προς τις σχετικές δηλώσεις βούλησης των μερών, ώστε να- παρίσταται επιβεβλημένη η προσφυγή αυτού στις γενικές ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για την αναζήτηση της αληθινής εννοίας τους. Η δε αιτίαση με στοιχείο β' εμπίπτει στον λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, αφού η προαναφερόμενη αιτίαση δεν συνιστά αντίφαση ως προς ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από αυτό των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων και αξιολόγηση της αποδεικτικής τους βαρύτητας ως προς τα επί μέρους αποδεικτέα γεγονότα για τη συναγωγή του σχετικού αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντίστοιχου μέρους αυτής.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 KΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε" υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό, λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη ένσταση καταβολής συνολικού ποσού 30.142,78 ευρώ με τραπεζικά εμβάσματα, επιταγές και μετρητά, η οποία προτάθηκε νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο έφεσης. Όπως, όμως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλο 8), το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ρητά ως αβάσιμη την ένσταση αυτή, γεγονός που και ο αναιρεσείων αναφέρει στο αναιρετήριο και το αποδίδει σε σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον σχετικό λόγο αναίρεσης, με την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπάρχει αμφιβολία αν λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων, αυτού και της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και τα έγγραφα (τραπεζικά εμβάσματα, επιταγές σε διαταγή της τελευταίας κλπ.), που, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεικνύουν την ένσταση εξόφλησης, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη.

Επίσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ότι οι καταβολές των χρηματικών ποσών 1.000.000 δρχ., 750.000 δρχ. και 750.000 δρχ. στις 15-1-1999, 22-1-1999 και 4-2-1999, αντίστοιχα, αφορούσαν προγενέστερες οικονομικές εκκρεμότητες από την κατασκευή της οικίας του αναιρεσείοντος, και όχι τις επίδικες οφειλές από την κατασκευή περίφραξης και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου της οικίας, ενώ, προέκυπτε, κατ' αυτόν, αντίθετη δικαστική ομολογία στην αγωγή, που αποτελούσε πλήρη απόδειξη και ήταν δεσμευτική για το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει η βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις "... των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την με αριθμό 4798/2006 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ...", καθώς και "... όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσάγουν, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει, υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ...".

Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του, το οποίο διατύπωσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 12 του ίδιου άρθρου, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, όπου περιέχεται η επίμαχη περικοπή "... Εν συνεχεία και αφού ολοκληρώθηκε η κατασκευή της οικίας του εναγόμενου εμείς δε εξοφληθήκαμε για το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα, την 15-3-1999 συμφωνήσαμε περαιτέρω προφορικά με τον εναγόμενο την κατασκευή της περίφραξης και την εν γένει διαμόρφωση του περιβάλλοντος την οικία χώρου ...", η αναιρεσίβλητη δεν ομολογεί (απαντώντας καθ' υποφοράν στη μεταγενέστερη ένσταση του αναιρεσείοντος) ότι έλαβε τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά προς εξόφληση μέρους της επίδικης οφειλής της από την εκτέλεση εργασιών για την κατασκευή της περίφραξης και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου της οικίας βάσει της προφορικής συμφωνίας των μερών στις 15-3-1999, αλλά δέχεται ότι υπήρξε εξόφληση όλων των οικονομικών εκκρεμοτήτων από την προγενέστερη μεταξύ τους σύμβαση του έτους 1998 για κατασκευή της οικίας, στην οποία εντάσσει και τα εν λόγω χρηματικά ποσά, που καταβλήθηκαν πριν από την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων-αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, 1/1999).

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την αξιολόγηση της ένστασης του για καταβολή στην αναιρεσίβλητη 10.271.152 δρχ., παραμόρφωσε τις υπ' αρ. 202285/11-7- 1996 και 202287/11-7-1996 ατομικές πινακίδες παρακολούθησης οικοδομικού έργου ΙΚΑ του αναιρεσείοντος και του (μη διαδίκου) Μ.

Σ., αντίστοιχα, αποδίδοντας σ' αυτές περιστατικό προδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει, και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για κοινές πινακίδες, ενώ πρόκειται για ατομικές πινακίδες. Από την επισκόπηση του αντίστοιχου μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλο 7) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε " ότι οι καταβολές μέσω της Τράπεζας Πίστεως στις 15-1-1999, 22-1-1999 και 4-2-1999 των χρηματικών ποσών 1.000.000 δρχ., 750.000 δρχ.

και 750.000 δρχ., αντίστοιχα, καταχωρήθηκαν στην καρτέλα με τον κοινό λογαριασμό του εναγομένου και του Μ. Σ. για εργασίες που έγιναν σε κοινό οικόπεδο με την 11/1/1996 κοινή οικοδομική άδεια, οι οποίες είχαν κοινές κατασκευές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αρ. 20285 στο όνομα του εναγομένου και υπ' αρ. 20287 στο όνομα του Μ.

Σ. πινακίδες παρακολούθησις οικοδομικού ή τεχνικού έργου ΙΚΑ Άνδρου, στις οποίες υπάρχει από το ΙΚΑ ένδειξη ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ, και αφορούν οι ως άνω καταβολές στην εξόφληση εργασιών της οικίας του εναγόμενου". Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στο προβαλλόμενο διαγνωστικό σφάλμα, αφού δέχτηκε ύπαρξη κοινής οικοδομικής άδειας και κοινών κατασκευών, και όχι-ύπαρξη κοινών πινακίδων παρακολούθησης οικοδομικού έργου ΙΚΑ, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ενώ συνήγαγε τη σχετική παραδοχή του για τις προαναφερόμενες χρηματικές καταβολές μετά από ^συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, και όχι στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις εν λόγω πινακίδες, ούτε εξαίρει την αποδεικτική τους σημασία και βαρύτητα.

Συνακολούθως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά την αναιρετική δίκη (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της απόφασης 509/2012 του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που καταβλήθηκε κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ